• Saturday, November 20th, 2010

Α΄ ΛΟΓΟΣ (Ο ΚΑΚΟΣ)

Τ Α Λ Α Μ Ο Γ Ι Α*

«Πολλά τα δεινά κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει»

(Σοφοκλέους «Αντιγόνη»)


Σύλληψη του Ιησού (Δομήν. Θεοτοκόπουλος)Λαμόγια εδώ, λαμόγια εκεί, λαμόγια παραπέρα,

βρωμιά της λαμογιάς οσμή τριγύρω μας και πέρα.


Με λαμογιά βρωμίσθηκε και η ζωή μας όλη

γι’ αυτό την εποτίσαμε με δυνατή φορμόλη.


Λαμόγιο είν’ αυτός εδώ, λαμόγιο και ο άλλος,

λαμόγιο είν’ ο διάβολος, λαμόγιο και ο Χάρος.


Λαμόγια τα φαντάσματα νυχτόμερα γυρνάνε

και μουλωχτά με λαμογιές το αίμα μας ρουφάνε.


Όλοι λαμόγια γίναμε, λαμόγιο κι η παρέα

κι η λαμογιά αποβρώμισε τη γη και τον αέρα.


Λαμόγια τρών’ και πίνουνε, λαμόγια τραγουδάνε

κι άλλα λαμόγια κροταλούν και κλαίνε και γελάνε.


Λαμόγια είν’ οι άρχοντες, λαμόγια κι οι κατήδες,

όσοι απ’ αυτούς της λαμογιάς είναι θεραπαινίδες.


Λαμόγια και οι έμποροι του πόνου, του θανάτου

και της ελπίδας των λαών κι ας βρούνε τ’ όνομά τους.


Και του πολέμου κάπηλοι με λαμογιές πλουτίζουν,

κανόνια εμπορεύονται και συμφορές σκορπίζουν.


Λαμόγια οι χρυσοκάνθαροι και οι αξιωματούχοι,

σαν διάνοι κορδαρεύονται και θάβονται ταρτούφοι.


Λαμόγια κι οι καλόγεροι, λαμόγια οι δεσποτάδες,

θεό το χρήμα έχουνε και θέλουν τεμενάδες.


Λαμόγια είναι και αυτοί που το σοφό μας κάνουν,

αλλά σε κάθε λαμογιά και τη μιλιά τους χάνουν.


Λαμόγια είν’ οι φύλακες κι ο κάθε προϊστάμενος,

λαμόγιο θέλει να γενεί και κάθε υφιστάμενος.


Λαμόγιο είν’ ο γείτονας κι ο συγγενής κι ο φίλος

και μόνο απόμεινε πιστός ο μαλλιαρός μας σκύλος.


Με λαμογιά φιλιόμαστε, με λαμογιά πηδάμε

και του Ιούδα το φιλί ζηλεύουμε και πάμε.


Λαμόγια μας ταΐζουνε, λαμόγια μας ποτίζουν

και ύστερα με λαμογιές γιατροί μας κουλαντρίζουν.


Κι αυτοί που σπέρνουν ρουφιανιές και φέρνουν τη διχόνοια

λαμόγια είναι θλιβερά, τους πρέπει περιφρόνια.


Λαμόγιο κι ο αχάριστος που δείχνει αγνωμοσύνη

τον ευεργέτη αψηφά, δεν νοιώθει ευγνωμοσύνη.


Οι μοχθηροί, κακόβουλοι και άλλοι ψευδολόγοι,

που στήνουν τα κουτσομπολιά, είναι λαμόγια όλοι.


Λαμόγιο που ζηλοφθονεί των άλλων καλή τύχη,

χωρίς δικό τους φταίξιμο για τη δική του τύχη.


Και όσοι στήνουν διαβολές, ψευδείς κατηγορίες,

είναι λαμόγια ύπουλα, στυγνοί συκοφαντίες.


Λαμόγια όσοι οδηγούν με λαμογιές στο δρόμο

και σπέρνουνε το θάνατο, τη φρίκη και τον τρόμο.


Λαμόγια κι οι αργόμισθοι και οι πολυθεσίτες,

κλέβουν ψωμί των άνεργων κι από τους νεανίτες.


Λαμόγια τρών’ αγλέουρα, χορεύουν και πηδάνε,

μα τα λαμόγια Αγιάννηδες στις φυλακές περνάνε.


Λαμόγια όσοι φυλακές τις πιο μεγάλες χτίζουν,

μα τα εγκλήματα θωρούν και δεν τα περιορίζουν.


Λαμόγια είναι τα σχολειά, γιατί κι εκεί μαθαίνεις

από λαμόγια λαμογιές πως η ζωή μας γέμει.


Λαμόγιο η τηλεόραση· αντί να μας φωτίζει,

μας συσκοτίζει το μυαλό και λαμογιές σκαλίζει.


Λαμόγια κι όσοι φαίνονται προστάτες του ελέους,

χωρίς ν’ ανοίγουν το πουγκί· μοιάζουν με Φαρισαίους.


Λαμόγια κι όσοι ασεβείς αγίους βλαστημάνε,


όμως σε κάθε λαμογιά βοήθεια τους ζητάνε.


Λαμόγια πάν’ στην εκκλησιά, λαμόγια ευλογάνε

κι απ’ την πολλή τη λαμογιά και οι θεοί γελάνε.


Κι όσοι εικόνες προσκυνούν μόνο για θεαθήναι,

με Ιησουΐτες μοιάζουνε κι αυτοί λαμόγια είναι.


Λαμόγιο κι ο φιλάργυρος, με τσιγγουνιά πλουταίνει

κι οι κληρονόμοι χαίρονται, όταν αυτός πεθαίνει.


Λαμόγιο γίνηκε ο παπάς, λαμόγιο και ο διάκος

κι όλοι σκαρώνουν λαμογιές κι ο σατανάς κι ο γάτος.


Λαμόγια είναι ιερείς, που στ’ όνομα Κυρίου

μεταποιούνε τους ναούς σε οίκους εμπορίου.


Κι όσοι με χρήμα εκτιμούν τα θεία μας μυστήρια

λαμόγια ανάξια κρίνονται από τη Σιμωνία.


Λαμόγια οι καυχησιάρηδες, με ξυπασιά κομπάζουν,

στη ζήση κατατρύχονται και μας παραμυθιάζουν.


Αλί και στους υποκριτές που ’ναι τρανά λαμόγια,

τους άλλους κατακρίνουνε, μα τις πομπές τους κρύβουν,

γι’ αυτό τους έκραξε ο Χριστός με πικραμένα λόγια.


Λαμόγια κι οι χαιρέκακοι στην ξένη δυστυχία

και που λυπούνται σαν θωρούν στους άλλους ευτυχία.


Λαμόγια κι όσοι άφρονες ρυπαίνουνε τη φύση,

τη χαλασιά απεργάζονται, το τέλος του πλανήτη.


Λαμόγια κλέβουν τα λεφτά απ’ τους ασφαλισμένους

και σύνταξη θα δίνουνε εις τους αποθαμένους.


Λαμόγια και οι κόλακες, τους άλλους κανακεύουν,

με ψεύτικα παινέματα και ισχυρούς πλανεύουν.


Κι οι χρυσοθήρες στη ζωή με λαμογιές πλουτίζουν,

όμως πεθαίνοντας κι αυτοί τα φάσκελα κερδίζουν.


Λαμόγια κι οι πολιτικοί που λαμογιές σχεδιάζουν,

με τιποτένιους κολλητούς και φαύλους συνταιριάζουν.


Λαμόγια κι οι αδίστακτοι και πλάνοι δημοκόποι,

που ξεγελάνε τους λαούς και βγαίνουν καιροσκόποι.


Λαμόγια όσοι πολεμούν και όλοι οι σταυροφόροι,

που για θρησκείες τάχατες γυρνούν πλιατσικολόγοι.


Και το Χριστό σταυρώσανε λαμόγια θεομπαίχτες,

που στο ναό φραγγέλωσε και στα καυτά «Οαί» Του.


Λαμόγια είναι οι λαοί κι αυτών οι κυβερνήτες,

θεριών αγέλες μοιάζουνε με οδηγούς τους γύπες.


Λαμόγια και οι κάπηλοι των ιδεών του κόσμου,

βάζουν στην έχθρητα λαούς, γινόνται αδελφοκτόνοι.


Λαμόγια και οι έμποροι των όπλων του θανάτου,

που τα μοιράζουν στους λαούς, σκορπούν τη συμφορά τους.


Λαμόγια όσοι γιατρικά στέλνουν στους εμπολέμους

κι όμως δεν εμποδίζουνε τη φρίκη του πολέμου.


Λαμόγια όσοι κυνηγούν πολέμου εγκληματίες

κι οι ίδιοι στήνουν πιο στυγνές του κόσμου θηριωδίες.

……………………………………………………………………………

Από λαμόγια φεύγουμε και σε λαμόγια πάμε

και μας κερνάνε λαμογιές και λαμογιές μασάμε.


Παντού λαμόγια συναντάς και λαμογιές πουλάνε

κι από την τόση λαμογιά μένει βρωμιά να φάμε.


Η λαμογιά μας βρώμισε και πάμε να σωθούμε

σε μοναστήρια λαμογιάς, για να συγχωρεθούμε.


Κάθε λαμόγιο έρχεται και λέμε πως σωθήκαμε,

μα γρήγορα κατέχουμε πως αποβρωμισθήκαμε.


Τέτοια πληθώρα λαμογιάς η γη δεν τη χωράει,

ούτε προφταίνει ο Θεός για να τη συγχωράει.


Ποιος θα σώσει αυτό τον κόσμο

από της λαμογιάς την κόπρο;

Ποιος θα σώσει αυτή τη χώρα

από τα λογής – λογής λαμόγια;

Ποιος την πλάση θ’ απαλλάξει

από της λαμογιάς τα πάθη;

Ποιος θα σώσει τον πλανήτη

από κάθε λαμογιάς αγύρτη;


Τίποτα δεν απόμεινε στον κόσμο τον παράλογο

και γλυτωμό δεν έχουμε στης λαμογιάς το μπάχαλο.


Η λαμογιά μας μόλυνε και λαμογιές ζητάμε,

γιατί μονάχα λαμογιές στη ζήση μας περνάνε.


Λαμόγια κλαίνε τους νεκρούς, λαμόγια τους κηδεύουν

και ύστερα με λαμογιές πολλοί τους λιβανίζουν.


Λαμόγιο είναι η ζωή, λαμόγιο κι η κηδεία,

γιατί δεν κάνουν διάκριση σε λαμογιά καμία.


Κι όσα λαμόγια με χρυσά κηδεύονται στολίδια,

θα ξεχαστούνε και αυτοί, τους τρώνε τα σκουλήκια.


Κι εσύ, λαμόγιο αν βρεθείς σε τούτες τις αράδες,

μη πικραθείς και λυπηθείς και μη κακοκαρδίσεις·

προσπάθησε να γιατρευτείς, γαλήνια για να ζήσεις.


Όταν πεθάνω, κάφτε με, μήπως και ξεμυρίσω,

σκορπίστε και τη στάχτη μου, να μη ξαναγυρίσω!

_________________

* Η λέξη «λαμόγιο» προέρχεται από την ιταλική λέξη «la mogio», που σημαίνει τον ασθενή ή καταβεβλημένο και μεταφορικώς στην ελληνική φρασεολογία τον αντικοινωνικό και γενικώς τον ηθικά ξεπεσμένο άνθρωπο.

separator


Β΄ ΛΟΓΟΣ (Ο ΚΑΛΟΣ)

Μ Α Κ Α Ρ Ι Σ Μ Ο Ι

«Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι ὡς ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τέλειός ἐστιν»

(Ματθ. Ε΄48)


Επί του όρους ομιλία του ΙησούΣτον κόσμο τον απρόβλεπτο αυτοί ’ναι ζηλεμένοι,

που ’χουνε πλούτη ψυχικά και είν’ ευλογημένοι.


Μακάριοι κάνουν το καλό, γιατί σ’ αυτό πιστεύουν

και όχι από το φόβο τους σ’ όποιον θεό λατρεύουν.


Μακάριοι οι ελεήμονες και λυτρωτές οδύνης

γιατί ’ναι αγγελική χαρά σ’ άλλους χαρά να δίνεις.


Μακάριοι οι ειρηνευτές, που διώχνουν τη διχόνοια

και συμφιλιώνονται λαοί, σωπαίνουν τα κανόνια.


Μακάριοι οι ταπεινόφρονες, γιατί αυτοί γνωρίζουν

στην πλανεμένη μας ζωή πως όλοι μας αξίζουν.


Κι οι πράοι είναι ευτυχείς και ζούνε με γαλήνη,

ποτέ τους δεν οργίζονται και φέρνουν την ειρήνη.


Κι όσοι δουλεύουν το καλό και το κακό ξορκίζουν,

έχουνε θεία φώτιση και τη ζωή στολίζουν.


Μακάριοι οι μετριόφρονες που έντιμα πρωτεύουν

και που δεν νοιάζονται γι’ αυτό την τύχη να παινεύουν.


Ευδαίμονες οι ζηλωτές θαυμάσιων ινδαλμάτων,

γιατί μετέχουν ευγενών κι εξόχων αθλημάτων.


Μακάριοι κι οι αμόλευτοι από τις αμαρτίες,

είν’ η καρδιά τους καθαρή κι αγνή χωρίς κακίες.


Κι ο ταπεινός είν’ ευτυχής, χωρίς αλαζονεία,

έχει αγαθή σεμνότητα, καρδιά με νηνεμία.


Ευδαίμονες κι οι άδολοι που ζουν με καλοσύνη

και είναι απονήρευτοι, γεμάτοι αγαθοσύνη.


Μακάριοι μ’ εγκαρτέρηση κι υπομονή μεγάλη,

κακοτυχίες ξεπερνούν και ξαναρχίζουν πάλι.


Μακάριοι όσοι πάσχουνε να μοιάσουν στο θεό τους,

πέρασμα θα ’χουν φωτεινό στις διαδρομές του σκότους.


Κι όσοι αλλήλους αγαπούν και ζουν αδελφωμένοι,

ευλογημένοι δυο φορές και τρισευτυχισμένοι!


Όσοι ενάρετοι τιμούν ηράκλεια μονοπάτια,

είναι λυχνάρια φωτεινά, της ζήσης σκαλοπάτια.


Κι όσοι στα πέρατα της γης τηρούν δικαιοσύνη,

μοιάζουν με σέλας της ψυχής και ξόρκια σκοτοδίνης.


Κι όσοι στις δύσκολες στιγμές τους άλλους συμπονούνε,

μοιάζουν αστέρες λαμπεροί που μάγους οδηγούνε.


Καλότυχοι ’ναι στη ζωή που έντιμα πλουτίζουν,

χαλούν τα πλούτη σαν θνητοί και δεν τα θησαυρίζουν.


Κι όποιοι γελούν με φρόνηση και δεν βωμολοχούνε

καλόψυχοι ’ναι στη ζωή, πολλοί τους εκτιμούνε.


Καλότυχοι όσοι λάβαρα της αρετής λατρεύουν,

είναι τ’ αλάτι της ζωή, τους άλλους σαγηνεύουν.


Καλότυχοι όσοι σέβονται τους στοργικούς γονείς τους,

την ευλογία έχουνε και χάρη στην ψυχή τους.


Καλόψυχοι που τ’ άπρεπα δεν πράττουν και δεν λέγουν·

έχουν ευγένεια στην ψυχή κι οι άλλοι τους παινεύουν.


Κι όποιος αυτά που δεν ποθεί, στους άλλους δεν τα πράττει,

είναι στολίδι της ζωής κι αντάξιος πρωτοστάτης.

separator1


Γ΄ΛΟΓΟΣ (Ο ΑΣΧΗΜΟΣ)

Η Δ Ι Α Θ Η Κ Η Μ Ο Υ

«Μακάριοι οἱ νεκροὶ… τὰ δὲ ἔργα αὐτῶν

ἀκολουθεῖ μετ’ αὐτῶν» (Ιωάννου Αποκάλ. ΙΔ΄13)

«Τν τελευτηκότα μακάριζε» (Στοβαίου Ανθολ. Γ΄79 ε΄)

«Αἱ μὲν ἡδοναὶ θνηταί, α δ’ ρεταὶ θάνατοι» (Περίανδρος)

«Κοινή γὰρ ἡ τύχη καὶ τὸ μέλλον ἀόρατον» (Ισοκρ. προς Δημόν.)


Χριστός ΑνέστηΗ στερνή μου θέληση είναι σαν αποθάνω

να’πούν τραγούδια της χαράς στο ξόδι μου επάνω.


Άνθρωπος να μη λυπηθεί και δάκρυα να μη χύσει,

αφού ’ναι πεπρωμένο μας κανένας να μη ζήσει.


Να μη γινούν καλέσματα και λύπης προσκλητήρια,

ούτε στερνά αγγέλματα, θανάτου θυμιατήρια.


Να έρθουν λίγοι συγγενείς και γκαρδιακοί μου φίλοι,

να με ξεπροβοδίσουνε στο άγνωρο ταξίδι.


Να γίνει γλέντι ταπεινό, η σύναξη να μάθει

πως η θανή ’ναι λύτρωση απ’ της ζωής τα πάθη.


Οι πλούσιοι να μην έρθουνε, γιατί δεν τους τιμάει

εκείνος που ‘ναι άπληστος νεκρούς να εκτιμάει.


Μόνο φτωχοί και άδολοι, ανέμελα που ζούνε,

τα κόλλυβά-μου να γευθούν και τον καφέ να πιούνε.


Κι αν κάποιος στενοχωρηθεί, με κλάμα μη το δείξει,

κάποιο δικό του φταίξιμο στους άλλους θ’ αποδείξει.


Απ’ τη ζωή στο θάνατο είν’ ένα μονοπάτι

κι όποιος διαβαίνει δεν γυρνά να το ξαναπεράσει.


Κι όσα στη διάνοια απόχτησα, μαζί μου δεν τα παίρνω,

τ’ αφήνω μες στα τρίστρατα, στη φούρια των ανέμων.


Μα λίγα ανθρώπινα αγαθά που κέρδισα με κόπο,

κληροδοτώ στους γόνους μου, γιατί ’ναι θεία διάτα

να πορευθούνε στης ζωής τη δύσβατή τους στράτα.


Σ’ αυτό τον κόσμο που θεοί στην τύχη έχουν αφήσει,

«να ζει κανείς ή να μη ζει;» έχουν πολλοί ρωτήσει.


Μα θά ’ρθει κάποτε στιγμή με τύχη κι αμαρτία,

που θα διαλύσει ολάκερη της γης η πλαστουργία.


Καλότυχοι ’ναι οι νεκροί, στη λήθη ξαποσταίνουν,

τις πίκρες τους αφήνουνε, χαρές πια δεν προσμένουν.


Είν’ η ζωή μας όνειρο, γεμάτο παραζάλη,

που γεύεται καθένας μας τις λύπες και τα κάλλη.


Είναι ο άνθρωπος θνητός και πλάθει το θεό του

ν’ αντιπαλέψει τη ζωή στο μέτρο το δικό του.


Έχει η ζωή μας ομορφιές με χάρες και λαχτάρες

κι όποιος μεθύσει τραγουδά μ’ αγγελικές κιθάρες.


Κανείς δεν ξέρει το «γιατί» δεν είμαστε πλασμένοι

χωρίς θανή και βάσανα, να ζούμε ευτυχισμένοι.

(Θεός μας έδωσε μυαλό κι εδώ ’ναι η ευτυχία).


Μα τώρα κολαζόμαστε και λύτρωση ζητούμε

κι ένας τον άλλον αγαπά, για να ελεηθούμε.


Είναι η μοίρα μας κοινή και με αγάπη μόνο

αντάμα να περάσουμε της ερημιάς το δρόμο.


Να ’χετε φρόνιμες γιορτές, σεμνά τα πανηγύρια,

να ξεγελάτε της ζωής τ’ ανθρώπινα μαρτύρια.


Στο λογισμό σας βάλετε την πρόσκαιρη ύπαρξή μας,

να γιατρευτεί ο φόβος σας από την τελευτή μας.


Μόνο να νοιώθετε χαρά για κείνους που πεθαίνουν·

δεν γνώριζαν γιατί ’ρθανε, ούτε και πού πηγαίνουν.


Παιγνίδι ανεξήγητο έχει ο θεός σχεδιάσει

κι είν’ άγνωρο το τέλειωμα, που όλους θ’ απαλλάξει.


Τι ’ναι καλό και τι κακό, είναι μεγάλα λόγια,

γι’ αυτό δεν πρέπουν στους νεκρούς γυναίκεια μοιρολόγια.


Έχει η ζωή μας τελευτή που όλα τα σκεπάζει

και δεν μπορεί κανείς θεός αυτό να μεταλλάξει.


Βαρέθηκα το ψεύτικο ονείριασμα της ζήσης

και θά ’ρθει το ξημέρωμα την όψη του να σβήσει.


Αθανασία δεν ποθώ, αφού κανείς δεν ξέρει

τα σκοτεινά κι αδιάβατα άλλης ζωής τα μέρη.


Το χρέος μου το ξόφλησα, πρέπει να ξαποστάσω,

αφού της μοίρας μου γραφτό ήταν εδώ να φθάσω

(αφού ’ταν θείο θέλημα μέχρις εδώ να φθάσω).


Κι αν είναι μετά θάνατο μια άγνωρη κατάσταση,

που μόνο ξέρει ο θεός, θα ’ναι κοινή ανάσταση

(αφού αυτός ελέηση σε όλους θα μοιράσει).


Με γέλασε της νιότης μου η άδολη ελπίδα

και πίστεψα στα ψεύτικα του κόσμου τα στολίδια.


Μονάχος ήρθα στη ζωή και θα χαθώ μονάχος,


αφού ματαίως γεύθηκα του κόσμου της το πάθος.



Για όσα έπραξα κακά, συγχώρεση ζητάω,


άνθρωπος ήμουνα κι εγώ, τους άλλους συγχωράω.


Κι αν έκανα κάποιο καλό στο πέρασμα τ’ ονείρου,

το ’ριξα μέσα στο γιαλό, στο πλάνεμα τ’ απείρου.


Παγίδευσαν τη ζήση μου  στη μέριμνα του βίου

και τώρα θέλω ΄λεύτερο το πνεύμα μου ν’ αφήσω.


Όταν πεθάνω, κάφτε με στης γης την καταφρόνια,

να ξορκισθούνε τα στοιχειά, τ’ ανέμου τα τελώνια.


Την τέφρα μου να ρίξετε στα μέσα του πελάγου,

να σκορπισθεί στα κύματα και νέφη να την πάρουν,

(για να κριθεί στο άπειρο, στο πνεύμα των ανέμων).


Άγαλμα να μου στήσετε στης χίμαιρας τα μέρη,

να ’χω γαλήνια ξεγνοιασιά, κανείς να μη με ξέρει.

ceb4ceb9ceb1cebacebfcf83cebcceb7cf84ceb9cebacf8c10

Category: Ποιήματα
You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, or trackback from your own site.
Leave a Reply