• Thursday, October 01st, 2009

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ.– ® Ο Κολοκοτρώνης σχολίασε Ο Γέρος του Μοριά (1770-1843)τη δολοφονία του Καποδίστρια με τον ακόλουθο μύθο: «Κάποτε, λέει, τα γαϊδούρια αποφάσισαν να σκοτώσουν τον σαμαρά, για να απαλλαγούν από τα σαμάρια και από το φορτίο, που τους έβαζαν οι άνθρωποι. ‘Έτσι κι έγινε. Αμέσως όμως κατόπιν την κατασκευή ανέλαβαν οι καλφάδες (μαθητευόμενοι) του σαμαρά, μα δεν ήξεραν να κάμουν καλή τη δουλειά, γιατί έχασαν το μάστορά τους. ‘Έτσι τα κακοφτιαγμένα σαμάρια άρχισαν να πληγώνουν τα δυστυχισμένα γαϊδούρια, που τότε κατάλαβαν ότι με την ανόητη πράξη τους έπεσαν από το κακό στο χειρότερο…». 

® Καταδιωκόμενος ο Κολοκοτρώνης από τα κυβερνητικά στρατεύματα στον εμφύλιο πόλεμο του 1825, στάθηκε κάτω από μια καρυδιά να ξεκουραστεί και μονολογούσε λυπημένος: «Καρυδιά τί έχεις και παραπονιέσαι; Μη σε πετροβολάνε τα παιδιά; Είναι γιατί έχεις τα καρύδια…».  (Γνωστή είναι και η λαϊκή παροιμία: «Το δέντρο πού ’χει τον καρπό συχνά πετροβολιέται».

® Από τη στιγμή που ο Κολοκοτρώνης ανακατεύτηκε στην πολιτική, έχασε τα νερά του. Πολύ γρήγορα όμως κατάλαβε το σφάλμα του και ξαναγύρισε στ’ άρματα. Διηγόταν μάλιστα και τον ακόλουθο μύθο, για να δείξει πώς την έπαθε, όταν πήγε να γίνει πολιτικός:

«’Ένας λύκος άρπαξε ένα αρνί από το μαντρί και πήγε παράμερα να το φάει. –Κυρ λύκο, θα με φας, το ξέρω, είπε το αρνί. Γι’ αυτό όμως το καλό, κάνε μου αυτή τη χάρη: τραγούδα μου λιγάκι, γιατί έχεις πολύ γλυκιά φωνή και μένα μου αρέσουν τα τραγούδια.

Άφησε ο λύκος το αρνί κι άρχισε να ουρλιάζει. Τον άκουσαν τότε τα σκυλιά και τον πήραν στο κυνηγητό. Είδε κι έπαθε, ώσπου να γλυτώσει. Τότε στάθηκε ψηλά στη ράχη κι αγναντεύοντας το μαντρί είπε: –Τί ήθελα εγώ να κάμω τον τραγουδιστή; Καλά να πάθω!»

® ‘Έλεγε κι αυτόν τον μύθο ο Κολοκοτρώνης: « Η κουκουβάγια είχε βρωμίσει πολύ τη φωλιά της κι αποφάσισε να κατοικήσει αλλού. Της λέει τότε ο κούκος: –Του κάκου βασανίζεσαι, όσο παίρνεις μαζί και τον πισινό σου».

® –Πόσο μεγάλη είναι η χώρα που γεννήθηκες; ρώτησε τον Γέρο του Μοριά κάποιος Άγγλος περιηγητής. –Έχει διακόσιους φούρνους! είπε γελώντας ο Κολοκοτρώνης. (Κάθε σπίτι στα χωριά είχε και δικό του φούρνο).

® Μια γυναίκα του ζήτησε κάποια χάρη: –Αφέντη μου, του ‘λεγε, κάνε μου αυτό το καλό και σκλάβα σου να γίνω! –Τί λες, μωρή ζουρλή; Εμείς πολεμούμε για τη λευτεριά κι εσύ θέλεις να γίνεις σκλάβα μου;

® Του είπαν κάποτε: –Κολοκοτρώνη, η πατρίδα θα σε ανταμείψει.

–Το ξέρω, απάντησε, εμένα θα πρωτοεξορίσει.

® Και όταν μετά την καταδίκη του σε θάνατο τον πληροφόρησαν ότι ο βασιλιάς του χαρίζει την ζωή και μετριάζει την ποινή του σε είκοσι χρόνια φυλάκιση, ο Κολοκοτρώνης είπε:

–Θα γελάσω τον βασιλιά. Δεν θα ζήσω τόσο πολύ!

ΤΟΥ ΔΙΟΓΕΝΗ.– Όταν ο βασιλιάς Φίλιππος ο Μακεδόνας πολιορκούσε την Κόρινθο, όλοι οι Κορίνθιοι δούλευαν εντατικά επισκευάζοντας τα τείχη. Μέσα σε όλη αυτή την αναταραχή ο Διογένης μέσα στο βαρέλι του, το κυλούσε πέρα – δώθε.

Όταν μερικοί τον ρώτησαν για ποιο λόγο το κάνει αυτό, ο Διογένης απάντησε:

–Όταν όλοι δουλεύουν, κάτι πρέπει να κάνω κι εγώ.

ΤΟΥ ΣΟΦΟΚΛΗ.– Μια μέρα στην αγορά των Αθηνών ο μεγάλος Σοφοκλής έλεγε, ότι χρειάσθηκε τρεις ημέρες για να γράψει τρεις στίχους μιας από τις αθάνατες τραγωδίες του.

–Τρεις ημέρες; απόρησε ένας μέτριος ποιητής που έτυχε να τον ακούσει. Μέσα σε τρεις ημέρες εγώ θα έγραφα 100 στίχους.

–Ναι, του απάντησε ο Σοφοκλής, αλλά θα ζούσαν μόνο τρεις ημέρες.

ΤΟΥ ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ.– Κάποτε ένας φίλος του μεγάλου συγγραφέα  Θερβάντες ζήτησε την γνώμη του για ένα σπουδαίο ζήτημα που είχε αναστατώσει την ψυχή του:

–Έχω πληροφορίες ότι με απατάει η γυναίκα μου και δεν ξέρω αν πρέπει να την πιστέψω ή όχι, του είπε.

–Πόσους ερωμένους σου είπαν πως έχει; ρώτησε ο συγγραφέας του Δον Κιχώτη.

–Ένα! απαντάει εκείνος.

–Ένα μόνο! Τότε ησύχασε, γιατί είναι πιθανότερο να βρεις γυναίκα με κανένα ερωμένο, παρά με ένα μονάχα ερωμένο.

ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ.– Όταν ο Σωκράτης ήπιε το κώνειον και οι μαθητές του τον είχαν περιτριγυρίσει και έκλαιγαν, τους ρώτησε:

–Μα, γιατί κλαίτε;

–Γιατί σε καταδίκασαν άδικα…

–Και μήπως θα θέλατε να με καταδικάσουν δίκαια!…

ΤΟ ΛΑΚΩΝΙΖΕΙΝ ΕΣΤΙ ΦΙΛΟΣΟΦΕΙΝ.– Κάποτε πήγαν στην αρχαία Σπάρτη πρέσβεις μιας φτωχής πόλεως για να ζητήσουν σιτάρι και ένας από αυτούς μίλησε με πολυλογία. Όταν τελείωσε, οι Σπαρτιάτες του απάντησαν:

–Δεν καταλάβαμε το τέλος του λόγου σου και… ξεχάσαμε την αρχή!

Η πεινασμένη πόλη, μαθαίνοντας τι έγινε, έστειλε άλλον πρέσβη, ο οποίος, μετά το πάθημα του πρώτου, παρουσιάσθηκε στη συγκέντρωση του λαού της Σπάρτης και δείχνοντας τους αδειανούς σάκους που είχε μαζί του, είπε:

–Τα σακιά είναι αδειανά, γεμίστε τα!

Πράγματι οι Σπαρτιάτες τα γέμισαν, μα πριν  ο πρέσβης φύγει, τον φώναξαν και του είπαν:

–Δεν ήταν ανάγκη να μας ειπείς ότι τα σακιά είναι αδειανά. Τα είδαμε. Ούτε υπήρχε λόγος να μας ειπείς να τα γεμίσουμε. Το καταλάβαμε. Άλλη φορά να είσαι πιο ολιγόλογος…

ΤΟΥ ΚΟΡΜΠΙΕΡ.– Κάποτε ο Κορμπιέρ, που ήταν δικηγόρος σε μια μικρή πόλη της Γαλλίας κι έγινε υπουργός Οικονομικών του Λουδοβίκου 18ου, σε μια συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου έβγαλε από την τσέπη του το μαντήλι και την ταμπακιέρα και τα έβαλε μπροστά του πάνω στο τραπέζι.

Φανερά ενοχλημένος ο βασιλιάς του λέει:

–Κύριε Υπουργέ, δεν αδειάζουν τις τσέπες τους μπροστά στον βασιλιά.

–Φοβούμαι Μεγαλειότατε, απάντησε ο Κορμπιέρ, ότι είμαι ο πρώτος υπουργός που αδειάζει τις τσέπες του αντί να τις γεμίζει!

ΖΗΤΗΜΑ ΧΡΟΝΟΥ.– Ένας αυλικός του Λουδοβίκου 14ου απείλησε τον γελωτοποιό του βασιλιά:

–Εάν συνεχίσεις να με κοροϊδεύεις, θα σε διαπεράσω με το ξίφος.

Θορυβημένος από το επεισόδιο ο γελωτοποιός προσφεύγει στον βασιλιά:

–Μεγαλειότατε, απειλούν τη ζωή μου.

–Μη φοβάσαι καθόλου, απάντησε ο μονάρχης. Αν κάποιος τολμήσει να σε σκοτώσει, θα τον εκτελέσω στα επόμενα πέντε λεπτά!

–Ώ! Μεγαλειότατε, ξαναείπε ο γελωτοποιός. Δεν θα μπορούσατε να το κάμετε αυτό πέντε λεπτά νωρίτερα;

ΟΧΙ ΣΕ ΤΟΣΟΥΣ ΑΝΔΡΕΣ.– Η βασίλισσα της Αγγλίας Βικτωρία ήταν εξαιρετικά σεμνότυφη. Μια φίλη της κάποια μέρα της λέγει:

–Ώ, Μεγαλειοτάτη! Τι ωραία που είναι να βρίσκεται κανείς στον ουρανό μεταξύ των προφητών και των αγίων, μεταξύ του Αβραάμ και του Μωυσή, του Ηλία και του Δαυίδ…

–Όχι, όχι, απάντησε η βασίλισσα με έμφαση. Δεν είναι σωστό να βρίσκεται μια κυρία ανάμεσα σε τόσους άνδρες!…

ΡΑΔΙΟΥΡΓΙΕΣ ΑΥΛΙΚΩΝ.– Κάποτε ένας αυλικός έλεγε στον βασιλιά της Σουηδίας Γουσταύον Α΄, ότι ένας άλλος αυλικός με το όνομα Φόρμπεργκ σχεδίαζε να τον δολοφονήσει. Ο Γουσταύος όμως, που ήξερε ότι ο αυλικός ήταν εχθρός του Φόρμπεργκ, του είπε:

–Πήγαινε να συμφιλιωθείς με τον εχθρό σου κι ύστερα θα μπορώ να πιστέψω αυτά που λέγεις.

ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΤΑΚΤΙΚΗ.– Μετά την επανόρθωση της βασιλείας στην Γαλλία το 1815, κάποιος παρουσιάσθηκε ενώπιον του Ταλεϋράνδου και του ζήτησε μια θέση σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών του προς στον βασιλέα.

–Ήμουν, προσέθεσε, ένας από εκείνους που ήσαν μαζί με τον βασιλέα στην Γάνδη, όταν ήταν εξόριστος.

–Στην Γάνδη; είπε ο Ταλεϋράνδος. Είσθε βέβαιος;  Ήσαστε πραγματικώς στην Γάνδη ή απλώς επιστρέψατε από εκεί;

–Δεν σας καταλαβαίνω…

–Θα σας εξηγήσω: Στην Γάνδη ήσαν περίπου επτακόσιοι βασιλόφρονες, αλλά μέχρι τώρα επέστρεψαν δεκαπέντε χιλιάδες.

ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ.– Κάποιος βασιλιάς της Ευρώπης θαύμαζε μια ωραία κυρία της Αυλής του. Μια μέρα ρώτησε την ηλικία της.

–Είμαι 25 ετών, απάντησε η κυρία.

Μετά πέντε χρόνια ο βασιλιάς της υπέβαλε την ίδια ερώτηση. Και πάλι εκείνη απάντησε ότι ήταν 25 ετών.

–Μα, απόρησε ο βασιλιάς, το ίδιο μου είπατε προ πέντε ετών.

–Βεβαίως, Μεγαλειότατε, απάντησε ατάραχη η καλλονή. Δεν είμαι από εκείνες που λένε άλλα την μια μέρα και άλλα την άλλη!

Ο ΣΩ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΟΦΕΡ.– Σε μια έκθεση αυτοκινήτων που έγινε προ ετών στο Λονδίνο, πήγε και ο Ιρλανδός φιλόσοφος Μπέρναρ Σω, όπου του έγινε θερμή υποδοχή.

Δημοσιογράφοι και σχεδιαστές αυτοκινήτων τον περιτριγύρισαν και τον ρωτούσαν. Ένας δημοσιογράφος υπέβαλε την εξής ερώτηση:

–Για έναν που μαθαίνει να οδηγεί, τι είναι πιο σκληρό;

–Τα δένδρα, απάντησε λακωνικά ο Σω.

ΤΟ ΚΑΛΠΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ.– Ένα φιλολογικό περιοδικό στην Γαλλία πλήρωσε τον Βερλαίν για την συνεργασία του, πέντε φράγκα με πέντε νομίσματα του ενός φράγκου.

Μια μέρα ο Βερλαίν πήγε και διαμαρτυρήθηκε στον ταμία:

–Δεν ντρέπεσθε; Μου δώσατε ένα φράγκο κάλπικο.

–Μη στενοχωρείσθε, είπε ο ταμίας. Να σας το αλλάξω.

Και έδωσε στον ποιητή ένα καλό νόμισμα.

–Και το κάλπικο, κύριε Βερλαίν; τον ρώτησε.

–Το κάλπικο; Είδα κι έπαθα να το ξοδέψω, απάντησε αυτός.

ΑΠΑΤΗΜΕΝΟΣ ΠΟΥ… ΑΠΑΤΑ.–Ο δούκας του Μανρύ είχε μια ωραιοτάτη γυναίκα και… πολύ πνεύμα. Όμως ήταν  κοινό μυστικό πως ήταν ένας απατημένος σύζυγος, που οι νεαροί αξιωματικοί του στόλιζαν επιμελώς το μέτωπό του, αλλά δεν του καιγόταν καρφί.

Απεναντίας μάλιστα· μια μέρα που οι αξιωματικοί του τον περίμεναν  σε δείπνο, ο δούκας άργησε να πάει και στο τέλος έφθασε ξαναμμένος και ατημέλητος.

Ο δούκας κοίταξε τους υφισταμένους του με πονηρία και ξεκουμπώνοντας την ζωστήρα του είπε με φωνή θριαμβική:

–Κύριοι, είσαστε όλοι σας κερασφόροι!… Πριν λίγο ήμουν με την… γυναίκα μου!

ΑΠΟΡΙΑ.– Ο δάσκαλος  εξηγεί στα παιδιά ότι η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο. Και τέλος ρωτά τους μικρούς μαθητές: 

–Έχει κανένας από σας καμιά απορία;

–Μάλιστα, κύριε, πετάγεται ένας πιτσιρίκος.  Την νύχτα που δεν υπάρχει ο ήλιος, γύρω από τι γυρίζει η γη;

ΗΤΑΝ ΜΙΚΡΗ…– Γιαννάκη, φωνάζει αυστηρά η μαμά τον μικρό της γιο. Σου έχω ειπεί χίλιες φορές να μη τεντώνεσαι πάνω από το τραπέζι για να πιάσεις το ψωμί. Δεν έχεις γλώσσα;

–Μαμά, έχω γλώσσα, απαντάει με ειλικρίνεια ο μικρός, αλλά δεν φθάνει μέχρι το ψωμί.

ΘΡΑΣΟΣ.– Στο αναρρωτήριο ο στρατιωτικός ιατρός επιθεωρεί τους ασθενείς του λόχου.

–Πού υποφέρεις εσύ; ρωτάει ένα ασθενή.

–Εδώ στον στρατό…, απαντάει αυθόρμητα εκείνος.

 

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΣΥΝΗΘΕΙΑ.- Ο ιερέας του χωριού: ―Δεν είναι σωστό, Πανάγο, να κλαις ένα μήνα γιατί ψόφησε η αγελάδα σου. Όταν πέθανε η γυναίκα σου έκλαψες μονάχα δυο μέρες. Η γυναίκα σου άξιζε εκατό αγελάδες.

―Όχι δα, παπά μου. Αφότου χήρεψα μου πρόσφεραν άλλες πέντε γυναίκες, κανένας όμως δεν μου πρόσφερε αγελάδα.

ΠΟΛΥ ΤΗΝ ΩΦΕΛΗΣΕ. ―Σας ωφέλησε, κυρία μου, το ταξιδάκι σας στα λουτρά;

―Πάρα πολύ, γιατρέ μου. Πάντρεψα και τις δύο θυγατέρες μου.

ΑΡΡΑΒΩΝΙΑΣΜΑΤΑ. ―Και είναι γλωσσομαθής η μνηστή σου;

―Ξέρει πέντε γλώσσες.

―Δυστυχία σου! Η δική μου ξέρει μόνο μία και δεν μπορεί να σταματήσει…

ΣΥΜΒΟΥΛΗ.- Διάλογος στο εστιατόριο: Ο πελάτης: ―Γκαρσόν, πάρε το φιλοδώρημά σου προκαταβολικά, για να με συμβουλέψεις.

Ο σερβιτόρος: ―Πηγαίνετε να φάτε στο απέναντι εστιατόριο!…

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΧΡΗΜΑ.- Ρώτησαν την εκκρηκτική ηθοποιό Κιμ Νόβακ, τι ιδέα έχει για τον κεραυνοβόλο έρωτα.

Και η απάντηση της διάσημης σταρ:

―Δεν είναι κακός… Και μάλιστα εξοικονομεί χρόνο…

ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ. ―Πόσων χρονών είσαι, Ελενίτσα; ρωτάει ο θείος της.

Και η απάντησή της: ―Πέντε ετών στο σπίτι, έξη στο σχολείο και τριών στο λεωφορείο.

ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ!- Ένας μανιώδης καπνιστής έλεγε:

―Έχω διαβάσει τόσα πολλά εναντίον του καπνίσματος, που αποφάσισα να κόψω… το διάβασμα!

ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΩΜΟΝΤΟΣ.- Μάλωσαν κάποτε δυο αδέλφια για την μοιρασιά της κληρονομίας που τους άφησε ο πατέρας τους. Επειδή δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν, κατέφυγαν σε ένα γερο-παπά, να δώσει λύση. Εκείνος τους είπε:

―Ο ένας από εσάς θα κάνει την μοιρασιά και ο άλλος θα διαλέξει πρώτος το μερίδιο που του αρέσει.

Η ΑΜΟΙΒΗ.- Επειδή το χρηματοκιβώτιο χάλασε και δεν μπορούσε κανείς να το ανοίξει, ο βιομήχανος τηλεφώνησε στον διευθυντή των φυλακών να του στείλει κάποιον από τους φυλακισμένους.

Σε λίγο φθάνει ένας κρατούμενος με συνοδεία δεσμοφύλακα. Σκαλίζει κάτι και σε ένα λεπτό το χρηματοκιβώτιο ανοίγει.

Τι σου οφείλω; ρωτάει ο βιομήχανος.

Τι να σας ειπώ; Το τελευταίο χρηματοκιβώτιο που άνοιξα, μου απέδωσε 300.000 ευρώ.

Category: Εύθυμα
You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, or trackback from your own site.
Leave a Reply