• Tuesday, November 13th, 2012

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Η΄: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙ­ΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ

Η.1.–Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.):

1. Η περίπτωση ζ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Υποβάλλουν τις απαραίτητες αιτήσεις και συμπληρώ­νουν τα απαραίτητα έντυπα για τη χορήγηση αριθμού φορολογικού μητρώου».

2. Η περίπτωση δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μεριμνήσει για τη χορήγηση Α.Φ.Μ. στους εταίρους, όπου απαιτείται, καθώς και για την έκδοση των απαιτούμενων πιστοποιητικών φορολογικής ενημερότητας».

3. Η περίπτωση στ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μεριμνήσει, μέσω πρόσβασης στα οικεία ηλεκτρονι­κά αρχεία, για την έκδοση Α.Φ.Μ. της εταιρίας, για την αποστολή ανακοίνωσης για τη σύσταση της εταιρείας καθώς και για τα στοιχεία των εταίρων και διαχειρι­στών αυτής στους οικείους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης».

4. Η περίπτωση ζ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 3853/2010 ) αντικαθίσταται ως εξής:

«Υποβάλλουν τις απαραίτητες αιτήσεις και συμπληρώ­νουν τα απαραίτητα έντυπα για τη χορήγηση αριθμού φορολογικού μητρώου».

5. Η περίπτωση δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μεριμνήσει για τη χορήγηση Α.Φ.Μ. στους εταίρους, όπου απαιτείται, καθώς και για την έκδοση των απαιτούμενων πιστοποιητικών φορολογικής ενημερότητας».

6. Η περίπτωση ζ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μεριμνήσει, μέσω πρόσβασης στα οικεία ηλεκτρονικά αρχεία, για την έκδοση Α.Φ.Μ. της εταιρίας, καθώς και για την αποστολή ανακοίνωσης για τη σύσταση της εταιρείας και για τα στοιχεία των εταίρων, και διαχει­ριστών αυτής στους οικείους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης».

7. Η περίπτωση ζ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Υποβάλλουν τις απαραίτητες αιτήσεις και συμπληρώ­νουν τα απαραίτητα έντυπα για τη χορήγηση αριθμού φορολογικού μητρώου».

8. Η περίπτωση δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μεριμνήσει για τη χορήγηση Α.Φ.Μ. στους εταίρους, όπου απαιτείται, καθώς και για την έκδοση των απαιτούμενων πιστοποιητικών φορολογικής ενημερότητας».

9. Η περίπτωση ζ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μεριμνήσει, μέσω πρόσβασης στα οικεία ηλεκτρονικά αρχεία, για την έκδοση Α.Φ.Μ. της εταιρίας, καθώς και για την αποστολή ανακοίνωσης για τη σύσταση της εταιρείας, και για τα στοιχεία των εταίρων, και διαχει­ριστών αυτής στους οικείους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης».

10.    Το άρθρο 12 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Προτυποποιημένα καταστατικά»:

1. Για τη σύσταση των ομορρύθμων εταιριών, των ετερορρύθμων εταιριών (κάθε μορφής), των εταιριών περιορισμένης ευθύνης, των ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιρειών και των ανωνύμων εταιριών, δύναται να γίνει χρήση προτυποποιημένου καταστατικού, το οποίο συ­μπληρώνεται από τους ιδρυτές, αν πρόκειται για ομόρρυθμες εταιρίες, ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες και απλές ετερόρρυθμες εταιρίες ή από την Υπηρεσία Μιας Στάσης (συμβολαιογράφο), αν πρόκειται για εταιρία ετερόρρυθμη κατά μετοχές, εταιρία περιορισμένης ευ­θύνης, ανώνυμη εταιρία και την Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία, μόνο ως προς τα στοιχεία που διαφοροποιούν την εταιρεία από άλλες του ίδιου εταιρικού τύπου.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Αντα­γωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται το περιεχόμενο του προτυποποιημένου κατα­στατικού. Το προτυποποιημένο καταστατικό κατατίθε­ται στις Υπηρεσίες Μιας Στάσης της περίπτωσης αα’ της παρ. α΄ του άρθρου 2 εάν πρόκειται για ομόρρυθμες εταιρίες και ετερόρρυθμες εταιρίες. Αν πρόκειται για εταιρεία ετερόρρυθμη κατά μετοχές, εταιρία περιορι­σμένης ευθύνης, ανώνυμη εταιρία και ιδιωτική κεφαλαι­ουχική εταιρεία, το καταστατικό αυτό συντάσσεται από την Υπηρεσία Μιας Στάσης του άρθρου της περίπτωσης ββ’ της παρ. α του άρθρου 2. Οι Υπηρεσίες Μιας Στά­σης προβαίνουν στις ενέργειες που προβλέπονται στα άρθρα 5, 5 Α, 6, 7 του παρόντος προκειμένου να γίνει καταχώρισή του στο Γ.Ε.ΜΗ..

2. Το προτυποποιημένο καταστατικό εταιρίας:

α) Περιέχει τις απολύτως αναγκαίες σύμφωνα με τον παρόντα νόμο διατάξεις και κατά τα λοιπά παραπέμπει στις διατάξεις των οικείων νόμων.

β) Το προτυποποιημένο καταστατικό εταιρίας για κάθε τύπο εταιρίας θα είναι προσπελάσιμο από το δι­αδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ..

3. Στο μέτρο που ακολουθείται το προτυποποιημένο καταστατικό, τεκμαίρεται η νομιμότητα των διατάξεών του».

11.    Καταργείται η περίπτωση γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 197 του ν. 4072/2012 (Α’ 86).

12.    Καταργείται η περίπτωση δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 198 του ν. 4072/2012 και η περίπτωση ε’ αναριθμείται σε δ’ αντίστοιχα.

13.    Καταργείται το άρθρο 199 του άρθρου 4072/2012.

 

Η.2.– Εκμίσθωση επιβατηγών ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτων, μοτοσυκλετών και τετράκυκλων οχημάτων με οδηγό:

1. Επιτρέπεται στα τουριστικά γραφεία και στα γρα­φεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων, όπως ορίζονται στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 2 του ν.2160/1993 (Α’118), και σε εταιρείες και συνεταιρισμούς Επιβατηγών Δημόσιας Χρήσης αυτοκινήτων, που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 3109/2003 (Α’ 38) και το άρθρο 87 του ν. 4070/2012 (Α’ 82), η ολική εκμίσθωση με οδηγό μέσω προκρατήσεως με αντίστοιχη σύμβαση ελαχίστου διάρκειας δώδεκα (12) ωρών, Επιβατηγών Ιδιωτικής Χρήσης (ΕΙΧ) αυτοκινήτων απαγορευομένης της μεταφοράς επιβατών με κόμιστρο με τα αυτοκίνητα αυτά.

2. Οι οδηγοί επιβατηγών ιδιωτικής χρήσης που απα­σχολούνται σε επιχειρήσεις της περίπτωσης 1, πρέπει υποχρεωτικά:

α) Να μην έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για κα­κούργημα ή για κάποιο από τα πλημμελήματα της κλο­πής, υπεξαίρεσης, απάτης, εκβίασης, πλαστογραφίας, παραχάραξης, βαριάς σωματικής βλάβης, παράβασης των διατάξεων περί ναρκωτικών ή των διατάξεων που αναφέρονται στα ήθη.

β) Να είναι κάτοχοι άδειας οδήγησης αυτοκινήτου κα­τηγορίας Β’ σε ισχύ, για τουλάχιστον είκοσι τέσσερεις (24) μήνες πριν την έναρξη της απασχόλησής τους ως οδηγοί επιβατηγών ιδιωτικής χρήσης στις επιχειρήσεις της περίπτωσης 1.

γ) Να είναι υγιείς με βάση τις ιατρικές εξετάσεις που καθορίζονται σύμφωνα με το εδάφιο ζ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 95 του ν. 4070/2012 (Α’ 82).

Για την απόδειξη της συνδρομής των ανωτέρω προϋ­ποθέσεων, οι επιχειρήσεις της περίπτωσης 1 υποχρεούνται να τηρούν στο αρχείο τους και να επιδεικνύουν σε κάθε έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές: για τη συνδρομή του εδαφίου α’ πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης του οδηγού, για τη συνδρομή του εδαφίου β’ επικυρωμένο αντίγραφο της άδειας οδήγησης και για τη συνδρομή του εδαφίου γ’ ιατρικό πιστοποιητικό.

3. Τα επιβατηγά ιδιωτικής χρήσης οχήματα που εκμι­σθώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης 1, φέρουν τα εξής χαρακτηριστικά:

α) Είναι οχήματα άνω των 1.500 κ.εκ..

β) Εμπίπτουν στην κατηγορία εκπομπών EURO V ή μεταγενέστερη.

γ) Έχουν μέγιστο χρόνο κυκλοφορίας τα επτά (7) χρόνια από την ημερομηνία της πρώτης άδειας κυ­κλοφορίας τους, εφόσον αυτή δεν διαφέρει από την ημερομηνία κατασκευής τους πάνω από ένα χρόνο, και για τα ανοικτού τύπου τα εννέα (9) χρόνια από την κυκλοφορία τους.

4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Τουρισμού ορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις σύστα­σης και λειτουργίας των επιχειρήσεων της περίπτωσης 1 ως προς την άσκηση της δραστηριότητας αυτής, τα προσόντα των οδηγών, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

5. Επιτρέπεται η μεταφορά άνευ κομίστρου πελατών κύριων ξενοδοχειακών καταλυμάτων, όπως ορίζονται στην περίπτωση Α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 2160/1993 (Α’ 118) με επιβατηγά ιδιωτικής χρήσης οχή­ματα, είτε ιδιοκτησίας των καταλυμάτων, είτε κατόπιν χρηματοδοτικής μίσθωσης κατά τις κείμενες διατάξεις, από τα σημεία αφίξεως ή αναχωρήσεως μέχρι τις εγκα­ταστάσεις των καταλυμάτων αυτών και αντίστροφα. Επιτρέπεται στις εταιρείες και τους συνεταιρισμούς Επιβατηγών Δημόσιας Χρήσης αυτοκινήτων, που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 3109/2003 (Α’ 38) και το άρθρο 87 του ν. 4070/2012 (Α’ 82) να συνά­πτουν συμβάσεις με ολική ή μερική εκμίσθωση των ΕΔΧ αυτοκινήτων, με οδηγό, με κύρια ξενοδοχειακά καταλύ­ματα, με κόμιστρο που διαμορφώνεται με συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών για τη μεταφορά των πελατών των κύριων ξενοδοχειακών καταλυμάτων από τα ση­μεία αφίξεως ή αναχωρήσεως μέχρι τις εγκαταστάσεις των καταλυμάτων και αντίστροφα. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται διακριτικά γνω­ρίσματα και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που φέρουν τα ανωτέρω οχήματα, προκειμένου να πιστοποιείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της περίπτωσης, καθώς και άλλες σχετικές λεπτομέρειες για την εφαρμογή της περίπτωσης αυτής.

6. α) Για κάθε παράβαση των διατάξεων της περίπτω­σης 2 επιβάλλεται πρόστιμο ύψους τριακοσίων (300) ευρώ. Σε υποτροπή εντός τριετίας, επιβάλλεται πρόστι­μο ύψους εξακοσίων (600) ευρώ, σε δεύτερη υποτροπή επιβάλλεται πρόστιμο ύψους εννιακοσίων (900) ευρώ και σε κάθε επόμενη υποτροπή αφαιρείται το Ε.Σ.Λ. της επιχείρησης για χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών.

β) Για κάθε παράβαση των διατάξεων της περίπτω­σης 3 επιβάλλεται πρόστιμο ύψους χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Σε υποτροπή εντός τριετίας, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και σε δεύτερη υποτροπή αφαιρείται το Ε.Σ.Λ. της επιχείρησης για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών.

γ) Σε περίπτωση που σε διάστημα δύο (2) ετών έχει επιβληθεί δύο (2) φορές η κύρωση της αφαίρεσης του Ε.Σ.Λ., το Ε.Σ.Λ. αφαιρείται οριστικά. Με απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Τουρισμού δύνανται να τροποποιούνται τα ως άνω ποσά.

δ) Κατά των παραπάνω αποφάσεων επιτρέπεται προ­σφυγή ενώπιον της επιτροπής της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του ν. 3270/2004, όπως ισχύει.

ε) Σε περίπτωση όπου αυτοκίνητο μισθωμένο κατά τις διατάξεις της περίπτωσης 1 διενεργεί επιβατικές μεταφορές με κόμιστρο, επιβάλλονται στο νόμιμο εκ­πρόσωπο της επιχείρησης και στον οδηγό οι ποινές της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του ν. 1903/1990 (Α’ 167). Επιπλέον, ανακαλείται η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος για δύο (2) χρόνια. Για τις παραβάσεις της παρούσας περίπτωσης εφαρμόζεται η συνοπτική διαδι­κασία των άρθρων 417 και επόμενα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

 

Η.3. Διάθεση παρασκευασμάτων πρώτης βρεφικής ηλικίας:

1. Η διάθεση των παρασκευασμάτων για βρέφη, όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 1 της Υ1/Γ.Π. 47815/2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β’ 1478), γίνεται από τα φαρμακεία και τα καταστήματα λιανικής πώλησης τροφίμων, ειδών παντοπωλείου και ειδών μαζικής κατανάλωσης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Υγείας δύναται να ρυθμί­ζεται ο τρόπος διάθεσης στον τελικό καταναλωτή των ανωτέρω παρασκευασμάτων στα σημεία του προηγού­μενου εδαφίου.

2. Η παρ. 2 του άρθρου 2 της Υ1/Γ.Π. 47815/2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καταργείται.

 

Η.4.– Άρση περιορισμών στη διάθεση προϊόντων καπνού:

Στο άρθρο 2 του ν. 3730/2008 (Α’ 262) προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:

«Ειδικά στις υπεραγορές τροφίμων η τοποθέτηση προϊόντων καπνού είναι επιτρεπτή σε κλειστές προ­θήκες ευρισκόμενες εντός του καταστήματος μετά το χώρο των ταμείων, στις οποίες παρέχεται πρόσβαση με τη μεσολάβηση προσωπικού του καταστήματος, τηρουμένων των διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας».

 

Η.5.– Τροποποιήσεις στο π.δ. 340/1998 «περί επαγγέλματος Λογιστή – Φοροτεχνικού – Αδείας ασκήσεως»:

 1. Όπου στο κείμενο ή στον τίτλο του π.δ. 340/1989 (Α’ 228) αναφέρονται οι φράσεις «άδεια ασκήσεως», «ειδική άδεια ασκήσεως επαγγέλματος», «άδεια» ή «άδεια ασκή­σεως επαγγέλματος» αντικαθίστανται από τη φράση «επαγγελματική ταυτότητα».

2. Το άρθρο 4 του π.δ. 340/1989 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 4.-Χορήγηση επαγγελματικής

ταυτότητας λογιστή – φοροτεχνικού

1. Για την άσκηση του επαγγέλματος του λογιστή, φοροτεχνικού και τη χορήγηση της σχετικής επαγγελ­ματικής ταυτότητας υποβάλλεται στην Κεντρική Δι­οίκηση του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας (ΟΕΕ) ή ανάλογα με τον τόπο της επαγγελματικής του εγκατάστασης στην αρμόδια Τοπική Διοίκηση Περιφε­ρειακού Τμήματος του ΟΕΕ αναγγελία έναρξης άσκησης επαγγέλματος.

2. Στην αναγγελία έναρξης άσκησης επαγγέλματος λογιστή – φοροτεχνικού αναφέρονται τα στοιχεία ταυ­τότητας, μόνιμης κατοικίας, επαγγελματικής απασχόλη­σης και οι τίτλοι σπουδών του ενδιαφερομένου.

3. Η αναγγελία έναρξης άσκησης επαγγέλματος λο­γιστή – φοροτεχνικού συνοδεύεται υποχρεωτικά από αντίγραφα των πτυχίων, των τίτλων σπουδών ημεδαπής ή αποφάσεων ΣΑΕΠ περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων, έγγραφο έναρξης δραστηριότητας από την αρμόδια αρχή, αντίγραφο ποινικού μητρώου γενικής χρήσης, το οποίο αναζητείται υπηρεσιακά, καθώς και των απαιτουμένων εγγράφων για την απόδειξη της άσκησης επαγγέλματος από τον ενδιαφερόμενο, όπως ορίζεται στο άρθρο 15.

4. Στην περίπτωση αίτησης για τη χορήγηση επαγ­γελματικής ταυτότητας ανώτερης τάξης υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο, εκτός από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά άσκησης του επαγγέλματος του λογιστή – φοροτεχνικού και αντίγραφο του προβλεπόμενου από την περίπτωση στ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997, πιστοποιητικού παρακολούθησης επιμορ­φωτικών σεμιναρίων και αξιολόγησης του υποψηφίου.

5. Η επαγγελματική ταυτότητα λογιστή – φοροτεχνι­κού χορηγείται με απόφαση της Κεντρικής Διοίκησης ή της αρμόδιας Τοπικής Διοίκησης Περιφερειακού Τμήμα­τος του Ο.Ε.Ε. εάν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.

6. Η απόφαση της Κεντρικής Διοίκησης ή της αρμόδιας Τοπικής Διοίκησης Περιφερειακού Τμήματος του ΟΕΕ για τη χορήγηση της επαγγελματικής ταυτότητας ή για την απαγόρευση της άσκησης του επαγγέλματος του λογιστή φοροτεχνικού εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της αναγγελίας και της πλήρους υποβολής των προβλεπομένων νομίμων δικαιολογητικών. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της αναγγελίας και της πλήρους υποβολής των προβλεπομένων νομίμων δικαιολογητικών, η ταυτότητα εκδίδεται αυτόματα. Σε περίπτωση απαγόρευσης της άσκησης του επαγγέλματος λογι­στή – φοροτεχνικού, το Ο.Ε.Ε. ενημερώνει εγγράφως τον ενδιαφερόμενο, γνωστοποιώντας τους λόγους της απαγόρευσης. Το Ο.Ε.Ε. μπορεί οποτεδήποτε, ακόμη και μετά την παρέλευση τριμήνου από την αναγγελία, να απαγορεύσει την άσκηση του επαγγέλματος και να προβεί στην αφαίρεση της επαγγελματικής ταυτό­τητας, αν διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος του λογιστή – φοροτεχνικού.

7. Ο λογιστής – φοροτεχνικός υποχρεούται να υποβά­λει στο Ο.Ε.Ε., εντός του πρώτου διμήνου κάθε έτους, υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, στην οποία θα δηλώνει ότι ασκεί το επάγγελμα του λογιστή – φοροτεχνικού, ότι δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 14 του π.δ. 340/1998, ότι δεν έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παρά­πτωμα σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας λογιστών – φοροτεχνικών και ότι έχει παρακολουθήσει όλη την αναγκαία εκπαίδευση που αντιστοιχεί στο επίπεδο της επαγγελματικής του κατάταξης, η οποία παρέχεται από το Ο.Ε.Ε.. Αν ο λογιστής – φοροτεχνικός δεν καταθέσει την υπεύθυνη δήλωση εντός του πρώτου διμήνου, δεν εντάσσεται στο Μητρώο λογιστών – φοροτεχνικών του Ο.Ε.Ε. του άρθρου 11. Η πρόσβαση στο συγκεκριμένο αρχείο θα αποκαθίσταται με την κατάθεση της υπεύ­θυνης δήλωσης. Το Ο.Ε.Ε. ελέγχει το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης, ενημερώνει αυτόματα το Μητρώο Λογιστών – Φοροτεχνικών και εκδίδει ειδική πράξη σε όσους αυτοδίκαια έχουν εκπέσει λόγω της μη τήρησης της προβλεπόμενης διαδικασίας.

8. Επαγγελματική ταυτότητα λογιστή – φοροτεχνικού δεν χορηγείται σε όσους έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για αδικήματα που αναφέρονται στην παρ. 1. του άρθρου 14.

9. Η επαγγελματική ταυτότητα χορηγείται μόνο σε φυσικά πρόσωπα.

10.    Για την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας και την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης απαιτείται η κατα­βολή δικαιωμάτων υπέρ του Ο.Ε.Ε, το ύψος των οποίων καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Οικονομικών. Η ιδιότητα του μέλους του Ο.Ε.Ε. δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του λογιστή – φοροτεχνικού μετά την 1.1.2015».

3. Το άρθρο 10 του π.δ. 340/1998 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 10.- Νομικά πρόσωπα παροχής λογιστικών

 και φοροτεχνικών υπηρεσιών – Αντιπρόσωποι

1. Για τη λειτουργία νομικών προσώπων παροχής λο­γιστικών και φοροτεχνικών υπηρεσιών απαιτείται βεβαί­ωση αναγγελίας έναρξης λογιστικών και φοροτεχνικών εργασιών, η οποία χορηγείται από το Ο.Ε.Ε..

2. Για τη χορήγηση της βεβαίωσης αναγγελίας της παραγράφου 1 υποβάλλεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου αναγγελία έναρξης λειτουργί­ας επιχείρησης παροχής λογιστικών και φοροτεχνι­κών υπηρεσιών, η οποία συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα των εγγράφων ή πιστοποιητικών, από τα οποία προκύπτουν η νόμιμη σύσταση, λειτουργία και εκπροσώπηση του νομικού προσώπου.

3. Φυσικά πρόσωπα που συνδέονται με οποιαδήποτε σχέση με τα παραπάνω νομικά πρόσωπα και είναι εξουσιοδοτημένα να υπογράφουν για λογαριασμό αυ­τών πράξεις που ανάγονται στο αντικείμενο εργασιών του λογιστή φοροτεχνικού απαιτείται να είναι κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή – φοροτεχνικού.»

4. Το άρθρο 11 του π.δ. 340/1998 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 11.- Μητρώο Λογιστών – Φοροτεχνικών και Νομικών Προσώπων Παροχής Λογιστικών και Φοροτεχνικών Υπηρεσιών

1. Στο Ο.Ε.Ε. τηρείται μητρώο φυσικών προσώπων κατόχων επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή – φο­ροτεχνικού κατά τάξεις, το οποίο ενημερώνεται κάθε έτος μετά την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης της παραγράφου 7 του άρθρου 4, καθώς και μητρώο των νομικών προσώπων παροχής λογιστικών και φοροτεχνι­κών υπηρεσιών, με μνεία του αριθμού βεβαίωσης που τους έχει χορηγηθεί και των στοιχείων του άρθρου 10.

2. Τα Μητρώα Λογιστών – Φοροτεχνικών και Νομι­κών Προσώπων Παροχής Λογιστικών και Φοροτεχνικών Υπηρεσιών του Ο.Ε.Ε. διασυνδέονται με τα αρχεία των λογιστών που μπορούν να υποβάλουν ηλεκτρονικά δη­λώσεις στα συστήματα του Υπουργείου Οικονομικών».

5. Στην περίπτωση α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του π.δ. 340/1998 μετά τη λέξη πλαστογραφία προστί­θενται οι λέξεις «υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, χρήση υφαρπαχθείσης ψευδούς βεβαίωσης».

6. Το άρθρο 16 του π.δ. 340/1998 καταργείται μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από τη δημοσίευση του παρόντος. Οι άδειες ασκήσεως επαγγέλματος λογιστή – φοροτεχνικού εκδοθείσες που εκδόθηκαν με το άρθρο 16 π.δ. 340/1998 εξακολουθούν να ισχύουν.

 

Η.6.– Συμπλήρωση διατάξεων των Νόμων 1906/1990, 3614/2007 και 4070/2012:

1. α. H υποπαράγραφος α’ της παραγράφου 4 του άρ­θρου 10 του ν. 1906/1990 (Α’ 157) αντικαθίσταται ως εξής:

«α. Οι υφιστάμενες διεθνείς τακτικές λεωφορειακές γραμμές μεταξύ Ελλάδας και χωρών που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατηρούνται έως τις 30.6.2013.    Ειδικά οι διεθνείς τακτικές λεωφορειακές γραμμές μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας διατηρούνται έως τις 31.12.2012».

β. Οι άδειες που έχουν εκδοθεί ή τροποποιηθεί μετά τη θέση σε ισχύ της παραγράφου 15 του άρθρου 185 του ν. 4070/2012 (Α’ 82) για τις διεθνείς τακτικές λεωφορειακές γραμμές μεταξύ Ελλάδας και χωρών που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατηρούνται σε ισχύ μέχρι τις 30.6.2013. Ειδικά οι άδειες για διεθνείς λεωφορειακές γραμμές μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας διατηρούνται έως τις 31.12.2012.

γ. Οι διατάξεις των ανωτέρω υποπεριπτώσεων α’ και β’ ισχύουν αναδρομικά από 10.10.2012.

2. α. Το εδάφιο β’ της παραγράφου 10 του άρθρου 25 του ν. 3614/2007 (Α’ 267), που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 242 του ν. 4072/2012, αντικαθίσταται ως εξής:

«β. Στις συγχρηματοδοτούμενες συμβάσεις δημοσίων έργων που έχουν προκηρυχθεί χωρίς πρόβλεψη χορή­γησης προκαταβολής στη διακήρυξη ή με πρόβλεψη προκαταβολής μικρότερης του δέκα τοις εκατό (10%), δύναται να χορηγείται στον ανάδοχο προκαταβολή, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 51 του ν. 3669/2008, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του ολικού ποσού της σύμβασης (χωρίς αναθεωρήσεις και ΦΠΑ), έναντι ισόποσης εγγυητικής επιστολής».

β. Στο τέλος της παραγράφου 10 του άρθρου 25 του ν. 3614/2007 προστίθεται εδάφιο γ’ ως ακολούθως:

«γ. Τα ανωτέρω εδάφια α’ και β’ αφορούν και τα συγχρηματοδοτούμενα έργα που ανατίθενται από τους ΟΤΑ α’ βαθμού και τα νομικά τους πρόσωπα και κατι­σχύουν κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης για τους φορείς αυτούς».

3. Το άρθρο 141 του ν. 4070/2012 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 141.- Οι βεβαιώσεις εγγραφής των εγγεγραμμένων επι­χειρήσεων στις τάξεις 3η έως και 7η του Μητρώου Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ.) της Γενικής Γραμ­ματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δι­κτύων, οι οποίες έχουν ημερομηνία λήξης από 1.7.2012 έως 30.6.2013 ή έχουν πάρει παράταση, σύμφωνα με το άρθρο 141 του ν. 4070/2012 έως τις 31.12.2012, παρατείνονται μέχρι 30.6.2013, εφόσον οι επιχειρήσεις υποβάλλουν σχετικό αίτημα έως και εξήντα (60) ημέρες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ή έχουν υποβάλει στην Υπηρεσία τήρησης του Μ.Ε.ΕΠ. αίτηση αναθεώρησης. Η υπηρεσία τήρησης του Μ.Ε.ΕΠ. θέτει σημείωση επί της βεβαίωσης εγγραφής της εταιρείας για τη χορηγηθεί- σα παράταση. Βεβαιώσεις εγγραφής χωρίς τη σχετική σημείωση λήγουν κατά τις ισχύουσες διατάξεις».

4. Οι εισφορές που από την ισχύουσα νομοθεσία υπολογίζονταν σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί της συνομολογούμενης ή της νομίμου αμοιβής των μη­χανικών δεν εισπράττονται εφεξής υπέρ του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (Τ.Ε.Ε.). Επίσης, ποσοστό δύο επί τοις χιλίοις (2%ο) εκ των καταβαλλόμενων ποσών στους αναδόχους για την εκτέλεση δημοσίων έργων, όπως προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία παύει να αποτελεί πόρο του Τ.Ε.Ε.. Κάθε άλλη αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη παύει να ισχύει.

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Θ΄: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

Θ.1.– Θέματα Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων:

1. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 7 του π.δ. 432/1981 (Α’ 118) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Η Επιτροπή Ερευνών μετά από έγκριση της Συγκλή­του του Πανεπιστημίου ή της Συνέλευσης του Τ.Ε.Ι. δύναται να αποδίδει στον προϋπολογισμό του αντίστοιχου Α.Ε.Ι. ποσοστό έως σαράντα τοις εκατό (40%) του αδιά­θετου αποθεματικού για την κάλυψη των λειτουργικών του αναγκών.»

2. α.   Η παράγραφος 2 του άρθρου μόνου του ν.δ. 3883/1958 (Α’ 181) «Περί μειώσεως της προσθέτου φορο­λογίας του άρθρου 8 του Α.Ν. 788/1948 και επεκτάσεως ταύτης επί πάντων των εκ του εξωτερικού εισαγομένων εις την χώραν εμπορευμάτων», αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Τα εκ της κατά την παράγραφο 1 έσοδα φορολο­γίας αποδίδονται στον Κρατικό Προϋπολογισμό».

β. Η ισχύς της παρ. 2 του άρθρου μόνου του ν.δ. 3883/1958, όπως αντικαταστάθηκε με την προηγούμενη υποπερίπτωση, αρχίζει από την 1η Ιουλίου 2012.

 

Θ.2.– Προκήρυξη διαγωνισμού για τους εκπαιδευτικούς, Μεταθέσεις εκπαιδευτικών και Επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών:

1. α. Η παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3848/2010 ( Α’ 71) με τίτλο «Αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού – καθι­έρωση κανόνων αξιολόγησης και αξιοκρατίας στην εκ­παίδευση και λοιπές διατάξεις», τροποποιείται ως εξής:

«1. Το Α.Σ.Ε.Π. προκηρύσσει και διενεργεί κάθε τρία (3) έτη διαγωνισμό για την κατάρτιση πίνακα κατάταξης εκπαιδευτικών κατά κλάδο και ειδικότητα με σκοπό το διορισμό ή την πρόσληψή τους στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ύστερα από αίτημα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, το οποίο διαμορφώνεται ανάλογα με τις εκπαιδευτικές ανάγκες».

β. Το στοιχείο δ’ της παραγράφου 10 και η παρ. 14 του άρθρου 9 του ν. 3848/2010 καταργούνται.

2. Το στοιχείο α’ της παρ. 1 του Κεφαλαίου β’ του άρθρου 16 του ν. 1566/1985 αντικαθίσταται ως εξής:

«(α) Για το συμφέρον της εθνικής οικονομίας και την ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος και με δαπάνη του Δημοσίου από Διεύθυνση σε Διεύθυνση Εκπαίδευ­σης, από σχολείο σε σχολείο σε όλη την επικράτεια ανε­ξαρτήτως βαθμίδας εκπαίδευσης και οργανικής θέσης με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού σε περιπτώσεις υπεραριθ- μίας. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, ορίζονται η διαδικασία και τα κριτήρια, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα έτη προϋπηρεσίας, η οικογενειακή κατάσταση και άλλα, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη δι­ενέργεια των μεταθέσεων».

3. Διατηρείται η εγγραφή σε επετηρίδα ιδιωτικών εκ­παιδευτικών για τα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτερο­βάθμιας εκπαίδευσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 682/1977 (Α’ 244).

 

Θ.3. Άδεια ιδιωτικού Σχολείου πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου δια βίου μάθησης επιπέδου ΕΝΑ και Κέντρου δια βίου μάθησης επιπέδου ΔΥΟ:

1. Άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτε­ροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου και Ιδιωτικού Ινστι­τούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), χορηγεί­ται σε φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα και ενώσεις προσώπων, με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2. α) Άδεια Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο, Φροντι­στηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών χορηγείται σε φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με από­φαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Οργα­νισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.), η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

β) Το πρώτο εδάφιο του στοιχείου 1 της παραγράφου 6    του άρθρου 10 του ν. 3879/2010 (Α’ 163), αντικαθίσταται ως εξής:

«Φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώ­πων και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) παρέχουν υπηρεσίες μη τυπικής εκπαίδευσης και κα­τάρτισης ως Κέντρα Δια Βίου Μάθησης.»

γ) Τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης διακρίνονται σε Κέ­ντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο, του επιπέδου εξαρτώμενου από την κτηριολογική υποδομή.

3. Οι ανωτέρω άδειες χορηγούνται εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και η λειτουργία των μονάδων εκπαίδευσης και κατάρτισης αρχίζει το επόμενο σχολικό έτος.

4. Σε φυσικό πρόσωπο χορηγείται άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευ­σης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέ­δου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

(α) έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του,

(β) έχει μόνιμη εγκατάσταση σε κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

(γ) δεν έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. και κληρικού,

(δ) είναι ασφαλιστικά και φορολογικά ενήμερο,

(ε) δεν έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και δεν έχει καταθέσει αίτηση για κήρυξή του σε κατάσταση πτώχευσης,

(στ) δεν έχει καταδικαστεί ή παραπεμφθεί με τελε­σίδικο βούλευμα σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 9 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α’ 26), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει,

(ζ) δεν έχει απολυθεί από θέση δημόσιου υπαλλήλου ή ιδιωτικού εκπαιδευτικού ή διδάσκοντος στα φροντιστή­ρια ή κέντρα ξένων γλωσσών, για λόγους πειθαρχικούς ή για ανεπάρκεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του και

(η) δεν του έχει επιβληθεί η διοικητική κύρωση της ανάκλησης της άδειας ίδρυσης ή της άδειας λειτουρ­γίας για ίδιο ή άλλο ιδιωτικό φορέα εκπαίδευσης και κατάρτισης την τελευταία δεκαετία.

5. Σε νομικό πρόσωπο και Ν.Π.Δ.Δ. χορηγείται άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθ­μιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθη­σης Επιπέδου Δύο, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

(α) η καταστατική έδρα του βρίσκεται σε χώρα κρά­τος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

(β) ο σκοπός του, σύμφωνα με το καταστατικό του, αφορά και στην παροχή υπηρεσιών εκπαίδευσης και κατάρτισης,

(γ) οι μέτοχοι ή εταίροι του δεν έχουν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. και κληρικού,

(δ) είναι ασφαλιστικά και φορολογικά ενήμερο,

(ε) δεν έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και δεν έχει καταθέσει αίτηση για κήρυξή του σε κατάσταση πτώχευσης,

(στ) δεν του έχει επιβληθεί η διοικητική κύρωση της ανάκλησης της άδειας ίδρυσης ή της άδειας λειτουρ­γίας για ίδιο ή άλλο ιδιωτικό φορέα εκπαίδευσης και κατάρτισης την τελευταία δεκαετία και

(ζ) ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου πρέ­πει να πληροί τις προϋποθέσεις των στοιχείων γ’, δ’, ε’, στ’, ζ’ και η’ της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.

6. Άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευ­τεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστι­τούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών χορηγείται σε ενώσεις προσώπων, εφό- σον για τα φυσικά πρόσωπα συντρέχουν οι προϋποθέ­σεις της παραγράφου 4 και για τα νομικά πρόσωπα οι προϋποθέσεις της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου.

7. Η ένωση προσώπων ορίζει υπεύθυνο κατά νόμο στο πρόσωπο του οποίου πρέπει να συντρέχουν οι προϋπο­θέσεις των στοιχείων α’, β’, γ’, δ’, ε’, στ’, ζ’ και η’ της περίπτωσης 4 της παρούσας υποπαραγράφου.

8. Για την κτιριολογική υποδομή των ιδιωτικών σχο­λείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, των Κολλεγίων, των ιδιωτικών Ινστιτούτων Επαγγελμα­τικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), των Κέντρων Δια Βίου Μάθη­σης Επιπέδου Δύο ανά κτιριολογική μονάδα (αυτοτελές κτίριο ή όροφος σε πολυώροφο κτίριο), απαιτείται:

α) το κτίριο να έχει ισχύουσα πολεοδομική άδεια χρή­σης εκπαιδευτηρίου, β) επαρκής και ομοιόμορφος τεχνητός φωτισμός και εξαερισμός στις περιπτώσεις υπόγειων χώρων που χρη­σιμοποιούνται για βοηθητικοί χώροι, καθώς και χώροι εργαστηρίων και βιβλιοθηκών, γ) ελάχιστο εμβαδόν αίθουσας διδασκαλίας δεκαπέ­ντε (15) τετραγωνικά μέτρα και ενάμιση (1,5) τετραγωνικό μέτρο ανά εκπαιδευόμενο στις αίθουσες διδασκαλίας, δ) δύο (2) τετραγωνικά μέτρα ανά εκπαιδευόμενο στους αύλειους χώρους. Στον αύλειο χώρο συνυπολο­γίζονται τα υπόστεγα και οι ανοιχτοί διάδρομοι, αλλά όχι τα δώματα, ε) πυροπροστασία για χρήση εκπαιδευτηρίου σύμφω­να με τις ισχύουσες διατάξεις, στ) δυνατότητα πρόσβασης σε Άτομα με Ειδικές Ανά­γκες σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, τουλάχιστον σε μία κτιριολογική μονάδα (κτήριο ή όροφο) κα ζ) στα Νηπιαγωγεία που έχουν δυναμικότητα έως εξήντα (60) νήπια δεν έχει εφαρμογή το στοιχείο α’ και το στοιχείο δ’ της παρούσης. Το κτίριο στο οποίο στεγάζονται πρέπει να διαθέτει ισχύουσα οικοδομική άδεια και την πυροπροστασία όπως αυτή ρυθμίζεται από τις σχετικές διατάξεις.

Στην παρούσα ρύθμιση εντάσσονται και τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα, τα Φροντιστήρια και τα Κέντρα Ξένων Γλωσσών τα οποία δεν υπάγονται στην περίπτωση 10 της παρούσας υποπαραγράφου.

9. Κατά παρέκκλιση του στοιχείου α’ της προηγού­μενης περίπτωσης 8, αυτοτελή κτίρια που διαθέτουν ισχύουσα οικοδομική άδεια για άλλη χρήση, δεν χρη­σιμοποιούνται ως αίθουσες διδασκαλίας ή εργαστήρια.

10.    Για την κτιριολογική υποδομή του Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα, των Φροντιστηρίων και των Κέντρων Ξένων Γλωσσών απαιτείται ανά κτιριολογική μονάδα (αυτοτελές κτήριο ή όροφος σε πολυώροφο κτήριο):

α) ισχύουσα οικοδομική άδεια, β) πιστοποιητικό πυροπροστασίας σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, γ) ο συνολικός αριθμός εκπαιδευομένων ανά ώρα να μην υπερβαίνει την αναλογία ενός ατόμου ανά τρία (3) τετραγωνικά μέτρα στο συνολικό εμβαδόν του φορέα και τον αριθμό των εβδομήντα πέντε (75) εκπαιδευό­μενων,

δ) ενάμισι (1,5) τετραγωνικό μέτρο ανά εκπαιδευόμενο στις αίθουσες διδασκαλίας, ε) επαρκής και άμεσος φυσικός φωτισμός και αερι­σμός, στ) ένα (1) WC ανά τριάντα (30) εκπαιδευόμενους, ζ) ελάχιστο εμβαδό αίθουσας διδασκαλίας δώδεκα (12) τετραγωνικά μέτρα και η) βεβαίωση δύο μηχανικών περί της στατικής επάρ­κειας του κτηρίου ως προς το μέγιστο προβλεπόμενο πληθυσμό».

11.    Η άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέ­ντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών τροποποιείται μετά από αίτηση, σύμφωνα με τη διαδικασία που απαιτείται για τη χορήγηση αυτής.

Αιτήσεις για τροποποίηση της άδειας υποβάλλονται άπαξ ετησίως έως την 30ή Απριλίου εκάστου έτους για το επόμενο διδακτικό έτος.

12.    Οι ανωτέρω φορείς εκπαίδευσης υποχρεούνται, επί ποινή ανάκλησης αυτής της άδειας, να ενημερώνουν εγγράφως την αρχή που χορηγεί την άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευ­σης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέ­δου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, για κάθε μεταβολή των προϋποθέσεων χορήγησής της ή συνδρομής ασυμβίβαστων ιδιοτήτων.

13.    Για τη χορήγηση της άδειας ιδιωτικού σχολεί­ου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κα­τάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), ο Εθνικός Οργανισμός Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.) διατυπώνει γνώμη προς τον Υπουργό Παι­δείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του ισχύοντος Οικοδομικού Κανονισμού. Εφόσον διαπιστωθούν κτιριολογικές διαφοροποιήσεις, ο Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π. τις γνω­στοποιεί στον ιδιοκτήτη, ο οποίος εντός τριάντα (30) ημερών οφείλει να συμμορφωθεί. Για τη διατύπωση γνώμης κατατίθεται χρηματικό ποσό υπέρ του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελ­ματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.), το ύψος του οποίου καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Παιδεί­ας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών της παραγράφου 18 του παρόντος.

14.    α. Οι άδειες των περιπτώσεων 1 και 2 επικαιροποιούνται ετησίως με τη διαδικασία της αναγγελίας του δεύτερου και τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3919/2011 (Α’ 32), με την προσκόμιση των κάτωθι:

i) Δήλωση του ν. 1599/1986 (Α’ 75) περί μη μεταβολής των προϋποθέσεων χορήγησης της άδειας των παρα­γράφων 4, 5 και 6 και των κτιριολογικών προδιαγραφών των παραγράφων 8, 9 και 10 του παρόντος. Εφόσον έχουν επέλθει μεταβολές στις προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας με την αναγγελία κατατίθεται όλη η σχετική τεκμηρίωση.

ii)    Φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, όπου αυτή απαιτείται για την έκδοση της άδειας.

iii)   Πιστοποιητικό περί μη πτώχευσης ή περί μη υπο­βολής αίτησης για κήρυξη σε κατάσταση πτώχευσης, όπου αυτή απαιτείται για την έκδοση της άδειας.

β. Η αναγγελία υποβάλλεται έως την 31η Μαΐου εκάστου έτους.

15.    Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρη­σκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, καθορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη χορήγηση, την τροποποίηση και την επικαιροποίηση άδειας ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευ­σης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέ­δου Ένα, Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών σε φυσικά, νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων και Ν.Π.Δ.Δ. και ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα.

16.    Κατά την υποβολή της αίτησης για τη χορήγηση της άδειας Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγ­γελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μά­θησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών υποβάλλονται και τα προγράμματα σπου­δών προς έγκριση. Η διαδικασία της εγκρίσεως των προγραμμάτων σπουδών καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού.

17.    Αναπόσπαστο στοιχείο όλων των ανωτέρω αδειών αποτελεί και ο διακριτικός τίτλος.

18.    Για τη χορήγηση άδειας σε φυσικά, νομικά πρόσω­πα, ενώσεις προσώπων και Ν.Π.Δ.Δ. την τροποποίηση και την επικαιροποίηση αυτής απαιτείται παράβολο –ή χρηματικό ποσό για τους φορείς που αδειοδοτούνται από τον Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π–. το ποσό του οποίου καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμά­των, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

Θ.4.– Ανάκληση αδείας:

 1. Η άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευ­τεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστι­τούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, ανακαλείται με απόφαση της αρχής που εκδίδει την άδεια στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) αν έπαυσαν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορή­γησής της ή συντρέξουν οι ασυμβίβαστες ιδιότητες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου,

(β) εάν συντρέξει παραβίαση των όρων της χορηγηθείσας άδειας ή παράβαση των διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία των εκπαιδευτικών φορέων των περιπτώ­σεων 1 και 2 του παρόντος, ακόμα και αν πρόκειται για αβλεψία ή παράλειψη κατά τη διαδικασία του ελέγχου για τη χορήγηση της άδειας,

(γ) με αίτηση του κατόχου της άδειας. Στην περίπτωση αυτή η άδεια ανακαλείται μετά το πέρας του διδακτι­κού έτους ή του εξαμήνου εκπαίδευσης ή κατάρτισης, ανάλογα με τη διάρθρωση του προγράμματος σπουδών του φορέα.

2. Χορηγηθείσα άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθ­μιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιω­τικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, ανακαλείται αυτοδικαίως εφόσον ο εκπαιδευτικός φορέας δεν λειτουργήσει εντός δύο (2) ημερολογιακών ετών.

3. Στο φυσικό πρόσωπο, νομικό πρόσωπο, ένωση προ­σώπων ή Ν.Π.Δ.Δ. η άδεια των οποίων ανακαλείται ως διοικητική κύρωση, δεν χορηγείται εκ νέου άδεια για φορέα εκπαίδευσης των περιπτώσεων 1 και 2 της υποπαραγράφου Θ.1. της παρούσας παραγράφου ή άλλης μορφής για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών.

 

Θ.5.– Μεταβίβαση αδειών ιδιωτικού Σχολείου πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΙΕΚ), Κέντρου δια βίου μάθησης επιπέδου ΕΝΑ και Κέντρου δια βίου μάθησης επιπέδου ΔΥΟ:

1. Επιτρέπεται η μεταβίβαση της άδειας ιδιωτικού σχο­λείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσ­σών, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο εφόσον –τόσο το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο, η ένωση προσώπων ή το Ν.Π.Δ.Δ. που μεταβιβάζει την άδεια, όσο και το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η ένωση προσώπων ή το Ν.Π.Δ.Δ. όπου μεταβιβάζεται η άδεια– έχει τις κατά νόμο προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας.

2. Η μεταβίβαση εγκρίνεται από το αρμόδιο για τη χο­ρήγηση της άδειας όργανο. Για την έγκριση της μεταβί­βασης απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης, συνοδευόμενη από τη σύμβαση μεταβίβασης, και τον τελευταίο ισολογισμό του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος την άδεια, καθώς και κάθε άλλο απαραίτητο έγγραφο που αποδεικνύει την πλήρωση, των προϋποθέσεων της περίπτωσης 1 της παρούσας υποπαραγράφου.

3. Κατά τη διαδικασία μεταβίβασης διατυπώνεται γνώ­μη από τον Εθνικό Οργανισμό Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.), όπου απαιτείται, της περίπτωσης 13 της υποπαραγράφου Θ.5. της παρούσας παραγράφου.

4. Η ως άνω αίτηση για έγκριση μεταβίβασης, συνοδεύ­εται από παράβολο ή χρηματικό ποσό για τους φορείς που αδειοδοτούνται από τον Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π., το ποσό του οποίου καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Παι­δείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών.

5. Απαγορεύεται ρητά η εκμίσθωση των αδειών των περιπτώσεων 1 και 2 της υποπαραγράφου Θ.15 της πα­ρούσας παραγράφου από τον ιδιοκτήτη ή τους κληρο­νόμους αυτού.

6. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευ­μάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, καθορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτούνται να συνυποβάλονται για τη μεταβίβαση και ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα.

 

Θ.6.– Συστέγαση μονάδων εκπαίδευσης και κατάρτισης:

1. Η συστέγαση, καθώς και η από κοινού προβολή, αναγγελία, γνωστοποίηση, διαφήμιση ή επιγραφή των μονάδων εκπαίδευσης και κατάρτισης που αδειοδοτούνται σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν επιτρέπεται εάν προκαλείται σύγχυση ή κίνδυνος σύγχυσης ή παραπλάνηση των καταναλωτών σχετικά με τον πάροχο των επί μέρους εκπαιδευτικών υπηρεσιών και το είδος, το επίπεδο και τον απονεμόμενο τίτλο των παρεχόμενων σπουδών.

2. Οι κτηριακές εγκαταστάσεις και το σύνολο των λοι­πών υποδομών των ιδιωτικών σχολείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, των Κολλεγίων, των Κέντρων Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου ‘Ένα, των Κέντρων Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και των Ιδιωτικών Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), δύναται να χρησιμοποιούνται σε χρόνους εκτός διδακτικού ωραρίου για την παροχή άλλων υπηρεσιών εκπαίδευσης και κατάρτισης.

 

Θ.7. Κολλέγια:

1. Η παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3696/2008 (Α’177), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010 (Α’71), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Τα κολλέγια είναι πάροχοι υπηρεσιών μη τυπικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης και κατάρτισης που παρέ­χουν κατ’ αποκλειστικότητα σπουδές βάσει συμφωνιών πιστοποίησης (validation), δικαιόχρησης (franchising) με ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής, ανα­γνωρισμένα από τις αρμόδιες αρχές στη χώρα που εδρεύουν, οι οποίες οδηγούν σε πρώτο πτυχίο (bathelor) τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης, ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών. Επίσης, περιλαμβάνο­νται στη συγκεκριμένη κατηγορία (κολλέγια) πάροχοι υπηρεσιών μη τυπικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης και κατάρτισης, τα προγράμματα σπουδών των οποί­ων οδηγούν σε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, εφόσον αυτά τα συγκεκριμένα προγράμματα σπουδών έχουν πιστοποίηση (accreditation) από διεθνείς οργανισμούς πιστοποίησης. Τα ανωτέρω πτυχία και τίτλοι, καθώς και οι βεβαιώσεις, τα πιστοποιητικά σπουδών και οποιασδήποτε άλλης ονομασίας βεβαίωση που χορηγούν τα κολλέγια δεν είναι ισότιμες με τους τίτλους που χορη­γούνται στο πλαίσιο του ελληνικού συστήματος τυπικής εκπαίδευσης».

2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 1 του ν. 3696/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010, αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Συνιστάται στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευ­μάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού Τμήμα Κολλεγίων, το οποίο υπάγεται στη Διεύθυνση Ευρωπαϊκής Ένωσης του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτι­σμού και Αθλητισμού και έχει τις αρμοδιότητες που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 12 του πα­ρόντος. Του Τμήματος αυτού προΐσταται υπάλληλος κλάδου ΠΕ1 Διοικητικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού».

3. Η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του ν. 3696/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Αποκλειστικά και μόνο Κολλέγια που έχουν ισχύουσα άδεια μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης και κατάρτισης της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος».

4. Στο άρθρο 10 του ν. 3696/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010, προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευ­μάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στην παροχή προγραμμάτων σπουδών από τα Κολλέγια».

5. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 16 του ν. 3696/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

«Ο ιδιοκτήτης ή ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου ή ο κατά νόμο υπεύθυνος της ένωσης προσώ­πων και ο Διευθυντής του Κολλεγίου είναι υποχρεωμέ­νοι να παρέχουν στο Τμήμα Κολλεγίων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού κάθε στοιχείο ή πληροφορία που ζητείται στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων του».

6. Η παράγρ. 1 άρθρου 22 του ν. 3696/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Οι διοικητικές κυρώσεις για παράβαση των διατάξε­ων του παρόντος νόμου επιβάλλονται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού στον ιδιοκτήτη ή στο νόμιμο εκπρόσωπο ή στον υπεύθυνο κατά νόμο του Κολλεγίου».

7. Το στοιχείο (iv) της περίπτωσης α’ της παραγρά­φου 2 του άρθρου 22 του ν.3696/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

«(iv) για την παράβαση των υποχρεώσεων σχετικά με τις κτιριολογικές υποδομές, τους όρους λειτουργίας και τις συνθήκες υγιεινής περιλαμβανομένης της απαγόρευ­σης της συστέγασης και της συλλειτουργίας πρόστιμο από 30.000 έως 50.000 ευρώ».

8. Το στοιχείο (iv) της περίπτωσης γ’ της παραγρά­φου 2 του άρθρου 22 του ν. 3696/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

«(iv) για την παράβαση των υποχρεώσεων σχετικά με τις κτιριολογικές υποδομές, τους όρους λειτουργίας και τις συνθήκες υγιεινής πρόστιμο περιλαμβανομένης της απαγόρευσης της συστέγασης και της συλλειτουργίας από 20.000 έως 30.000 ευρώ ανά περίπτωση».

9. Όπου στις διατάξεις του ν. 3696/2008, αναφέρεται «ίδρυμα της αλλοδαπής», νοείται «ανώτατο εκπαι­δευτικό ίδρυμα της αλλοδαπής» και όπου αναφέρεται «άδεια ίδρυσης Κέντρου Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης» και «Άδεια Λειτουργίας Κέντρου Μεταλυκειακής Εκπαί­δευσης» νοείται «Άδεια Κολλεγίου».

 

Θ.8.– Διδάσκοντες σε Κολλέγια:

Το άρθρο 15 του ν. 3696/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 15

1. Το διδακτικό προσωπικό των Κολλεγίων εγγράφεται με αίτησή του σε Μητρώο Διδασκόντων, το οποίο τη­ρείται στο Τμήμα Κολλεγίων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, που εκδίδει και τη σχετική βεβαίωση εγγραφής. Το διδακτικό προσωπικό των Κολλεγίων επιλέγεται από τους ιδιοκτή­τες τους ή τον νόμιμο εκπρόσωπό τους υποχρεωτικώς μεταξύ αυτών που είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Διδασκόντων.

2. Στην αίτησή τους για εγγραφή οι υποψήφιοι διδά­σκοντες υποβάλλουν τα εξής δικαιολογητικά:

(α) Αντίγραφο πτυχίου ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύ­ματος ή μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου σπουδών της ημεδαπής ή ισοτίμου της αλλοδαπής.

(β) Παράβολο, το ποσό του οποίου καθορίζεται με Απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών.

(γ) Βεβαίωση του συμπράττοντος ανωτάτου εκπαιδευ­τικού ιδρύματος του στοιχείου β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 10 εφόσον δεν κατατίθεται πράξη ισοτιμίας του στοιχείου α’ του παρόντος.

(δ) Δήλωση του ν. 1599/1986 περί μη καταδίκης για οποιοδήποτε αδίκημα που αποτελεί κώλυμα διορισμού σε δημόσια θέση.

3. Οι διδάσκοντες κατά τη διαδικασία πρόσληψής τους στα Κολλέγια υποβάλλουν τα εξής:

(α) Πιστοποιητικό Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτρο­πής, που τηρείται στο Κολλέγιο που προσλαμβάνονται και

(β) Ποινικό Μητρώο Δικαστικής Χρήσης.

4. Το τρίτο εδάφιο του στοιχείου δ’ της παραγράφου

2 του άρθρου 6 του ν. 3696/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του ν. 4076/2012, διατηρείται σε ισχύ».

 

Θ.9.– Διδάσκοντες στα εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών:

Το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 4 της Υ.Α. 19780/16.2.2011 (Β’ 472) «Προϋποθέσεις και διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας σε Εργαστήρια Ελευ­θέρων Σπουδών», αντικαθίσταται ως εξής:

«Η συνάφεια του τίτλου σπουδών προς το γνωστικό αντικείμενο διδασκαλίας του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να αντικαθίσταται από τετραετή αποδεδειγμένη συναφή επαγγελματική εμπειρία ή με πιστοποιητικό εκπαιδευτή συναφούς ειδικότητας χορηγούμενο από Φορέα Πιστοποίησης αναγνωρισμένο από το Ελληνικό Κράτος ή από Φορέα Πιστοποίησης αναγνωρισμένο από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους – μέλους».

 

Θ.10.– Διαφήμιση Ι.Ε.Κ.

Το στοιχείο β’ της παρ. 2 του άρθρου 10 της Υ.Α. Ζ/3378/1993 (Β’ 722) «Τροποποίηση της Απόφασης Υπουρ­γού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Ζ/3378/1993 «Προϋποθέσεις, όροι και διαδικασία χορήγησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) από Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δι­καίου ή Ιδιώτες», όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, καταργείται.

 

Θ.11.–Σύστημα πιστοποίησης Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης:

 Η υπ’ αριθμ. 9.16031/Οικ. 3.2815/10.9.2009 (Β’ 1999) «Σύ­στημα Πιστοποίησης Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρ­τισης (ΚΕΚ)» κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προ­στασίας, ισχύει έως την 30ή Αυγούστου 2013.

 

Θ.12.– Άδεια διδασκαλίας σε Φροντιστήρια, Κέντρα Ξένων Γλωσσών και άδεια κατ’ οίκον διδασκαλίας:

1. Η άδεια διδασκαλίας σε Φροντιστήρια και Κέντρων Ξένων Γλωσσών, και η άδεια κατ’ οίκον διδασκαλίας όπως ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 70 και στην παρ. 2 του άρθρου 75 του α.ν. 2545/1940 (Α’ 287) αντίστοι­χα αντικαθίστανται με αναγγελία έναρξης ασκήσεως του επαγγέλματος που προβλέπεται στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3919/2011. Η αναγγελία έναρξης ασκήσεως του επαγγέλματος συνοδεύεται από όλα τα νόμιμα δικαιολογητικά που απαιτούνται για τη χορήγηση της άδειας.

2. Όπου στις κείμενες διατάξεις προβλέπεται άδεια διδασκαλίας σε Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσ­σών και άδεια κατ’ οίκον διδασκαλίας, εφεξής νοείται η ως άνω αναγγελία.

3. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρη­σκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, καθορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτείται να υποβάλλονται με την αναγγελία έναρξης ασκήσεως της διδασκαλίας σε Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών και της κατ’ οίκον διδασκαλίας και ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα.

4. Η αναγγελία ενάρξεως ασκήσεως του επαγγέλμα­τος συνοδεύεται από παράβολο, το ποσό του οποίου κα­θορίζεται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών.

 

Θ.13.– Ανανέωση της άδειας διδασκαλίας σε Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών:

α. Η ανανέωση της άδειας διδασκαλίας σε Φροντιστή­ρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών της παρ. 6 του άρθρου 70 του α.ν. 2545/1940 καταργείται. Η επικαιροποίηση του φακέλου του εκπαιδευτικού σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων και των απαιτούμενων εκ του νόμου δικαιολογητικών με βάση τα οποία ο εκπαιδευτικός έκανε την αναγγελία του προηγούμενου άρθρου, περιλαμβάνει ετήσια αυτεπάγγελτη αναζήτηση ποινικού μητρώου δι­καστικής χρήσης εκ μέρους της αρμόδιας υπηρεσίας.

β. Σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων και δικαιολογητικών που έχουν κατατεθεί σύμφωνα με την προη­γούμενη υποπαράγραφο, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια υπηρεσία, επί ποινή απαγόρευσης της άσκησης του επαγγέλματος της διδα­σκαλίας σε Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών.

 

Θ.14.– Ανανέωση της άδειας κατ’ οίκον διδασκαλίας:

1. α. Η ανανέωση της άδειας κατ’ οίκον διδασκαλίας της παρ. 5 του άρθρου 75 του α.ν. 2545/1940 καταργείται. Η επικαιροποίηση του φακέλου του εκπαιδευτικού σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων και των απαιτούμενων εκ του νόμου δικαιολογητικών με βάση τα οποία ο εκπαιδευτικός έκανε την αναγγελία του άρθρου 24, περιλαμβάνει ετήσια αυτεπάγγελτη αναζήτηση ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης εκ μέρους της αρμόδιας υπηρεσίας.

β. Σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων και δικαιολογητικών που έχουν κατατεθεί σύμφωνα με την υποπαράγραφο Θ.12., ο ενδιαφερόμενος οφείλει να ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια υπηρεσία, επί ποινή απαγόρευσης της άσκησης του επαγγέλματος της κατ’ οίκον διδασκαλίας.

 

Θ.15.– Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης:

1. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 3879/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Τα Ι.Ε.Κ. έχουν σκοπό την παροχή υπηρεσιών αρ­χικής ή και συμπληρωματικής επαγγελματικής κατάρ­τισης».

2. Τα δημόσια Ι.Ε.Κ. που υπάγονται στη Γενική Γραμ­ματεία Δια Βίου Μάθησης, ως σύνολο αρμοδιοτήτων, θέσεων, προσωπικού και υλικοτεχνικής υποδομής μεταφέρονται στις Περιφέρειες στις οποίες έχουν την έδρα τους από τις 30.6.2013 και αποτελούν εφεξής υπηρεσίες τους. Η αρμοδιότητα της οργάνωσης και λειτουργίας των Ι.Ε.Κ. αυτών ανήκει στις Περιφέρειες και η αρμοδι­ότητα διαμόρφωσης και εποπτείας του εκπαιδευτικού πλαισίου τους ανήκει στη Γενική Γραμματεία Δια Βίου Μάθησης. Στις Περιφέρειες μεταφέρονται και οι προβλεπόμενοι πόροι του κρατικού προϋπολογισμού για τη λειτουργία τους.

3. Η παράγρ. 5 άρθρου 12 του ν. 3879/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουρ­γού και του Υπουργού Οικονομικών, μπορεί να ιδρύο­νται, μετατρέπονται, συγχωνεύονται και καταργούνται δημόσια Ι.Ε.Κ. από Υπουργεία ή από Περιφέρειες ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Η αρμοδιότητα της οργάνωσης και λειτουργίας των Ι.Ε.Κ. αυτών ανήκει στο Υπουργείο ή την Περιφέρεια ή το νομικό πρόσωπο δη­μοσίου δικαίου που τα συστήνει και η αρμοδιότητα δι­αμόρφωσης και εποπτείας του εκπαιδευτικού πλαισίου τους ανήκει στη Γενική Γραμματεία Δια Βίου Μάθησης».

4. Με απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευ­μάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών κα­θορίζεται το σύστημα πιστοποίησης της αρχικής επαγ­γελματικής κατάρτισης των Ι.Ε.Κ. το οποίο εφαρμόζεται από τον Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π..

5. Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρονται Εργα­στήρια Ελευθέρων Σπουδών νοούνται Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα. Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρονται Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ) νοούνται Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο.

 

Θ.16.– Τροποποίηση του π.δ. 38/2010:

Το προεδρικό διάταγμα 38/2010 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευ­ρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σε­πτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγ­γελματικών προσόντων» (Α’ 78) τροποποιείται ως εξής:

1. Το άρθρο 1 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 1.–Με το παρόν διάταγμα:

1. Εναρμονίζεται η εθνική νομοθεσία προς:

α) την Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβου­λίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 «σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προ­σόντων», (Ε.Ε. αριθ. L 255/30.9.2005 σελ. 22) και θεσπίζο­νται οι κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους αναγνωρί­ζονται, για την ανάληψη και την άσκηση νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος, τα επαγγελματικά προσό­ντα που έχουν αποκτηθεί σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη – μέλη (στο εξής αναφερόμενα ως «κράτη – μέλη καταγωγής») και δίνουν στον κάτοχό τους το δικαίωμα, να ασκεί αυτό το επάγγελμα.

β) Την Οδηγία 2006/100/Εκ του Συμβουλίου της 20ης Νοεμβρίου 2006 «για την προσαρμογή ορισμένων οδη­γιών στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προ­σώπων, λόγω της προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας», (Ε.Ε. αριθ. L 363/20.12.2006 σελ.141), κατά το μέρος που αυτή τροποποιεί την Οδηγία 2005/36/ΕΚ.

2. Ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία της αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλων τυ­πικής ανώτατης εκπαίδευσης, τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης, άλλων κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων».

2. Το άρθρο 2 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 2.– 1. Οι διατάξεις περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων βάσει της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ του παρό­ντος εφαρμόζονται σε κάθε υπήκοο κράτους – μέλους ο οποίος επιθυμεί να ασκήσει νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα στην Ελλάδα έχοντας αποκτήσει τα επαγ­γελματικά του προσόντα σε άλλο κράτος – μέλος είτε ως αυτοαπασχολούμενος είτε ως μισθωτός, συμπερι­λαμβανομένων των ασκούντων ελευθέρια επαγγέλματα.

2. Όταν για ένα συγκεκριμένο νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα έχουν θεσπισθεί, με χωριστή κοινοτική νομοθετική πράξη, άλλες ειδικές ρυθμίσεις που σχετί­ζονται άμεσα με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, δεν εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος διατάγματος.

3. Οι διατάξεις περί αναγνώρισης επαγγελματικής ισο­δυναμίας σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου

1 του παρόντος διατάγματος εφαρμόζονται σε κάθε υπήκοο κράτους – μέλους ο οποίος, έχοντας αποκτήσει τίτλο τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης άλλου κράτους μέλους, δεν πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

4. Εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων περί αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας της παρα­γράφου 3 του παρόντος άρθρου τα επαγγέλματα του Κεφαλαίου ΙΙΙ του Τίτλου ΙΙΙ για τα οποία, όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Κεφαλαίου ΙΙΙ του Τίτλου ΙΙΙ (αναγνώριση βάσει του συντονισμού των ελάχιστων προϋποθέσεων εκπαίδευσης), εφαρμόζονται αποκλειστι­κά οι διατάξεις του Κεφαλαίου Ι του Τίτλου ΙΙΙ περί Γενι­κού συστήματος αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης».

3.   Στο άρθρο 3 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Οι παράγραφοι 2 και 3 δεν έχουν εφαρμογή στις

περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2».

4.   Στο άρθρο 3 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:

«5. Για τους σκοπούς της παραγράφου 3 του άρθρου 2 νοείται ως «τίτλος τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης» ο αναγνωρισμένος τίτλος τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης, που απονέμεται από ίδρυμα τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

5. Στο άρθρο 4 προστίθενται παράγραφοι 3 και 4 ως εξής:

«3. Η αναγνώριση επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτ­λου τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αυτόν που απονέμεται στο πλαίσιο του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος, σύμ­φωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του παρόντος, παρέχει στο δικαιούχο τη δυνατότητα να αποκτήσει στην Ελλάδα πρόσβαση σε συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ως μισθωτός ή αυτοαπασχολούμενος με τις ίδιες προϋποθέσεις με τους κατόχους συγκρίσιμων τίτλων του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος, εκτός των περιπτώσεων που απαιτούνται αυξημένα ακαδη­μαϊκά προσόντα και ιδίως για θέσεις καθηγητών Α.Ε.Ι., ερευνητών και ειδικού επιστημονικού προσωπικού.

4. Για τους σκοπούς της ανωτέρω παραγράφου, η οικονομική δραστηριότητα στην οποία επιθυμεί να έχει πρόσβαση ο αιτών στην Ελλάδα είναι η ίδια με εκείνη για την οποία διαθέτει τις γνώσεις και δεξιότητες στο κράτος μέλος καταγωγής, εφόσον οι καλυπτόμενες δραστηριότητες είναι αντίστοιχες».

6.   Στο π.δ. 38/2010 προστίθεται άρθρο 9Α ως εξής:

«Άρθρο 9Α.– Οι διατάξεις του παρόντος Τίτλου (άρθρα 5 έως 9) δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που υπάγονται στην πα­ράγραφο 3 του άρθρου 2 του παρόντος διατάγματος».

7.α. Στην αρχή του πρώτου εδαφίου του άρθρου 10 προστίθεται αρίθμηση παραγράφου ως εξής: «1.».

β. Προστίθεται παράγραφος 2 στο άρθρο 10 ως εξής:

«2. Η παράγραφος 1 δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώ­σεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2».

8.   Στο άρθρο 12 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:

«3. Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2».

9.   Στο άρθρο 13 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Οι παράγραφοι 1 έως 3 δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2».

10.  Στο άρθρο 14 προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής:

«8. Οι παράγραφοι 1 έως 7 δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2».

11.  Στην παράγραφο 2 του άρθρου 20 οι λέξεις «ο Νομάρχης της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης» αντικαθί­στανται ως εξής:

«ο Περιφερειάρχης της Περιφέρειας».

12.  Προστίθεται άρθρο 20Α ως εξής:

«Άρθρο 20Α.–Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου (άρθρα 16 έως 20) δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2 του παρόντος δια­τάγματος».

13. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 30 οι λέξεις «Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση» αντικαθίστανται ως εξής: «Η Περιφέρεια».

14.  Στο άρθρο 50 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:

«5. Οι παράγραφοι 1, 3 και 4 έχουν εφαρμογή και στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2 και σε περίπτωση δικαιολογημένων αμφιβο­λιών οι αρμόδιες ελληνικές αρχές απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους – μέλους επιβεβαίωση του γνησίου των βεβαιώσεων και πιστοποιητικών και των τίτλων εκπαίδευσης που χορηγούνται σε αυτό το κράτος – μέλος».

15.  Στο άρθρο 52 προστίθεται τρίτο εδάφιο ως εξής:

«Το παρόν άρθρο έχει εφαρμογή και στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2».

16.  Στο άρθρο 53 προστίθεται τρίτο εδάφιο ως εξής:

«Το παρόν άρθρο έχει εφαρμογή και στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2».

17. Η παράγραφος 1 του άρθρου 54 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Αρμόδια αρχή για να δέχεται τις αιτήσεις των εν­διαφερομένων και να εκδίδει: α) τις αποφάσεις ανα­γνώρισης των επαγγελματικών προσόντων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, είτε επί τη βάσει του γενικού συστήματος αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης (Τίτλος ΙΙΙ, Κεφάλαιο Ι), είτε επί τη βάσει της αναγνώρισης της επαγγελματικής πείρας (Τίτλος ΙΙΙ, Κεφάλαιο ΙΙ) και β) τις αποφάσεις αναγνώρισης της επαγγελματικής ισοδυναμίας των τίτλων τυπικής ανώ­τατης εκπαίδευσης της παραγράφου 3 του άρθρου 2 είναι το Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων (Σ.Α.Ε.Π.)».

18. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 54 οι λέξεις «Νο­μαρχιακής Αυτοδιοίκησης» αντικαθίστανται ως εξής: «Περιφέρειας».

19.  Η παράγραφος 5 του άρθρου 54 καταργείται.

20.  Το άρθρο 55 αντικαθίστανται ως εξής:

«Άρθρο 55.–1. Συνιστάται στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού συλλογικό όργανο με την ονομασία «Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελμα­τικών Προσόντων», το οποίο λαμβάνει αποφάσεις για: α) την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων σύμφωνα με τους όρους των Κεφαλαίων Ι και ΙΙ του Τίτλου ΙΙΙ, καθώς και του Τμήματος 5 του Κεφαλαίου ΙΙΙ του Τίτλου ΙΙΙ του παρόντος διατάγματος και β) την αναγνώριση της επαγγελματικής ισοδυναμίας των τίτ­λων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του παρόντος διατάγματος.

2.   Στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου ανήκουν ιδίως:

α) Η κατάρτιση εσωτερικού κανονισμού για τη ρύθμιση του τρόπου λειτουργίας του και εξέτασης των αιτήσεων για αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων και επαγ­γελματικής ισοδυναμίας, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος διατάγματος.

β) Η κρίση κάθε θέματος κρίσιμου για την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων και ιδίως του ζητήματος αν απαιτείται η πραγματοποίηση πρακτικής άσκησης προ­σαρμογής στην Ελλάδα ή η υποβολή του αιτούντος σε δοκιμασία επάρκειας, καθώς και το περιεχόμενο αυτής, στο πλαίσιο του άρθρου 14 του παρόντος διατάγματος.

γ) Η έκδοση απόφασης: i) για την αναγνώριση ή μη των επαγγελματικών προσόντων επί τη βάσει των προσκομιζομένων τίτλων ή της κεκτημένης επαγγελματικής πείρας, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος διατάγ­ματος (Τίτλος ΙΙΙ, Κεφάλαια Ι, ΙΙ, ΙΙΙ Τμήμα 5) και ii) για την αναγνώριση ή μη της επαγγελματικής ισοδυναμίας των γνώσεων και των προσόντων που πιστοποιούνται από τίτλο κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής ‘Ένωσης τυ­πικής ανώτατης εκπαίδευσης προς τα πιστοποιούμενα με τίτλο που απονέμεται στο πλαίσιο του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος σύμφωνα με την παράγραφο 3    του άρθρου 2.

δ) Ο έλεγχος της έγκαιρης και ορθής εκτέλεσης από το αρμόδιο όργανο των αποφάσεών του στις περι­πτώσεις επιβολής δοκιμασίας επάρκειας ή πρακτικής άσκησης προσαρμογής ή γραπτής δοκιμασίας επαγ­γελματικής ισοδυναμίας.

ε) Η γνωμοδότηση επί θεμάτων αναγνώρισης τίτλων επαγγελματικής εκπαίδευσης του Τίτλου ΙΙΙ – Κεφάλαιο ΙΙΙ του παρόντος διατάγματος, όταν αυτό ζητηθεί από την αρμόδια αρχή.

στ) Ο έλεγχος των επαγγελματικών προσόντων του παρόχου υπηρεσιών, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 7 παράγραφος 5 του παρόντος διατάγμα­τος, εφόσον τούτο ζητηθεί από την αρμόδια αρχή του άρθρου 7 παράγραφος 6 του παρόντος διατάγματος».

21. Το άρθρο 56 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 56.– 1. Το Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προ­σόντων λειτουργεί σε δύο Τμήματα ως εξής: Τμήμα Α’ και Τμήμα Β’.

2. Ο εσωτερικός κανονισμός του Συμβουλίου εγκρίνεται από τα Τμήματα Α’ και Β’, κατόπιν εισήγησης της υπηρεσίας του άρθρου 59 του παρόντος διατάγματος. Σε περίπτωση μη σύμπτωσης των αποφάσεων των Τμη­μάτων, υπερισχύει η απόφαση του Προέδρου.

3. Το Τμήμα Α’ αποφαίνεται: α) επί αιτήσεων αναγνωρίσεως επαγγελματικών προσόντων, βάσει της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ, επιπέδου αντιστοίχου προς τα οριζόμενα υπό στοιχεία δ’ και ε’ του άρθρου 11 του παρόντος διατάγματος και β) επί αιτήσεων αναγνω­ρίσεως επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του παρόντος διατάγματος.

4. Το Τμήμα Β’ αποφαίνεται επί των λοιπών αιτήσεων αναγνωρίσεως επαγγελματικών προσόντων, εφόσον συντρέχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 55 του παρόντος διατάγματος.

5. Το Τμήμα Α’ του Συμβουλίου αποτελούν:

α) Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πο­λιτισμού και Αθλητισμού, ως Πρόεδρος, με αναπληρωτή του άλλο Πάρεδρο του ιδίου Υπουργείου οριζόμενο με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ..

β) Ένας εκπρόσωπος του Διοικητικού Συμβουλίου του Διεπιστημονικού Οργανισμού Αναγνώρισης Τίτλων Ακα­δημαϊκών και Πληροφόρησης (Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.), με τον ανα­πληρωτή του, οριζόμενοι με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του οργανισμού αυτού.

γ) Ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Ευρωπαϊκής Ένω­σης του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολι­τισμού και Αθλητισμού, με αναπληρωτή του υπάλληλο της ίδιας Διεύθυνσης.

δ) Ένας εκπρόσωπος του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργείου, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον οικείο Υπουργό, για θέματα νομοθετικά ρυθμιζόμενων στην Ελλάδα επαγγελμάτων.

ε) Ένας εκπρόσωπος της κατά περίπτωση οικείας ή συγγενούς αντιπροσωπευτικής επαγγελματικής οργά­νωσης, οριζόμενος με τον αναπληρωτή του από την επαγγελματική οργάνωση, για θέματα νομοθετικά ρυθμιζόμενων στην Ελλάδα επαγγελμάτων.

στ) Ο Εθνικός Συντονιστής που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 56 παρ. 4 της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ ή ειδικός επιστήμονας με εμπειρία στο χειρισμό θεμάτων αναγνώ­ρισης επαγγελματικών προσόντων και επαγγελματικής ισοδυναμίας οριζόμενος από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, με ανα­πληρωτή του άλλον ειδικό επιστήμονα με εμπειρία στο χειρισμό των ως άνω θεμάτων.

ζ) Ο προϊστάμενος της υπηρεσίας του άρθρου 59 του παρόντος διατάγματος με αναπληρωτή του υπάλληλο της ίδιας υπηρεσίας.

Οι υπό στοιχεία δ’ και ε’ εκπρόσωποι καλούνται κάθε φορά από τον Πρόεδρο και μετέχουν στο Συμβούλιο κατά περίπτωση ανάλογα με την εξεταζόμενη υπόθεση.

6. Το Τμήμα Β’ του Συμβουλίου αποτελούν:

α) Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πο­λιτισμού και Αθλητισμού, ως Πρόεδρος, με αναπληρωτή του άλλο Πάρεδρο του ίδιου Υπουργείου οριζόμενο με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ..

β) Ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Ευρωπαϊκής Ένω­σης του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολι­τισμού και Αθλητισμού, με αναπληρωτή του υπάλληλο της ίδιας Διεύθυνσης.

γ) Ένας εκπρόσωπος του Εθνικού Οργανισμού Πιστο­ποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολι­σμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.), οριζόμενος με τον αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π..

δ) Ένας εκπρόσωπος του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργείου που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον οικείο Υπουργό για θέματα νομοθετικά ρυθμιζόμενων στην Ελλάδα επαγγελμάτων.

ε) Ένας εκπρόσωπος της κατά περίπτωση οικείας ή συγγενούς αντιπροσωπευτικής επαγγελματικής οργά­νωσης, οριζόμενος με τον αναπληρωτή του από την επαγγελματική οργάνωση για θέματα νομοθετικά ρυθμιζόμενων στην Ελλάδα επαγγελμάτων.

στ) Ο Εθνικός Συντονιστής που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 56 παρ. 4 της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ ή ειδικός επιστήμονας με εμπειρία στο χειρισμό θεμάτων αναγνώ­ρισης επαγγελματικών προσόντων και επαγγελματικής ισοδυναμίας οριζόμενος από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, με ανα­πληρωτή του άλλον ειδικό επιστήμονα με εμπειρία στο χειρισμό των ως άνω θεμάτων.

ζ) Ο προϊστάμενος της υπηρεσίας του άρθρου 59 του παρόντος διατάγματος με αναπληρωτή του υπάλληλο του ίδιου τμήματος.

Οι υπό στοιχεία δ’ και ε’ εκπρόσωποι καλούνται κάθε φορά από τον Πρόεδρο και μετέχουν στο Συμβούλιο κατά περίπτωση ανάλογα με την εξεταζόμενη υπόθεση.

7. Το Συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουρ­γού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλη­τισμού. Με την ίδια απόφαση ορίζονται οι γραμματείς των Τμημάτων του Συμβουλίου, με τους αναπληρωτές τους από τους υπαλλήλους της Υπηρεσίας του άρθρου 59 του παρόντος διατάγματος.

8. Εάν οι οικείες αρχές και επαγγελματικές οργανώ­σεις δεν υποδείξουν τον εκπρόσωπό τους εντός ενός μηνός από τη λήψη του σχετικού αιτήματος ή εάν δεν υπάρχουν αντίστοιχες επαγγελματικές οργανώσεις, το Συμβούλιο μπορεί να συγκροτηθεί και χωρίς τους εκ­προσώπους τους.

9. Η θητεία των μελών του Συμβουλίου είναι διετής. Σε περίπτωση αντικατάστασης μέλους του Συμβουλίου το νέο μέλος διανύει τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας του μέλους που αντικαταστάθηκε. Ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού δύναται να αντικαθιστά οποιοδήποτε μέλος του Συμβουλίου με αιτιολογημένη απόφασή του.

10.    Κάθε Τμήμα του Συμβουλίου ευρίσκεται σε απαρ­τία, όταν είναι παρούσα η πλειοψηφία των μελών του μεταξύ των οποίων ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερι­σχύει η ψήφος του Προέδρου.

11.    Κάθε Τμήμα συνεδριάζει μετά από έγγραφη πρό­σκληση των μελών του από τον Πρόεδρο, ο οποίος συντάσσει την ημερήσια διάταξη και τη γνωστοποιεί πριν από τη συνεδρίαση στα μέλη του Συμβουλίου.

12.    Εισηγητής ενώπιον του Τμήματος ορίζεται από τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας του άρθρου 59 ένας υπάλ­ληλος της υπηρεσίας αυτής, ο οποίος αναπτύσσει την εισήγησή του και αποχωρεί πριν από την ψηφοφορία. Σε περίπτωση που έχει γνωμοδοτήσει η Επιτροπή ή ο κατά περίπτωση ειδικός επιστήμονας της παραγράφου 16 του παρόντος άρθρου, ο εισηγητής αναπτύσσει και τις γνώμες που διατυπώθηκαν στη σχετική γνωμοδότηση.

13.    Το Συμβούλιο και ο εισηγητής δύνανται να ζητούν πληροφορίες από τον αιτούντα ή τις αρμόδιες αρχές της ημεδαπής ή της αλλοδαπής.

14.    Στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου, κατά την κρίση του Προέδρου ή κατόπιν αποφάσεως του Συμβουλίου, δύνανται να καλούνται εμπειρογνώμονες ή άλλοι ειδικοί προκειμένου να παράσχουν σχετικές πληροφορίες. Οι ανωτέρω αποχωρούν πριν από την ψηφοφορία. Στις ανωτέρω συνεδριάσεις μπορεί να καλείται επίσης ο ενδιαφερόμενος να υποβάλει γραπτώς ή προφορικώς τις απόψεις του.

15.    Ο Γραμματέας του Τμήματος τηρεί τα πρακτικά των συνεδριάσεων που υπογράφονται από τον ίδιο και τον Πρόεδρο και μεριμνά για τη σύνταξη της αποφάσεως του Συμβουλίου.

16.    Προς υποβοήθηση του έργου του το Συμβούλιο δύναται: i) να συνιστά, όταν το κρίνει αναγκαίο, τριμελείς επιτροπές, αποτελούμενες από:

α) έναν εκπρόσωπο του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. με τον αναπλη­ρωτή του,

β) έναν εκπρόσωπο της κατά περίπτωση οικείας επαγ­γελματικής οργάνωσης με τον αναπληρωτή του, προτεινόμενους από την επαγγελματική οργάνωση, γ) έναν υπάλληλο της υπηρεσίας του οικείου Υπουρ­γείου η οποία είναι αρμόδια για θέματα άδειας άσκη­σης του επαγγέλματος που προτείνεται από τον οικείο Υπουργό, με τον αναπληρωτή του ή ii) να ζητά, όταν το κρίνει αναγκαίο, τον ορισμό, κατό­πιν απόφασης του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητι­σμού, κατά περίπτωση ειδικού επιστήμονα από καθηγη­τές όλων των βαθμίδων των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ή από οικεία επαγγελματική οργάνωση για την υποβολή σε αυτό έγγραφης γνωμοδότησης.

Τα μέλη των τριμελών επιτροπών και ο ειδικός επι­στήμονας δεν δύνανται να μετέχουν στο Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων.

Εάν ο Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π., οι οικείες επαγγελματικές οργα­νώσεις και το οικείο Υπουργείο δεν υποδείξουν τον εκπρόσωπό τους εντός δέκα (10) ημερών από τη λήψη του σχετικού αιτήματος, ο Υπουργός Παιδείας και Θρη­σκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού δύναται να υπο­δείξει εκπρόσωπο δικής του επιλογής.

Στις εργασίες των τριμελών επιτροπών παρίσταται άνευ ψήφου ο εισηγητής της υποθέσεως.

17.    Έργο των τριμελών επιτροπών και του κατά πε­ρίπτωση ειδικού επιστήμονα της παραγράφου 16 του παρόντος άρθρου είναι η διατύπωση γνώμης επί της αιτήσεως ως προς την ανάγκη υποβολής του αιτούντος κατά περίπτωση σε διαδικασία αντιστάθμισης ή σε γρα­πτή δοκιμασία επαγγελματικής ισοδυναμίας, καθώς και ως προς το περιεχόμενο αυτής. Η διατύπωση γνώμης ολοκληρώνεται εντός ενός μηνός από της έκδοσης της αποφάσεως του Συμβουλίου για τη συγκρότηση της τριμελούς επιτροπής ή της αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα για τον ορισμό του κατά περίπτωση ειδικού επιστήμονα. Η εν λόγω γνωμοδότηση εισάγεται από τον εισηγητή στο Συμβούλιο.

18.    Η αποζημίωση του Προέδρου, των μελών και του γραμματέα του Συμβουλίου, καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, και Οικονομικών σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

19.    Λοιπά θέματα οργάνωσης και λειτουργίας του Συμ­βουλίου διέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα Διοι­κητικής Διαδικασίας (άρθρα 13 έως 15 του ν. 2690/1999, 45 Α’) και του Εσωτερικού Κανονισμού του Συμβουλίου».

22. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 57 αντικαθί­στανται ως εξής:

«1. Η αναγνώριση του δικαιώματος ασκήσεως ορισμέ­νου επαγγέλματος, σύμφωνα με την Οδηγία 2005/36/ΕΚ, γίνεται με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση του Συμβου­λίου Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων ή μιας των λοιπών αρμόδιων προς τούτο αρχών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 του παρόντος.

2. Η αίτηση αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων υποβάλλεται στην υπηρεσία του άρθρου 59 του παρό­ντος και καταχωρείται σε ειδικό βιβλίο. Με την αίτηση υποβάλλονται και τα έγγραφα και πιστοποιητικά του παραρτήματος VII του παρόντος διατάγματος σε επί­σημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα και ορίζεται τυχόν αντίκλητος του αιτούντος, ο οποίος πρέπει να είναι κάτοικος Αθηνών. Η ίδια Υπηρεσία βεβαιώνει την παραλαβή του φακέλου εντός ενός μηνός από την πα­ραλαβή και ενημερώνει τον αιτούντα για τυχόν ελλείποντα έγγραφα».

23.    Στο άρθρο 57 προστίθενται παράγραφοι 7, 8 και 9 ως εξής:

«7. Τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 εφαρμόζονται αποκλειστικά στις περιπτώσεις της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ.

8. Ο ενδιαφερόμενος δύναται να ασκήσει άπαξ ενδικοφανή διοικητική προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων και να ζη­τήσει την ακύρωση ή την τροποποίηση της απόφασης της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εντός απο­κλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίησή της. Η προσφυγή συνοδεύεται από παρά­βολο υπέρ του Δημοσίου ύψους εκατό (100) ευρώ. Το Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων γνωστοποιεί στον προσφεύγοντα την απόφασή του το αργότερο μέσα σε τρεις (3) μήνες.

9. Οι ανωτέρω παράγραφοι 1 έως 6 και 8 έχουν εφαρ­μογή και στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παρά­γραφο 3 του άρθρου 2 στις οποίες αρμόδιο όργανο για την υποβολή και την εξέταση της αίτησης αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας είναι το Συμβούλιο Ανα­γνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων».

24.    Προστίθεται άρθρο 57Α ως εξής:

«Άρθρο 57Α.– Γραπτή δοκιμασία επαγγελματικής ισοδυναμίας:

1. Στο πλαίσιο της διαδικασίας της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του παρόντος το Συμβούλιο δύναται να απαι­τεί την υποβολή του αιτούντος σε γραπτή δοκιμασία εφόσον η εκπαίδευση που έχει λάβει αφορά ουσιωδώς διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα από εκείνα που καλύ­πτονται από τους τίτλους που απονέμονται στο πλαίσιο του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος ή/και εφόσον η διάρκεια της εκπαίδευσής του υπολείπεται χρονικά από εκείνη που απαιτείται στην Ελλάδα.

2. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευ­μάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και κάθε άλλη απαραίτητη λεπτομέ­ρεια αναφορικά με τη πραγματοποίηση της γραπτής δοκιμασίας».

25.    Στο άρθρο 58 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Οι παράγραφοι 1 έως 3 έχουν εφαρμογή και στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2».

26.    Η παράγραφος 1 του άρθρου 59 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Το Τμήμα που συστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του π.δ. 165/2000 συνεχίζει να υφίσταται και έχει τις εξής αρμοδιότητες:

α) Παρέχει γραμματειακή υποστήριξη στο Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων και ιδίως δέχεται τις αιτήσεις των ενδιαφερομένων για αναγνώ­ριση επαγγελματικών προσόντων και επαγγελματικής ισοδυναμίας, τις επεξεργάζεται, προετοιμάζει τους φα­κέλους των αιτούντων και τους εισάγει στο Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων για την έκδοση της απόφασης.

β) Λειτουργεί ως «Κεντρικό Σημείο Επαφής» για τους ενδιαφερομένους και ιδίως:

Παρέχει στους Έλληνες και τους πολίτες των λοιπών κρατών – μελών, καθώς και στα σημεία επαφής των λοιπών κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάθε χρήσιμη πληροφορία για την προβλεπόμενη στο παρόν διάταγμα αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων και επαγγελματικής ισοδυναμίας και ιδίως σχετικά με την εθνική νομοθεσία που διέπει τα επαγγέλματα και την άσκησή τους, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής νο­μοθεσίας, καθώς και των κανόνων δεοντολογίας, όπου υπάρχουν.

Συνδράμει τους πολίτες στην άσκηση των δικαιω­μάτων που παρέχει το παρόν διάταγμα και μέσω της συνεργασίας με τα άλλα «σημεία επαφής» και τις λοιπές αρμόδιες διοικητικές υπηρεσίες της Ελλάδας.

γ) Εκδίδει, κατόπιν αιτήσεως, βεβαιώσεις περί υπαγω­γής στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ σε ευρωπαίους υπηκόους κατόχους επαγγελματικών προσόντων ημεδαπής που επιθυμούν επαγγελματική μετακίνηση και εγκατάσταση σε άλλες χώρες εφαρμογής της εν λόγω Οδηγίας. Η αίτηση συνοδεύεται από παράβολο υπέρ του Δημοσί­ου ύψους πενήντα (50) ευρώ. Το ύψος του παραβόλου αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού.

δ) Αιτήσει της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής ‘Ένωσης, το Κεντρικό Σημείο Επαφής την ενημερώνει για την κατάληξη των υποθέσεων που χειρίζεται δυνάμει του προηγούμενου εδαφίου, εντός δύο μηνών από την ημε­ρομηνία κατά την οποία επιλαμβάνονται των εν λόγω υποθέσεων».

27. Η παρούσα σύνθεση του Συμβουλίου Αναγνώρι­σης Επαγγελματικών Προσόντων του άρθρου 56 του π.δ. 38/2010 καταργείται και το Συμβούλιο επανασυστήνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης 21.

 

Θ.17.– Μεταβατικές διατάξεις της παραγράφου Θ΄:

1. Οι άδειες ίδρυσης και λειτουργίας που έχουν ήδη χορηγηθεί παύουν να ισχύουν την 31η Αυγούστου 2013. Ιδιωτικά σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλέγια, ιδιωτικά Ινστιτούτα Επαγγελ­ματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών προκειμένου να συνεχίσουν τη λει­τουργία τους μετά την 31η Αυγούστου 2013 οφείλουν να έχουν αδειοδοτηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου. Ειδικά, ως προς τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρα Δια Βίου Μά­θησης Επιπέδου Δύο η ανωτέρω ημερομηνία καθίσταται η 31η Δεκεμβρίου 2013.

2. Ιδιωτικά σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμι­ας εκπαίδευσης, Κέντρα Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης (ΚΕ.Μ.Ε.), ιδιωτικά Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρ­τισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών (Ε.Ε.Σ.), Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ.) και Φρο­ντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών των οποίων η άδεια λειτουργίας ή η ισχύς των δικαιολογητικών που έχουν υποβάλει για την έκδοση των αδειών έχει λήξει, θεωρούνται ότι λειτουργούν νομίμως έως την 31η Αυγούστου 2013 ή την 31η Δεκεμβρίου κατά τα ανωτέρω. Η ως άνω επέκταση της ισχύος δεν αφορά στις περι­πτώσεις που έχει επέλθει ή θα επέλθει έως την ως άνω προθεσμία άρση ή ανάκληση άδειας λόγω επιβολής διοικητικής κύρωσης.

3. Η ισχύς των υποπαραγράφων Θ.3 έως και Θ.6. και οι περιπτώσεις 4 έως και 8 της υποπαραγράφου Θ.7. και η υποπαράγραφος Θ.8. της παρούσας παραγράφου αρχίζει την 1η Μαΐου 2013.

4. Προγράμματα σπουδών τα οποία λειτουργούν νομίμως στο πλαίσιο αδειών λειτουργίας Κέντρου Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης (Κ.Ε.Μ.Ε) και δεν εντάσσονται στην περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Θ.13 της πα­ρούσας παραγράφου, συνεχίζουν να παρέχονται έως την ολοκλήρωση του προγράμματος σπουδών, οπότε και καταργούνται.

5. Στους φορείς εκπαίδευσης και κατάρτισης των περιπτώσεων 1 και 2 της υποπαραγράφου Θ.3 της πα­ρούσας παραγράφου που διαθέτουν ισχύουσα άδεια ίδρυσης και λειτουργίας, ο έλεγχος της περίπτωσης 13 της υποπαραγράφου Θ.3. της παρούσας παραγράφου αντικαθίσταται από δήλωση του ν. 1599/1986 του ιδιο­κτήτη ή του νομίμου εκπροσώπου ή του κατά νόμο υπευ­θύνου ότι δεν έχουν επέλθει μεταβολές στα κτίρια που ελέγχθηκαν ή αδειοδοτήθηκαν με την ισχύουσα άδεια.

 

Θ.18.– Καταργούμενες διατάξεις:

1. Από την 30ή Απριλίου 2013 καταργούνται:

α. Τα άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 7, και 8, τα στοιχεία α’, β’ και δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 12, και τα άρθρα 19 και 20 του ν. 3696/2008 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010 (Α’ 71), το άρθρο 31 του ν. 4027/2011 (Α’ 233) και το άρθρο 9 του ν. 4076/2012 (Α’ 159).

 β. Το δεύτερο εδάφιο του στοιχείου 1 και τα στοιχεία 3 και 4 της παραγράφου 6 του άρθρου 10 και η παρά­γραφος 6 του άρθρου 12 του ν. 3879/2010 (Α’ 163).

γ. Οι παράγραφοι 1 του άρθρου 5, το άρθρο 7 και οι παράγραφοι 1, 2, 3, 4, 6 και 7 του άρθρου 8 του ν. 682/1977 (Α’ 244).

δ. Το άρθρο 65 του α.ν. 2545/1940, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3907/2011.

ε. Οι παράγραφοι 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 68 του α.ν. 2545/1940 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3907/2011.

2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται:

α. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 1    ν. 3696/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010, το άρθρο 31 του ν. 4027/2011 και το άρθρο 9 του ν. 4076/2012.

β. Το στοιχείο γ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν. 3879/2010 κατά το μέρος που αφορά στα Κέντρα Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης.

γ. Οι παράγραφοι 2 και 7 του άρθρου 5, το άρθρο 6, η παρ. 5 του άρθρου 8 και οι παράγραφοι 1 έως και 3 του άρθρου 12 του ν. 682/1977.

δ. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 11 και το άρθρο 66 του α.ν. 2545/1940,, όπως τροποποιήθηκε από το άρ­θρο 45 παρ. 1 του ν. 3907/2011.

ε. Το άρθρο 13 του ν. 3879/2010. στ. Η απόφαση με αρ. 916031/Οικ.3.2815/10.9.2009 (Β’1999) «Σύστημα Πιστοποίησης Κέντρων Επαγγελμα­τικής Κατάρτισης (ΚΕΚ)» ισχύει έως την 30ή Αυγούστου 2013.

ζ. Οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου 8 της υ.α. Ζ/3378/1993 (Β’ 722) «Τροποποίηση της Απόφασης Υπουρ­γού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Ζ/3378/1993 «Προϋποθέσεις, όροι και διαδικασία χορήγησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) από Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δι­καίου ή Ιδιώτες», όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει.

η. Η με αρ. ΣΤ/17029/22.7.2012 σχετικά με «Τροποποί­ηση της υ.α. Ζ/3378/93 (Β’ 356) όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει (Β’ 722). Οι παράγραφοι 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 68 του α.ν. 2545/1940.

θ. Η παράγραφος 1 του άρθρου 68 του α.ν. 2545/1940. ι. Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει θέματα της παρούσας παραγράφου Θ’.

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ι΄: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑ­ΓΗΣ

Ι.1.– Κατάργηση ελάχιστων νομίμων αμοιβών:

H αμοιβή για τη διενέργεια ενεργειακής επιθεώρησης κτιρίων, λεβήτων και εγκαταστάσεων θέρμανσης και εγκαταστάσεων κλιματισμού καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών. Οι προβλεπόμενες στο π.δ. 100/2010 (Α’ 177) ως ελάχιστες νόμιμες αμοιβές καταργούνται. Οι εισφορές και τα δικαι­ώματα που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, υπολογίζονται εφεξής επί της συμβατικής αμοιβής.

 

Ι.2.– Ρυθμίσεις ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ:

1. Επιβάλλεται έκτακτη ειδική εισφορά αλληλεγγύης στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, η οποία υπολογίζεται επί του τιμήματος των πωλήσεων ηλεκτρικής ενέργειας που λαμβάνουν χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2012 έως και 30.6.2014 και αφορά τους λειτουργούντες σταθμούς, καθώς και όσους σταθμούς τεθούν σε δοκιμαστική λει­τουργία ή ενεργοποιηθεί η σύνδεσή τους εφεξής.

Η ειδική εισφορά αλληλεγγύης υπολογίζεται ως εκατοστιαίο ποσοστό επί του, προ Φ.Π.Α., τιμήματος πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, που εγχέεται από τον Παραγωγό στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο ή στα ηλεκτρικά συστήματα των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, και ανέρχεται:

 α) Σε είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς που τέθηκαν σε δοκιμαστική λει­τουργία ή ενεργοποιήθηκε η σύνδεσή τους έως 31.12.2011.

β) Σε τριάντα τοις εκατό (30%) για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς που τέθηκαν σε δοκιμαστική λειτουργία ή ενεργοποιήθηκε η σύνδεσή τους μετά την 1.1.2012 και η αποζημίωση της παραγόμενης ενέργειας υπολογίζεται βάσει της τιμής αναφοράς του πίνακα του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009, όπως κάθε φορά ισχύει, που αντι­στοιχεί σε μήνα προγενέστερο του Φεβρουαρίου 2012.

γ) Σε είκοσι επτά τοις εκατό (27%) για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς που τέθηκαν σε δοκιμαστική λει­τουργία ή ενεργοποιήθηκε η σύνδεσή τους μετά την 1.1.2012  και η αποζημίωση της παραγόμενης ενέργειας υπολογίζεται βάσει της τιμής αναφοράς του πίνακα του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009, όπως κάθε φορά ισχύει, που αντιστοιχεί στο διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου 2012 και 9 Αυγούστου 2012.

δ) Σε δέκα τοις εκατό (10%) για τους λοιπούς σταθ­μούς ΑΠΕ και τους σταθμούς ΣΗΘΥΑ.

Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργει­ας και Κλιματικής Αλλαγής δύναται να παραταθεί για ένα ακόμη έτος η υποχρέωση καταβολής της ανωτέρω εισφοράς.

Η ανωτέρω εισφορά δεν επιβάλλεται στους φωτοβολταϊκούς σταθμούς για τους οποίους η αποζημίωση της παραγόμενης ενέργειας υπολογίζεται βάσει της τιμής αναφοράς του πίνακα του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009, που αντιστοιχεί σε ημερομηνία μεταγενέστερη της 9 Αυγούστου 2012, καθώς και για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς του Ειδικού Προγράμματος Ανάπτυξης Φωτοβολταϊκών Συστημάτων σε κτιριακές εγκαταστάσεις.

Τα ποσά που αντιστοιχούν στην ανωτέρω εισφορά υπολογίζονται και παρακρατούνται σε κάθε εκκαθά­ριση από τη ΛΑΓΗΕ ΑΕ και, για την περίπτωση των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, από τη ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ και αποτελούν έσοδο του ειδικού λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999. Για τον υπολογισμό της εισφο­ράς εκδίδεται εκκαθαριστικό σημείωμα, αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στον υπόχρεο.

Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

2. Η παράγραφος 5α) του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009 (Α’ 8), όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 186 του ν. 4001/2011 (Α’ 179), αντικαθίσταται ως εξής:

«5.α) Η σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκό σταθμό συνάπτεται για είκοσι έτη, συνομολογείται με την τιμή αναφοράς που αναγράφεται στον ανωτέρω πίνακα και αντιστοιχεί στην τιμή που ισχύει κατά την ημερομηνία έναρξης της δοκιμαστικής λειτουργίας ή, αν δεν προβλέπεται περίοδος δοκιμα­στικής λειτουργίας, κατά την ημερομηνία της ενεργο­ποίησης της σύνδεσης του φωτοβολταϊκού σταθμού.

Ο αρμόδιος διαχειριστής υποχρεούται στη θέση του φωτοβολταϊκού σταθμού σε δοκιμαστική λειτουργία ή, εάν δεν προβλέπεται περίοδος δοκιμαστικής λειτουρ­γίας, στην ενεργοποίηση της σύνδεσής του, εντός προ­θεσμίας ενός μήνα από τότε που ο ενδιαφερόμενος θα δηλώσει την ετοιμότητα του σταθμού για έναρξη της δοκιμαστικής λειτουργίας ή για ενεργοποίηση της σύνδεσης, εφόσον, κατά την ημερομηνία υποβολής του σχετικού αιτήματος, έχουν ήδη ολοκληρωθεί τα προβλεπόμενα στην οικεία σύμβαση σύνδεσης έργα επέκτασης για σύνδεση ή έχει παρέλθει ο συνομολογημένος στην σύμβαση σύνδεσης χρόνος υλοποίησης των εν λόγω έργων.

Εάν παρέλθει άπρακτο το ανωτέρω διάστημα του ενός μήνα για λόγους οφειλόμενους σε υπαιτιότητα του διαχειριστή, που διαπιστώνεται από τον ίδιο και γνω­στοποιείται εγγράφως προς τον Λειτουργό της Αγοράς ή τον διαχειριστή για τα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά κατά περίπτωση, ως τιμή αναφοράς λαμβάνεται η τιμή που αναγράφεται στον ανωτέρω πίνακα και αντιστοιχεί στην τιμή που ίσχυε κατά την ημερομηνία παρέλευσης της ανωτέρω προθεσμίας του ενός μήνα. Η ανωτέρω έγγραφη γνωστοποίηση παρέχεται μόνον από ειδικώς εντεταλμένα προς τούτο όργανα του αρμόδιου διαχει­ριστή, που ανακοινώνονται στον Λειτουργό της Αγοράς τη ΡΑΕ και την Υπηρεσία Εξυπηρέτησης Επενδυτών για έργα Α.Π.Ε. του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.

Σε κάθε περίπτωση η θέση του φωτοβολταϊκού σταθ­μού σε δοκιμαστική λειτουργία ή, εάν δεν προβλέπεται περίοδος δοκιμαστικής λειτουργίας, η ενεργοποίηση της σύνδεσής του, θα πρέπει να λάβει χώρα εντός προ­θεσμίας τριών (3) μηνών από την υποβολή σχετικού αιτήματος, εφόσον, κατά την ημερομηνία υποβολής του σχετικού αιτήματος, έχουν ήδη ολοκληρωθεί τα προβλεπόμενα στην οικεία σύμβαση σύνδεσης έργα επέκτασης για σύνδεση ή έχει παρέλθει ο συνομολογημένος στη σύμβαση σύνδεσης χρόνος υλοποίησης των εν λόγω έργων. Εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου ο διαχειριστής αποζημιώνει τον ενδιαφερόμενο: α) με το μισό του κόστους των έργων σύνδεσης, όπως αυτό αναγράφεται στη σχετική σύμβα­ση, εάν ο διαχειριστής ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του εντός διαστήματος τεσσάρων (4) μηνών από την υποβολή του αρχικού αιτήματος ή β) με το σύνολο του κόστους των έργων σύνδεσης σε κάθε άλλη περίπτωση.

Σε περίπτωση αδυναμίας σύνδεσης του σταθμού για λόγους οφειλόμενους σε υπαιτιότητα του ενδιαφερο­μένου, η οποία διαπιστώνεται από τον διαχειριστή και γνωστοποιείται εγγράφως προς τον Λειτουργό της Αγοράς ή τον διαχειριστή για τα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά κατά περίπτωση, ιδίως σε περίπτωση ανακρίβειας της δήλωσης περί ετοιμότητας του δεύτερου εδαφίου, το αίτημα απορρίπτεται και ο ενδιαφερόμενος οφεί­λει να υποβάλει εκ νέου αίτημα για θέση του φωτοβολταϊκού σταθμού σε δοκιμαστική λειτουργία ή, εάν δεν προβλέπεται περίοδος δοκιμαστικής λειτουργίας, για ενεργοποίηση της σύνδεσής του, αφού παρέλθουν τουλάχιστον έξι (6) μήνες από την υποβολή του προη­γούμενου αιτήματός του».

3. Για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς για τους οποί­ους έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έχει συναφθεί σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας ή έχει υποβληθεί αίτηση με πλήρη φάκελο για σύναψη σύμβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, ως τιμή ανα­φοράς λαμβάνεται η τιμή που ίσχυε κατά την ημερο­μηνία σύναψης της σύμβασης ή υποβολής της αίτησης με πλήρη φάκελο, υπό την προϋπόθεση ότι η έναρξη δοκιμαστικής λειτουργίας ή, εάν δεν προβλέπεται πε­ρίοδος δοκιμαστικής λειτουργίας, η ενεργοποίηση της σύνδεσής τους, θα λάβει χώρα:

α. Για τους σταθμούς ισχύος έως και 10 MW, εντός απώτατου χρονικού διαστήματος τεσσάρων (4) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος ή ενωρίτερα, όποτε συμπληρωθούν δεκαοκτώ (18) μήνες από την υπογραφή της σύμβασης, της παραγράφου 5α) του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με τον παρόντα νόμο.

β. Για τους σταθμούς ισχύος μεγαλύτερης από 10MW καθώς και για τους σταθμούς ισχύος μικρότερης των 10MW, σε περίπτωση που για τη σύνδεσή τους τα ανα­γκαία νέα έργα σύνδεσης απαιτούν την κατασκευή ενός τουλάχιστον νέου Υποσταθμού YT/MT, εντός απώτατου χρονικού διαστήματος δώδεκα (12) μηνών από τη δη­μοσίευση του παρόντος ή ενωρίτερα, όποτε συμπλη­ρωθούν τριάντα έξι (36) μήνες από την υπογραφή της σύμβασης, της παραγράφου 5(α) του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με τον παρόντα νόμο.

Εάν η έναρξη της δοκιμαστικής λειτουργίας, ή εάν δεν προβλέπεται περίοδος δοκιμαστικής λειτουργίας, η ενεργοποίηση της σύνδεσης των ανωτέρω σταθμών δεν λάβει χώρα εντός των ανωτέρω προθεσμιών, ως τιμή αναφοράς λαμβάνεται η τιμή που αναγράφεται στον πίνακα του άρθρου 27Α του ν. 3734/2009, όπως κάθε φορά ισχύει, και αντιστοιχεί στην τιμή που ισχύει κατά την ημερομηνία έναρξης της δοκιμαστικής λειτουργίας ή της ενεργοποίησης της σύνδεσης του φωτοβολταϊκού σταθμού κατά περίπτωση.

4. Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του ν. 3468/2006 προστίθενται νέα εδάφια ως εξής:

«Η σύμβαση σύνδεσης συνάπτεται εντός διαστήματος τριών (3) μηνών από την υποβολή του σχετικού αιτήμα­τος με πλήρη φάκελο για σταθμούς ηλεκτρικής ενέργει­ας από ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ που, σύμφωνα με την παράγραφο 1    του άρθρου 4, εξαιρούνται από την υποχρέωση λήψης άδειας παραγωγής, και εντός έξι (6) μηνών για τους σταθμούς του άρθρου 3. Οι Διαχειριστές υλοποιούν τα έργα σύνδεσης που αναλαμβάνουν συμβατικά σε διά­στημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει από την υπογραφή της σύμβασης σύνδεσης: α) τους δώδεκα (12) μήνες για σταθμούς που συνδέονται στο Δίκτυο, εφόσον δεν απαιτούνται εργασίες σε υποσταθμούς ΥΤ/ΜΤ, β) τους δεκαοκτώ (18) μήνες για σταθμούς που συνδέονται στο Δίκτυο εφόσον απαιτούνται εργασίες σε υποσταθμούς ΥΤ/ΜΤ και γ) τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες για τους σταθμούς που συνδέονται στο Σύστημα. Με ειδικά αιτι­ολογημένη απόφασή τους, που κοινοποιείται στη ΡΑΕ, οι διαχειριστές μπορούν σε συγκεκριμένες περιπτώ­σεις να θέτουν μεγαλύτερα χρονικά περιθώρια για την υλοποίηση των έργων σύνδεσης, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό δυσκολίας κατασκευής των έργων αυτών. Η υποχρέωση των Διαχειριστών για υλοποίηση των έργων σύνδεσης εντός των ανωτέρω προθεσμιών δεν ισχύ­ει για: α) συγκροτήματα αιολικών πάρκων συνολικής ισχύος μεγαλύτερης από εκατόν πενήντα (150) MW, β) αιολικά πάρκα που συνδέονται με το Σύστημα μέσω ειδικού προς τούτο υποθαλάσσιου καλωδίου και γ) άλλα αναλόγου μεγέθους σύνθετα έργα».

 

Ι.3. Τροποποίηση διατάξεων του Ν. 3054/2002:

1. Η παράγραφος 7 του άρθρου 3 του ν. 3054/2002 (Α’ 230) αντικαθίσταται ως εξής:

«7. Μεταφορέας: Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκτελεί μεταφορά πετρελαιοειδών προϊόντων με ένα από τα προβλεπόμενα μέσα στην παράγραφο 6».

2. Η παράγρ. 8 άρθρου 4 του ν. 3054/2002 αντικαθίσταται ως εξής:

«8. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Ανάπτυξης, Αντα­γωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Οικονομικών καθορίζονται λεπτομέρειες για την διακίνηση των πετρελαιοειδών προϊόντων από τους κατόχους αδειών του παρόντος νόμου».

3. Στο άρθρο 5Α του ν. 3054/2002 προστίθεται παρά­γρ. 4 ως εξής:

«4. Η μεταφορά των βιοκαυσίμων και βιορευστών που διαθέτουν οι κάτοχοι άδειας Διάθεσης Βιοκαυσίμων πραγματοποιείται με βυτιοφόρα (Φ.Ι.Χ. και Φ.Δ.Χ.), ιδι­όκτητα ή μισθωμένα. Με την επιφύλαξη των σχετικών αγορανομικών διατάξεων, o εκάστοτε κύριος του προ­ϊόντος φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την ποιότη­τα και την ποσότητα των προϊόντων που διακινεί και διαθέτει στους τελικούς καταναλωτές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ.17.

Οι κάτοχοι άδειας Διάθεσης Βιοκαυσίμων, μπορούν να χρησιμοποιούν για τη μεταφορά των βιοκαυσίμων και βιορευστών τις υπηρεσίες τρίτων (μεταφορέων), μη κατόχων άδειας κατά το νόμο αυτόν, και στους οποίους δεν πραγματοποιείται μεταβίβαση της κυριότητας των μεταφερόμενων προϊόντων. Η μεταφορά και η πώληση των προϊόντων γίνεται με παραστατικά των κατόχων άδειας Διάθεσης Βιοκαυσίμων, οι οποίοι φέρουν την αποκλειστική ευθύνη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17,  για την ποιότητα και ποσότητα των προϊόντων που διακινούν και διαθέτουν, με την επιφύλαξη των σχετικών αγορανομικών διατάξεων.

Τα ανωτέρω μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιούνται για τη διάθεση των βιοκαυσίμων και βιορευστών των κατόχων άδειας Διάθεσης Βιοκαυσίμων πρέπει να φέ­ρουν εμφανώς, κατά περίπτωση, το εμπορικό σήμα του κατόχου της άδειας Διάθεσης Βιοκαυσίμων, σύμφωνα με τα στοιχεία της άδειάς του, ή το εμπορικό σήμα του μεταφορέα με τον οποίο έχει συναφθεί σύμβαση μεταφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Η δαπάνη εγκατάστασης του σήματος αυτού βαρύνει τον ιδιοκτήτη του μεταφορικού μέσου, ενώ σε περίπτωση χρηματοδοτικής μίσθωσης ή αγοράς με πα­ρακράτηση κυριότητας, η δαπάνη βαρύνει τον μισθωτή ή τον αγοραστή του μεταφορικού μέσου, αντίστοιχα. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότη­τας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της σήμανσης των ανωτέρω μεταφορικών μέσων».

4. Η περίπτωση γ’ της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του ν. 3054/2002 αντικαθίσταται ως εξής:

«γ. Διαθεσιμότητα μεταφορικών μέσων (βυτιοφόρων οχημάτων ή πλωτών εφοδιαστικών μέσων) που να μπορούν να εξασφαλίσουν την ομαλή τροφοδοσία της αγοράς και την ομαλή και συνεχή διακίνηση των προϊ­όντων που εμπορεύεται ο κάτοχος της άδειας Εμπορί­ας, λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις τροφοδοσίας γεωγραφικών περιοχών που μπορεί να έχουν επιβληθεί στον κάτοχο της άδειας, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του νόμου αυτού.

Τα μεταφορικά μέσα, βυτιοφόρα (Φ.Ι.Χ. και Φ.Δ.Χ.) και πλωτά εφοδιαστικά (όπως δεξαμενόπλοια ή σλέπια), ιδι­όκτητα και μισθωμένα, πρέπει να φέρουν εμφανώς, κατά περίπτωση, το εμπορικό σήμα του κατόχου της άδειας Εμπορίας, σύμφωνα με τα στοιχεία της άδειάς του, ή το εμπορικό σήμα του μεταφορέα με τον οποίο έχει συναφθεί σύμβαση μεταφοράς, σύμφωνα με τις διατά­ξεις του παρόντος νόμου. Τα ανωτέρω μεταφορικά μέσα των εταιρειών Εμπορίας κατηγορίας Β1 και Β2 πρέπει να φέρουν επιπλέον ειδικά σήματα. Η δαπάνη εγκατά­στασης των ανωτέρω σημάτων βαρύνει τον ιδιοκτήτη του μεταφορικού μέσου, ενώ σε περίπτωση χρηματοδο­τικής μίσθωσης ή αγοράς με παρακράτηση κυριότητας, η δαπάνη βαρύνει τον μισθωτή ή τον αγοραστή του μεταφορικού μέσου, αντίστοιχα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Οικονομικών, καθώς και Ναυτιλίας και Αιγαίου όπου απαιτείται, καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της σήμανσης των ανωτέρω μεταφορικών μέσων και οι τεχνικές λεπτομέρειες ανά είδος καυσίμου».

5. Η παράγραφος 7 του άρθρου 6 του ν. 3054/2002 αντικαθίσταται ως εξής:

«7. Ο κάτοχος άδειας Εμπορίας έχει, σύμφωνα με τους όρους αυτής, την υποχρέωση της ομαλούς και συνεχούς τροφοδοσίας της αγοράς και φέρει την ευθύνη, σύμ­φωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17, για τη διακίνηση των προϊόντων που εμπορεύεται. Με την επιφύλαξη των σχετικών αγορανομικών διατάξεων, ο εκάστοτε κύριος του προϊόντος φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την ποιότητα και την ποσότητα των προϊόντων που διακινεί και διαθέτει στους τελικούς καταναλωτές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17».

6. Η παράγραφος 8 του άρθρου 6 του ν. 3054/2002 αντικαθίσταται ως εξής:

«8. Οι κάτοχοι άδειας Εμπορίας μπορούν να χρησιμο­ποιούν για τη μεταφορά των πετρελαιοειδών προϊόντων τις υπηρεσίες τρίτων (μεταφορέων) μη κατόχων άδειας κατά το νόμο αυτό, και στους οποίους δεν πραγμα­τοποιείται μεταβίβαση της κυριότητας των μεταφερόμενων προϊόντων. Η μεταφορά και η πώληση των πετρελαιοειδών προϊόντων γίνεται με παραστατικά των κατόχων άδειας Εμπορίας, οι οποίοι φέρουν την αποκλειστική ευθύνη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17, για την ποιότητα και ποσότητα των προϊόντων που δι­ακινούν και διαθέτουν στους τελικούς καταναλωτές, με την επιφύλαξη των σχετικών αγορανομικών διατάξεων».

7. Η παράγρ. 2 άρθρου 7 του ν. 3054/2002 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι κάτοχοι άδειας Λιανικής Εμπορίας προμηθεύ­ονται πετρελαιοειδή προϊόντα από κατόχους άδειας Εμπορίας. Οι κάτοχοι άδειας Λιανικής Εμπορίας των κατηγοριών με τα στοιχεία α’ και β’ της παραγράφου 3    που δεν προμηθεύονται πετρελαιοειδή προϊόντα από κάτοχο άδειας Εμπορίας με βάση αποκλειστική σύμβαση και δεν φέρουν στο πρατήριό τους το εμπορικό σήμα αυτού («Ανεξάρτητα Πρατήρια») μπορούν να προμηθεύ­ονται πετρελαιοειδή προϊόντα και από κατόχους άδειας Διύλισης, αποκλειστικά για τα πρατήριά τους, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 5. Οι κάτοχοι άδειας Λιανικής Εμπορίας του προηγούμενου εδαφίου υποχρεούνται να προβαίνουν στον εκτελωνισμό των ανωτέρω πετρελαιοειδών προϊόντων.

Η μεταφορά των πετρελαιοειδών προϊόντων που δι­ακινούν οι κάτοχοι άδειας Λιανικής Εμπορίας, κατά τα ανωτέρω, πραγματοποιείται με βυτιοφόρα (Φ.Ι.Χ. και Φ.Δ.Χ.), ιδιόκτητα ή μισθωμένα. Με την επιφύλαξη των σχετικών αγορανομικών διατάξεων, o εκάστοτε κύριος του προϊόντος φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την ποιότητα και την ποσότητα των προϊόντων που διακινεί και διαθέτει στους τελικούς καταναλωτές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17.

Οι κάτοχοι άδειας Λιανικής Εμπορίας των κατηγοριών με τα στοιχεία α’, β’ και γ’ της παραγράφου 3, συμπερι­λαμβανομένων των «Ανεξάρτητων Πρατηρίων», μπορούν να χρησιμοποιούν για τη μεταφορά των πετρελαιοειδών προϊόντων τις υπηρεσίες τρίτων (μεταφορέων), μη κα­τόχων άδειας κατά το νόμο αυτό, και στους οποίους δεν πραγματοποιείται μεταβίβαση της κυριότητας των μεταφερόμενων προϊόντων. Η μεταφορά και η πώληση των πετρελαιοειδών προϊόντων γίνεται με παραστατι­κά των κατόχων άδειας Λιανικής Εμπορίας, οι οποίοι φέρουν την αποκλειστική ευθύνη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17, για την ποιότητα και ποσότητα των προϊόντων που διακινούν και διαθέτουν στους τελικούς καταναλωτές, με την επιφύλαξη των σχετικών αγορανομικών διατάξεων.

Τα ανωτέρω μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιούνται για τη διακίνηση των πετρελαιοειδών προϊόντων των κατόχων άδειας Λιανικής Εμπορίας των κατηγοριών με τα στοιχεία α’, β’ και γ’ της παραγράφου 3, πρέ­πει να φέρουν εμφανώς, κατά περίπτωση, το εμπορικό σήμα του κατόχου της άδειας Εμπορίας, εφόσον προ­μηθεύονται πετρελαιοειδή προϊόντα από κάτοχο άδειας Εμπορίας με βάση αποκλειστική σύμβαση και φέρουν στο πρατήριό τους το εμπορικό σήμα αυτού, άλλως, κατά περίπτωση, το εμπορικό σήμα του κατόχου της Άδειας Λιανικής Εμπορίας, του Συνεταιρισμού ή της Κοινοπραξίας στην οποία ανήκουν, ή το εμπορικό σήμα του μεταφορέα με τον οποίο έχει συναφθεί σύμβαση μεταφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Η δαπάνη εγκατάστασης του σήματος αυτού βαρύνει τον ιδιοκτήτη του μεταφορικού μέσου, ενώ σε περίπτωση χρηματοδοτικής μίσθωσης ή αγοράς με πα­ρακράτηση κυριότητας, η δαπάνη βαρύνει τον μισθωτή ή τον αγοραστή του μεταφορικού μέσου, αντίστοιχα. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότη­τας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της σήμανσης των ανωτέρω μεταφορικών μέσων».

8. Η παράγρ. 8 άρθρου 15 του ν. 3054/2002 αντικαθίσταται ως εξής:

«8.α. Δεν επιτρέπεται η διακίνηση πετρελαιοειδών προϊόντων από πρόσωπα που δεν είναι κάτοχοι άδειας που έχει χορηγηθεί σύμφωνα με το άρθρο 4 του νόμου αυτού ή από μεταφορείς που δεν έχουν συνάψει σύμ­βαση μεταφοράς πετρελαιοειδών προϊόντων με κατόχους αδειών του ίδιου άρθρου. Επίσης, δεν επιτρέπεται η διακίνηση πετρελαιοειδών προϊόντων από και προς εγκαταστάσεις για τις οποίες δεν έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας ή δεν λειτουργούν νόμιμα. Στα παραστα­τικά διακίνησης πρέπει να αναγράφεται και ο αριθμός άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης προς την οποία πρόκειται να γίνει η παράδοση.

β. Στις περιπτώσεις του άρθρου 5Α παράγραφος 4, του άρθρου 6 παράγραφοι 7 και 8 και του άρθρου 7 παράγραφος 2, με την επιφύλαξη των σχετικών αγο­ρανομικών διατάξεων, ο μεταφορέας, στον οποίον ο εκάστοτε κύριος του προϊόντος και κάτοχος της αντί­στοιχης άδειας αναθέτει με σύμβαση τη μεταφορά του προϊόντος, έχει την αποκλειστική ευθύνη για την ποι­ότητα και την ποσότητα του προϊόντος που διακινεί κατά το στάδιο της μεταφοράς».

9. Η παράγραφος 8α του άρθρου 15 του ν. 3054/2002 αντικαθίσταται ως εξής:

«8α. Δεν επιτρέπεται η διακίνηση πετρελαιοειδών προ­ϊόντων από κατόχους άδειας Εμπορίας, Λιανικής Εμπο­ρίας και Διάθεσης Βιοκαυσίμων, με μεταφορικά μέσα, βυτιοφόρα (Φ.Ι.Χ. ή Φ.Δ.Χ.) ή πλωτά εφοδιαστικά (όπως δεξαμενόπλοια και σλέπια), ιδιόκτητα ή μισθωμένα, τα οποία δεν φέρουν:

αα) σε εμφανές σημείο, κατά περίπτωση, το εμπορικό σήμα του κατόχου άδειας Εμπορίας, άδειας Λιανικής Εμπορίας ή Συνεταιρισμού ή Κοινοπραξίας αυτών, ή άδειας Διάθεσης Βιοκαυσίμων, ή το εμπορικό σήμα του μεταφορέα με τον οποίο έχουν συνάψει σύμβαση μετα­φοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 5γ και 8, του άρθρου 7 παρ. 2 και του άρθρου 5Α παρ. 4 του νόμου αυτού, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων, και

ββ) ηλεκτρονικό σύστημα γεωγραφικού εντοπισμού (GPS). Η δαπάνη εγκατάστασης του συστήματος αυτού βαρύνει τον ιδιοκτήτη του μεταφορικού μέσου, ενώ σε περίπτωση χρηματοδοτικής μίσθωσης ή αγοράς με πα­ρακράτηση κυριότητας, η δαπάνη βαρύνει τον μισθωτή ή τον αγοραστή του μεταφορικού μέσου, αντίστοιχα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγω­νιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Οικονομικών, καθώς και Ναυτιλίας και Αιγαίου όπου απαιτείται, καθορίζονται οι προδιαγραφές, η διαδικασία και οι όροι εγκατάστασης του ανωτέρω συστήματος, το ακριβές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής, οι συγκεκριμένες κατηγορίες βυτιοφόρων (Φ.Ι.Χ. και Φ.Δ.Χ.) και πλωτών εφοδιαστικών μέσων που υπάγονται στην ανωτέρω ρύθ­μιση, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση καθορίζονται οι προδιαγραφές, η διαδικασία και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την υλοποίηση του συστήματος με το οποίο θα αντλούνται και θα αξιοποιούνται οι πληροφορίες από το ηλεκτρονικό σύστημα γεωγραφικού προσδιορισμού (GPS) των μεταφορικών μέσων.

β. Δεν επιτρέπεται η διακίνηση πετρελαιοειδών προϊ­όντων με βυτιοφόρα (Φ.Ι.Χ. ή Φ.Δ.Χ.), ιδιόκτητα ή μισθω­μένα, τα οποία δεν φέρουν:

αα) πιστοποιητικό ADR του βυτιοφόρου και του οδηγού αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις της Υ.Α. 35043/2524/1.9.2010 (Β’ 1385) όπως ισχύει, καθώς και

ββ) ηλεκτρονικά αναγνώσιμο σήμα ψηφιακής ταυτό­τητας του βυτιοφόρου και των ρυμουλκούμενων αυτού, εφόσον υπάρχουν. Η δαπάνη εγκατάστασης του σή­ματος αυτού βαρύνει τον ιδιοκτήτη του μεταφορικού μέσου, ενώ σε περίπτωση χρηματοδοτικής μίσθωσης ή αγοράς με παρακράτηση κυριότητας, η δαπάνη βα­ρύνει τον μισθωτή ή τον αγοραστή του μεταφορικού μέσου, αντίστοιχα. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυ­ξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται οι προδιαγραφές, η διαδικασία και οι όροι εγκατάστασης του ανωτέρω σήματος, το ακριβές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής, οι συγκεκριμένες κατηγορίες βυτιοφόρων (Φ.Ι.Χ. και Φ.Δ.Χ.) που υπάγο­νται στην ανωτέρω ρύθμιση, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

γ. Στα μεταφορικά μέσα, βυτιοφόρα (Φ.Ι.Χ. ή Φ.Δ.Χ.) ή πλωτά εφοδιαστικά (όπως δεξαμενόπλοια και σλέπια), ιδιόκτητα ή μισθωμένα, των κατόχων άδειας Εμπορίας, Λιανικής Εμπορίας και Διάθεσης Βιοκαυσίμων, δύναται να εγκατασταθούν ηλεκτρονικά συστήματα διασφάλι­σης της ποσοτικής και ποιοτικής ακεραιότητας κατά τη διακίνηση προμετρημένων ποσοτήτων καυσίμου, μέσω σφράγισης των διαμερισμάτων, με δυνατότητα τηλεματικής μεταφοράς δεδομένων, σχετικών με την οποιαδήποτε παρέμβαση κατά τη διακίνηση. Η δαπά­νη εγκατάστασης του συστήματος αυτού βαρύνει τον ιδιοκτήτη του μεταφορικού μέσου, ενώ σε περίπτωση χρηματοδοτικής μίσθωσης ή αγοράς με παρακράτηση κυριότητας, η δαπάνη βαρύνει τον μισθωτή ή τον αγο­ραστή του μεταφορικού μέσου, αντίστοιχα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δι­κτύων, καθώς και Ναυτιλίας και Αιγαίου όπου απαιτείται, καθορίζονται οι προδιαγραφές, η διαδικασία και οι όροι εγκατάστασης των ανωτέρω συστημάτων, το ακριβές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής, οι συγκεκριμένες κατηγορίες βυτιοφόρων (Φ.Ι.Χ. και Φ.Δ.Χ.) που υπάγο­νται στην ανωτέρω ρύθμιση, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

δ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ρυθμίζονται τα σχετικά με τη χορήγηση αδειών κυ­κλοφορίας Φ.Ι.Χ. βυτιοφόρων αυτοκινήτων που δύναται να έχουν στη κατοχή τους οι εταιρείες που διαθέτουν άδεια Εμπορίας, Λιανικής Εμπορίας και Διάθεσης Βιοκαυσίμων και ιδίως: α) οι προϋποθέσεις χορήγησης αδειών κυκλοφορίας, β) οι όροι και οι περιορισμοί ασκήσεως των δικαιωμάτων που παρέχονται με τις άδειες κυκλοφορίας, γ) η διαδικασία έκδοσης των αδειών, δ) οι αρμόδιες για την έκδοση αρχές και τα υποβαλλόμε­να ενώπιον τους δικαιολογητικά και ε) οι μεταβατικές ρυθμίσεις για της ήδη διαθέτουσες άδειες κυκλοφορίας εταιρείες».

10.    Η παράγραφος 11 του άρθρου 15 του ν. 3054/2002, που προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 320 του ν. 4072/2012 (Α’ 86), αναριθμείται σε 12 και αντικα­θίσταται ως εξής:

«12. Τα υγρά καύσιμα που διατίθενται στην κατανάλω­ση ή διακινούνται ή αποθηκεύονται εντός της Ελληνικής Επικράτειας, ιχνηθετούνται με μοριακής τεχνολογίας ιχνηθέτες. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονο­μικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται τα συγκεκριμένα είδη υγρών καυσίμων που υπάγονται στην ανωτέρω ρύθμιση και ρυθμίζονται τεχνικά ζητήματα για την εφαρ­μογή της παρούσας παραγράφου ανά είδος καυσίμου, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

Υγρά καύσιμα που καταναλώθηκαν, διακινήθηκαν ή αποθηκεύτηκαν κατά τα ανωτέρω και δεν ανιχνεύεται η σήμανσή τους με μοριακής τεχνολογίας ιχνηθέτες, θεωρούνται παράνομα, έστω κι αν διαθέτουν σχετικά παραστατικά».

11.    Η παράγραφος 1 του άρθρου 16 του ν. 3054/2002 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Όποιος χωρίς νόμιμη άδεια ή κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 15 παράγραφος 8α περίπτωση α’ του νόμου αυτού διυλίζει, αποθηκεύει, εμπορεύεται, διακινεί, παραδίδει, προμηθεύει, εφοδιάζει, εμφιαλώνει ή πωλεί αργό πετρέλαιο ή πετρελαιοειδή ή άλλα ενεργει­ακά προϊόντα υπό την έννοια του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη των περί λαθρεμπορίας διατάξεων του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) μέχρι πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ».

 

Ι.4.– Τροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων του ν. 4001/2011:

Ο ν. 4001/2011 (Α’ 179) τροποποιείται ως εξής:

1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 14 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Σε περίπτωση που έργα, τα οποία εντάσσονται στο Πρόγραμμα Ανάπτυξης, δεν υλοποιούνται για λόγους οφειλόμενους σε πταίσμα του αρμόδιου Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς, η ΡΑΕ ενεργεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 63Θ εφόσον πρόκειται για το ΕΣΦΑ ή το άρθρο 108 εφόσον πρόκειται για το Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας».

2. Η παράγραφος 4 του άρθρου 18 αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Με απόφαση της ΡΑΕ, δύναται να ανατίθενται σε Ανεξάρτητο Διαχειριστή Συστήματος, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 63Ι ή 111 του παρόντος νόμου, όλες ή συγκεκριμένες αρμοδιότητες του διαχειριστή του ΕΣΦΑ ή του Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας, όπως αυτές καθορίζονται με τα άρθρα 68 και 94 αντίστοιχα, σε περίπτωση διαρκούς παραβίασης εκ μέρους του αντίστοιχου Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς των υποχρεώσεων που υπέχει από την εθνι­κή και ευρωπαϊκή νομοθεσία, και, ιδίως, σε περίπτωση κατ’ εξακολούθηση μεροληπτικής συμπεριφοράς προς όφελος της Κάθετα Ολοκληρωμένης Επιχείρησης στην οποία ανήκουν».

3. Η παράγραφος 1 του άρθρου 20 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Η τοποθέτηση ή η απομάκρυνση του Υπευθύνου Συμμόρφωσης Ανεξάρτητων Διαχειριστών Μεταφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63Η και 107, καθώς και οι όροι της σχετικής εντολής που αυτοί λαμ­βάνουν από το Εποπτικό Συμβούλιο του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς, υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση της ΡΑΕ».

4. Το άρθρο 62 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 62.– 1. Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου, θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι κάτωθι προϋποθέσεις:

(α) Το ίδιο ή τα ίδια πρόσωπα δεν δικαιούνται:

(αα) να ασκούν άμεσα ή έμμεσα Έλεγχο επί επιχεί­ρησης που εκτελεί οποιαδήποτε από τις δραστηριό­τητες παραγωγής ή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ή φυσικού αερίου και συγχρόνως να ασκούν άμεσα ή έμμεσα Έλεγχο ή να ασκούν οποιοδήποτε δικαίωμα σε διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας ή σε Σύστημα Μεταφοράς Φυσι­κού Αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας, ούτε (ββ) να ασκούν άμεσα ή έμμεσα Έλεγχο επί Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου ή ηλεκτρικής ενέργειας ή επί Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αε­ρίου ή ηλεκτρικής ενέργειας και συγχρόνως να ασκούν άμεσα ή έμμεσα Έλεγχο ή να ασκούν οποιοδήποτε δι­καίωμα σε επιχείρηση που εκτελεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες παραγωγής ή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου.

(β) Το ίδιο ή τα ίδια πρόσωπα δεν δικαιούνται να διο­ρίζουν μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή οργάνων με εκπροσωπευτική εξουσία σε Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου ή σε Σύστημα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου και να ασκούν άμεσα ή έμμεσα Έλεγχο ή να ασκούν οποιοδήποτε δικαίωμα σε επιχείρηση που εκτε­λεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες παραγωγής ή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας και Φυσικού Αερίου και

(γ) Το ίδιο πρόσωπο δεν δικαιούται να είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου ή οργάνων με εκπροσωπευτική εξουσία τόσο σε επιχείρηση που ασκεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες παραγωγής ή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου όσο και σε Δι­αχειριστή Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου ή Σύστημα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου.

2. Τα δικαιώματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α’ και β’, περιλαμβάνουν ειδικότερα:

(α) την εξουσία άσκησης δικαιωμάτων ψήφου,

(β) την εξουσία διορισμού μελών του διοικητικού συμ­βουλίου ή των οργάνων που εκπροσωπούν νόμιμα την επιχείρηση ή

(γ) την κατοχή πλειοψηφικού μεριδίου στο μετοχικό ή εταιρικό κεφάλαιο της επιχείρησης ή του Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου.

3. Η υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 61 θεωρείται ότι πληρούται όταν δύο ή περισ­σότερες επιχειρήσεις που έχουν στην κυριότητά τους Συστήματα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου έχουν συστήσει κοινοπραξία, η οποία ενεργεί ως Διαχειριστής Συστήμα­τος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου σε δύο ή περισσότερα κράτη – μέλη για τα εν λόγω Συστήματα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου. Ουδεμία άλλη επιχείρηση επιτρέπεται να συμμετέχει στην κοινοπραξία, εκτός εάν έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 14 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ ως ανεξάρτητος διαχειριστής συστήματος ή αν έχει πιστοποιηθεί ως ανεξάρτητος διαχειριστής μεταφοράς για τους σκοπούς του Κεφαλαίου IV της ίδιας Οδηγίας.

4. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, εφόσον το πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 2, στοιχεία α’, β’ και γ’, είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή άλλος φορέας, οργανισμός ή κρατικός λειτουργός του Δημόσιου Τομέα, τότε δύο διαφορετικοί φορείς του Δημόσιου Τομέα που ασκούν Έλεγχο αφ’ ενός στο διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου ή σε Σύστημα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου και αφ’ ετέρου σε επιχείρηση που ασκεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες παραγωγής ή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου δεν θεωρούνται ότι είναι το ίδιο ή τα ίδια πρόσωπα, εφόσον δεν βρίσκονται υπό τον έλεγχο του ίδιου τρίτου φορέα του Δημόσιου Τομέα.

5. Οι Διαχειριστές Συστημάτων Μεταφοράς Φυσικού Αερίου και το προσωπικό τους υπόκεινται στις υποχρε­ώσεις εχεμύθειας σύμφωνα με το άρθρο 66 του παρό­ντος ως προς τις εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες, οι οποίες περιέρχονται σε γνώση τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Οι εν λόγω πληροφορίες δεν διαβιβάζονται σε επιχειρήσεις που ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες παραγωγής ή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου.

6. Οι επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες παρα­γωγής ή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου δεν δικαιούνται σε καμία περίπτωση να απο­κτούν τον Έλεγχο ή να ασκούν οποιοδήποτε δικαίω­μα άμεσα ή έμμεσα επί διαχωρισμένων Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Φυσικού Αερίου της χώρας ή άλλων κρατών – μελών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

7. Κάθετα ολοκληρωμένη επιχείρηση που έχει στην κυριότητά της σύστημα μεταφοράς σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να παρεμποδίζεται να λάβει μέτρα για τη συμμόρφωσή της με τις διατάξεις του παρόντος».

5. Μετά το άρθρο 63 προστίθενται άρθρα 63Α έως 63Ι, ως εξής:

«Άρθρο 63Α.–Ειδικές διατάξεις για τον ΔΕΣΦΑ Α.Ε.

1. Ειδικώς όσον αφορά στον ΔΕΣΦΑ Α.Ε., ο οποίος συστάθηκε με το π.δ. 33/2007 (Α’ 31) κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 7 του ν. 3428/2005 (Α’ 313), δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 62 και 63 για τους Διαχωρισμένους Διαχειριστές Συστημάτων Μεταφοράς Φυσικού Αερίου, εφόσον η ΔΕΠΑ Α.Ε. εξα­κολουθεί να συμμετέχει στο μετοχικό του κεφάλαιο. Στην περίπτωση αυτή στον ΔΕΣΦΑ Α.Ε. εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 63Β ως και 63Θ και η παρά­γραφος 4 του άρθρου 63Ι.

2. Η ΔΕΠΑ Α.Ε. δικαιούται ανά πάσα στιγμή να μετα­βιβάσει τις μετοχές του ΔΕΣΦΑ Α.Ε. που της ανήκουν. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται και στον ΔΕΣΦΑ Α.Ε. οι διατάξεις των άρθρ. 62 και 63.

Άρθρο 63Β. –Πάγια στοιχεία, εξοπλισμός, προσωπικό και ταυτότη­τα του ΔΕΣΦΑ ΑΕ και σχέσεις του με τη ΔΕΠΑ ΑΕ (Άρθρο 17 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ):

1. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ στελεχώνεται με όλο το ανθρώπινο δυναμικό και εξοπλίζεται με όλους τους τεχνικούς, υλι­κούς και οικονομικούς πόρους που είναι απαραίτητοι για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του στο πλαίσιο του παρόντος νόμου και για την άσκηση της δραστη­ριότητας της Μεταφοράς Φυσικού Αερίου. Ειδικότερα: (α) Τα πάγια στοιχεία που είναι απαραίτητα για την άσκηση της δραστηριότητας της Μεταφοράς Φυσικού Αερίου, συμπεριλαμβανομένου του Συστήματος Μετα­φοράς, είναι ιδιοκτησία του, όπως ορίζεται με το άρθρο 7    του ν. 3428/2005 (Α’ 313). (β) Το προσωπικό που είναι απαραίτητο για την άσκηση της δραστηριότητας της Μεταφοράς Φυσικού Αερίου, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης όλων των εταιρικών καθηκόντων, πέραν του προσωπικού που έχει ήδη μεταφερθεί στον ΔΕΣΦΑ ΑΕ με το π.δ. 34/2007 (Α’ 31) κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 3428/2005, προσλαμβάνεται αποκλειστικά από τον ΔΕΣΦΑ ΑΕ.

(γ) Η εκμίσθωση προσωπικού και η παροχή υπηρεσιών προς οποιοδήποτε και από οποιοδήποτε άλλο τμήμα ή κλάδο ή άλλη Συνδεδεμένη Επιχείρηση της ΔΕΠΑ ΑΕ απαγορεύεται. Ωστόσο, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ δικαιούται να παρέχει υπηρεσίες στη ΔΕΠΑ ΑΕ, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι κάτωθι προϋποθέσεις:

(αα) η παροχή των υπηρεσιών αυτών δεν οδηγεί σε διακρίσεις εις βάρος άλλων Χρηστών του ΕΣΦΑ, (ββ) διατίθεται σε όλους τους Χρήστες υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, (γγ) δεν περιορίζει, στρεβλώνει ή παρεμποδίζει τον ανταγωνισμό κατά την παραγωγή ή προμήθεια ηλεκτρι­κής ενέργειας ή φυσικού αερίου, και (δδ) οι όροι και οι προϋποθέσεις παροχής των εν λόγω υπηρεσιών έχουν προηγουμένως εγκριθεί από τη ΡΑΕ.

2. Με την επιφύλαξη των αποφάσεων του Εποπτικού Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 63Ε του παρόντος, οι κατάλληλοι οικονομικοί πόροι για μελλοντικά επενδυ­τικά σχέδια ή/και για την αντικατάσταση των υφιστά­μενων πάγιων στοιχείων του ΕΣΦΑ παρέχονται στον ΔΕΣΦΑ ΑΕ σε εύθετο χρόνο από τη ΔΕΠΑ ΑΕ, κατόπιν σχετικού αιτήματός του.

3. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ απαγορεύεται:

(α) Να δημιουργεί σύγχυση με την ταυτότητα, τις ανακοινώσεις, τα σήματα και τις εγκαταστάσεις του, όσον αφορά την ιδιαίτερη ταυτότητα της ΔΕΠΑ ΑΕ ή οιουδήποτε μέρους της.

(β) Να μοιράζεται συστήματα πληροφορικής ή εξοπλι­σμό, χώρους και συστήματα ασφαλείας με οποιοδήποτε τμήμα της ΔΕΠΑ ΑΕ ή να συνεργάζεται με τους ίδιους συμβούλους ή εξωτερικούς εργολάβους για τα συστή­ματα πληροφορικής ή τον εξοπλισμό και τα συστήματα ασφαλείας του.

(γ) Να αναθέτει τον έλεγχο των λογαριασμών του σε ελεγκτή που ελέγχει τους λογαριασμούς της ΔΕΠΑ ΑΕ ή άλλου τμήματος ή κλάδου αυτής.

4. Είναι δυνατή η τροποποίηση της επωνυμίας του ΔΕΣΦΑ ΑΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, εφόσον τούτο δεν συνεπάγεται παράβαση των διατά­ξεων της παραγράφου 3.

Άρθρο 63Γ.– Μέτρα ανεξαρτησίας του ΔΕΣΦΑ ΑΕ (Άρθρο 18 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ):

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 63Ε, 63Θ παράγραφοι 9 και 10 και 63Ι, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να λαμβάνει αποφάσεις που αφορούν στους πόρους που είναι αναγκαίοι για τη λειτουργία, τη συντήρηση και την ανάπτυξη του ΕΣΦΑ συμπεριλαμβανομένης της άντλησης κεφαλαίων στη χρηματαγορά, ιδίως μέσω δανεισμού και αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου του.

2. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ ενεργεί πάντα κατά τρόπο που να διασφαλίζει ότι διαθέτει τους πόρους που χρειάζεται για την ομαλή και αποτελεσματική διενέργεια της δραστη­ριότητας της Μεταφοράς Φυσικού Αερίου και για την ανάπτυξη και διατήρηση αποτελεσματικού, ασφαλούς και οικονομικού ΕΣΦΑ.

3. Τυχόν θυγατρικές επιχειρήσεις της ΔΕΠΑ ΑΕ που εκτελούν δραστηριότητες παραγωγής ή προμήθειας Φυσικού Αερίου, απαγορεύεται να αποκτήσουν άμεση ή έμμεση συμμετοχή στον ΔΕΣΦΑ ΑΕ. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ δεν έχει ούτε άμεση ούτε έμμεση συμμετοχή σε θυγατρι­κές επιχειρήσεις της ΔΕΠΑ ΑΕ που δραστηριοποιούνται στους τομείς της παραγωγής και της προμήθειας Φυσι­κού Αερίου ούτε λαμβάνει μερίσματα ή άλλο οικονομικό όφελος από τις επιχειρήσεις αυτές.

4. Η συνολική οργανωτική δομή και το καταστατικό του ΔΕΣΦΑ ΑΕ διασφαλίζουν την ουσιαστική ανεξαρ­τησία του σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο. Η ΔΕΠΑ ΑΕ απαγορεύεται να ορίζει άμεσα ή έμμεσα την αντα­γωνιστική συμπεριφορά του ΔΕΣΦΑ ΑΕ σε σχέση με τις καθημερινές δραστηριότητές του και τη διαχείριση του ΕΣΦΑ, ή σε σχέση με τις δραστηριότητες που είναι απαραίτητες για την προετοιμασία του Προγράμματος Ανάπτυξης του ΕΣΦΑ, το οποίο αναπτύσσεται σύμφωνα με το άρθρο 63Θ του παρόντος.

5. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του σύμφωνα με τους όρους του παρόντος νόμου και σύμφωνα με τα άρθρα 13 παράγραφος 1, 14 παράγραφος 1 στοιχείο (α), 16 παράγραφοι 2, 3 και 5, 18 παράγραφος 6 και 21 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2009, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ δεν προβαίνει σε διακρίσεις κατά προσώπων ή φορέων και δεν περιορίζει, στρεβλώνει ή παρεμπο­δίζει τον ανταγωνισμό στον τομέα της παραγωγής ή προμήθειας Φυσικού Αερίου.

6. Όλες οι εμπορικές και οικονομικές σχέσεις μεταξύ των μερών της ΔΕΠΑ ΑΕ και του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, συμπεριλαμβανομένης της χορήγησης δανείων προς τη ΔΕΠΑ ΑΕ, θα πρέπει να είναι σύμφωνες με τις συνθήκες της αγοράς. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεούται να διατηρεί λεπτο­μερή αρχεία των εν λόγω εμπορικών και οικονομικών σχέσεων και να τα θέτει στη διάθεση της ΡΑΕ κατόπιν αιτήσεώς της.

7. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποβάλλει προς έγκριση στη ΡΑΕ όλες τις εμπορικές και οικονομικές συμφωνίες με τη ΔΕΠΑ ΑΕ, οι οποίες θεωρούνται ως εγκριθείσες σιωπηρώς, αν η ΡΑΕ δεν φέρει αντιρρήσεις εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την υποβολή των συμφωνιών προς έγκριση.

8. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ ενημερώνει τη ΡΑΕ για τους οικο­νομικούς πόρους που αναφέρονται στην παράγραφο 2  του παρόντος και είναι διαθέσιμοι για μελλοντικά επενδυτικά σχέδια ή/και για την αντικατάσταση των παρόντων παγίων στοιχείων του ΕΣΦΑ.

9. Η ΔΕΠΑ ΑΕ απαγορεύεται:

(α) να προβαίνει σε πράξεις που παρεμποδίζουν ή επηρεάζουν τον ΔΕΣΦΑ ΑΕ κατά τη συμμόρφωσή του προς τις υποχρεώσεις που αυτός υπέχει σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο,

(β) να απαιτεί από τον ΔΕΣΦΑ ΑΕ να ζητά έγκριση της ΔΕΠΑ ΑΕ για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών.

10.    Οι υποχρεώσεις πληροφόρησης των μετόχων σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να συνεπάγονται την κοινο­ποίηση εκ μέρους του ΔΕΣΦΑ ΑΕ εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών στη ΔΕΠΑ ΑΕ. Αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης ή του Εποπτικού Συμβουλίου ή του Διοι­κητικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με τις ρυθμίσεις του παρόντος κεφαλαίου, είναι αυτοδικαίως άκυρες. Η προβολή της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία, κατά παρέκκλιση των ρυθ­μίσεων του άρθρου 35β του κ.ν. 2190/1920. Η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί από κάθε μέτοχο ή τρίτο που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35β του κ.ν. 2190/1920.

Άρθρο 63Δ.– Ανεξαρτησία του προσωπικού και διοίκηση του ΔΕΣΦΑ ΑΕ (Άρθρο 19 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ):

1. Οι αποφάσεις σχετικά με το διορισμό, την ανανέωση και τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής και της διάρκειας της περιόδου απασχόλησης των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, λαμβάνονται από το Εποπτικό Συμβούλιο του ΔΕΣΦΑ ΑΕ που διορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 67 του παρόντος και καθίστανται δεσμευτικές, σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 2.

2. Η ταυτότητα και οι όροι που διέπουν τη διάρκεια, την ανανέωση και τη λήξη της θητείας των προσώ­πων που διορίζονται από το Εποπτικό Συμβούλιο ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, και οι λόγοι κάθε προτεινόμενης απόφασης λήξης της πε­ριόδου απασχόλησης, κοινοποιούνται στη ΡΑΕ. Οι όροι αυτοί καθίστανται δεσμευτικοί μόνον εάν, εντός τριών (3) εβδομάδων από την κοινοποίησή τους, η ΡΑΕ δεν εγείρει αντιρρήσεις. Η ΡΑΕ μπορεί να εγείρει αντιρρή­σεις ως προς τις αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου:

(α) εφόσον προκύψουν αμφιβολίες αναφορικά με την επαγγελματική ανεξαρτησία του προτεινόμενου προ­σώπου, ή/και

(β) στην περίπτωση πρόωρης λήξης περιόδου απα­σχόλησης, εάν υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την αιτιολόγηση της πρόωρης λήξης.

3. Τα μισά πλέον ενός των μελών του Διοικητικού Συμ­βουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ ή άλλου συλλογικού οργάνου με εκτελεστικές αρμοδιότητες και, σε κάθε περίπτωση όλα τα πρόσωπα που ασκούν τη διοίκηση ή λαμβάνουν αποφάσεις καθημερινής διαχείρισης του ΕΣΦΑ και όσοι αναφέρονται απευθείας στα πρόσωπα αυτά για ζητή­ματα που αφορούν στη λειτουργία, τη συντήρηση ή την ανάπτυξη του ΕΣΦΑ, δεν πρέπει να κατέχουν επαγγελ­ματική θέση ή ευθύνη, συμφέρον ή επιχειρηματική σχέ­ση, άμεσα ή έμμεσα, η οποία να συνδέεται με τη ΔΕΠΑ ΑΕ ή με οποιοδήποτε άλλο τμήμα ή κλάδο ή άλλη Συνδεδεμένη Επιχείρησή της, πέραν του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, ούτε με τους μετόχους που ασκούν τον Έλεγχο της ΔΕΠΑ ΑΕ, με εξαίρεση τους υπόλοιπους φορείς, οργανισμούς ή κρατικούς λειτουργούς του Ελληνικού Δημοσίου, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών πριν από το διορισμό τους. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ

ΑΕ ή άλλου συλλογικού οργάνου με εκτελεστικές αρ­μοδιότητες που δεν υπόκεινται στον περιορισμό του προηγούμενου εδαφίου δεν πρέπει να έχουν ασκήσει δραστηριότητα διαχείρισης ή άλλη σχετική δραστηρι­ότητα στη ΔΕΠΑ ΑΕ για περίοδο τουλάχιστον έξι (6) μηνών πριν από το διορισμό τους.

4. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή άλλου συλ­λογικού οργάνου με εκτελεστικές αρμοδιότητες, καθώς και το προσωπικό του ΔΕΣΦΑ ΑΕ δεν πρέπει να έχουν άλλη επαγγελματική θέση ή ευθύνη, συμφέρον ή επιχει­ρηματική σχέση, άμεσα ή έμμεσα, που να συνδέεται με οποιοδήποτε άλλο τμήμα ή κλάδο της ΔΕΠΑ ΑΕ ή με άλλη Συνδεδεμένη Επιχείρησή ή με τους μετόχους που ασκούν τον Έλεγχό της. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή άλλου συλ­λογικού οργάνου με εκτελεστικές αρμοδιότητες και το προσωπικό του ΔΕΣΦΑ ΑΕ απαγορεύεται να κατέχουν εταιρικά μερίδια ή μετοχές ή άλλες κινητές αξίες στη ΔΕΠΑ ΑΕ ή σε οποιοδήποτε άλλο τμήμα ή κλάδο της κι εν γένει να κατέχουν άμεσα ή έμμεσα συμμετοχή ή δικαιώματα ψήφου στο μετοχικό ή εταιρικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων αυτών. Στην απαγόρευση του αμέσως προηγούμενου εδαφίου δεν εμπίπτει η έμμεση κατοχή τέτοιων εταιρικών μεριδίων ή κινητών αξιών μέσω κα­τοχής μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3283/2004 (Α’ 210) ή μέσω συμμετο­χής σε άλλα σύνθετα επενδυτικά προϊόντα για ιδιώτες επενδυτές, όπως οι δομημένες τραπεζικές προθεσμια­κές καταθέσεις ή οι ασφαλίσεις ζωής συνδεδεμένες με επενδύσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13γ παράγραφος Α του ν.δ. 400/1970 (Α’ 10), όπως ισχύει, ή μέσω συμμετοχής σε ομαδικά προγράμματα ιδιωτικής ασφάλισης του κλάδου VIII του ν.δ. 400/1970, ή σε ασφα­λιστικούς φορείς εποπτευόμενους από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

5. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή άλλου συλ­λογικού οργάνου με εκτελεστικές αρμοδιότητες, καθώς και το προσωπικό του ΔΕΣΦΑ ΑΕ δεν πρέπει να έχουν κανένα συμφέρον ούτε να λαμβάνουν οικονομικό όφε­λος, άμεσα ή έμμεσα, που να συνδέεται με οποιοδήποτε τμήμα ή κλάδο ή άλλη Συνδεδεμένη Επιχείρηση της ΔΕΠΑ ΑΕ. Η αμοιβή τους δεν εξαρτάται από τις δρα­στηριότητες ή τα αποτελέσματα της ΔΕΠΑ ΑΕ πέραν των δραστηριοτήτων ή των αποτελεσμάτων του ΔΕΣΦΑ ΑΕ. Δεν συνιστά παράνομο οικονομικό όφελος για τους σκοπούς του παρόντος η έμμεση κατοχή εταιρικών με­ριδίων ή κινητών αξιών κατά την έννοια του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου 4.

6. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ ή άλλου συλλογικού οργάνου με εκτελεστικές αρ­μοδιότητες δύνανται να καταγγείλουν στη ΡΑΕ, σύμφω­να με τις διατάξεις του άρθρου 34 του παρόντος, την πρόωρη λήξη της απασχόλησής τους, ώστε η ΡΑΕ να ενεργήσει σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος.

7. Μετά τη λήξη της περιόδου απασχόλησής τους στον ΔΕΣΦΑ ΑΕ, τα μέλη του Διοικητικού του Συμβουλίου ή άλλου συλλογικού οργάνου με εκτελεστικές αρμοδιό­τητες υποχρεούνται να μην έχουν επαγγελματική θέση ή ευθύνη, συμφέρον ή επιχειρηματική σχέση που να συνδέεται με οποιοδήποτε τμήμα ή κλάδο ή άλλη Συνδεδεμένη Επιχείρηση της ΔΕΠΑ ΑΕ ή με τους μετόχους που ασκούν τον Έλεγχό της για διάστημα τεσσάρων (4) ετών. Ομοίως απαγορεύεται στη ΔΕΠΑ ΑΕ να απασχολεί μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή άλλου συλλογικού οργάνου με εκτελεστικές αρμοδιότητες του ΔΕΣΦΑ ΑΕ σε οποιαδήποτε επαγγελματική θέση ή ευθύνη ή επι­χειρηματική σχέση που να συνδέεται με οποιοδήποτε τμήμα ή κλάδο ή άλλη Συνδεδεμένη Επιχείρηση της ΔΕΠΑ ΑΕ ή με τους μετόχους που ασκούν τον Έλεγχό της για διάστημα τεσσάρων (4) ετών από τη λήξη της απασχόλησής τους.

8. Οι παράγραφοι 4 έως και 7 εφαρμόζονται σε όλα τα διευθυντικά στελέχη ή/και τα πρόσωπα που ασκούν διοίκηση ή λαμβάνουν αποφάσεις καθημερινής διαχεί­ρισης του ΕΣΦΑ και όσους αναφέρονται απευθείας στα πρόσωπα αυτά για ζητήματα που αφορούν στη λειτουρ­γία, τη συντήρηση ή την ανάπτυξη του ΕΣΦΑ.

9. Στους παραβάτες των διατάξεων των παραγράφων 3 έως 8 του παρόντος επιβάλλεται με απόφαση της ΡΑΕ πρόστιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 του παρόντος.

Άρθρο 63Ε.– Σύνθεση και αρμοδιότητες του Εποπτικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ (Άρθρο 20 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ):

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 72 και κατά παρέκκλιση των διατάξεων του κ.ν. 2190/1920, το Εποπτικό Συμβούλιο είναι υπεύθυνο για τη λήψη των αποφάσεων που μπορεί να έχουν ση­μαντική επίπτωση στην αξία των πάγιων στοιχείων των μετόχων του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, ειδικότερα των αποφάσεων σχετικά με την έγκριση των ετησίων και μακροπρόθε­σμων σχεδίων χρηματοδότησης, τις δανειακές υποχρε­ώσεις του ΔΕΣΦΑ ΑΕ και το ύψος των μερισμάτων που διανέμονται στους μετόχους του. Από τις αποφάσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Εποπτικού Συμ­βουλίου εξαιρούνται όσες σχετίζονται με τις καθημε­ρινές δραστηριότητες του ΕΣΦΑ, με τη διαχείριση του ΕΣΦΑ και με τις δραστηριότητες που είναι απαραίτητες για την κατάρτιση του Προγράμματος Ανάπτυξης του ΕΣΦΑ, το οποίο αναπτύσσεται σύμφωνα με το άρθρο 71 του παρόντος.

2. Το Εποπτικό Συμβούλιο αποτελείται από επτά (7) μέλη τα οποία διαθέτουν εξειδικευμένη εμπειρία στον τομέα της ενέργειας. Η σύνθεση των μελών του Επο­πτικού Συμβουλίου έχει ως εξής:

(α) τέσσερα (4) μέλη διορίζονται από τη Γενική Συνέ­λευση του ΔΕΣΦΑ ΑΕ,

(β) δύο (2) μέλη διορίζονται από το Ελληνικό Δημόσιο, και

(γ) ένα (1) μέλος διορίζεται από το πλέον αντιπροσω­πευτικό συνδικαλιστικό όργανο του προσωπικού του ΔΕΣΦΑ ΑΕ.

Ο κατά τα ανωτέρω διορισμός των μελών του Εποπτι­κού Συμβουλίου τελεί υπό την έγκριση της ΡΑΕ, η οποία τεκμαίρεται ότι έχει παρασχεθεί σιωπηρά, εφόσον η ΡΑΕ δεν προβάλει αντιρρήσεις εντός της προθεσμίας της παραγράφου 3 του παρόντος.

3. Η ταυτότητα και οι όροι που διέπουν τη θητεία, τη διάρκεια και τη λήξη της περιόδου απασχόλησης ή ανανέωσης, και οι λόγοι κάθε προτεινόμενης απόφασης τερματισμού της περιόδου απασχόλησης των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου, κοινοποιούνται στη ΡΑΕ εντός δέκα (10) ημερών από το διορισμό, την ανανέωση ή τον τερματισμό της απασχόλησης των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου, με επιμέλεια των προσώπων που έχουν δικαίωμα διορισμού ή του ΔΕΣΦΑ ΑΕ. Η ΡΑΕ δύναται να προβάλει αιτιολογημένες αντιρρήσεις εντός τριών (3) εβδομάδων από την κοινοποίηση των προτεινόμενων μελών, εφόσον δεν πληρούνται τα κριτήρια της επόμε­νης παραγράφου 4.

4. Η σύνθεση του Εποπτικού Συμβουλίου θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξασφαλίζει ότι τουλάχιστον τέσσε­ρα (4) εκ των επτά (7) μελών του Εποπτικού Συμβουλίου:

(α) δεν κατείχαν καμία επαγγελματική θέση ή ευθύνη, συμφέρον ή επιχειρηματική σχέση, άμεσα ή έμμεσα, που να συνδέεται με τη ΔΕΠΑ ΑΕ ή με οποιοδήποτε άλλο τμήμα ή κλάδο ή άλλη Συνδεδεμένη Επιχείρησή της, πέραν του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, ή με τους μετόχους που ασκούν τον Έλεγχό της, με εξαίρεση τους υπόλοιπους φορείς του Ελληνικού Δημοσίου, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών πριν από το διορισμό τους, και

(β) συμμορφώνονται με τις διατάξεις των παραγράφων 4    ως 7 του άρθρου 63Δ του παρόντος.

5. Η απόφαση για την πρόωρη λήξη της απασχόλη­σης οποιουδήποτε μέλους του Εποπτικού Συμβουλίου κοινοποιείται στη ΡΑΕ και εγκρίνεται μόνον εάν, εντός τριών (3) εβδομάδων από την ως άνω κοινοποίηση, η ΡΑΕ δεν έχει εγείρει αντιρρήσεις βάσει αμφιβολιών ως προς την αιτιολόγηση της πρόωρης λήξης της απασχό­λησης του μέλους.

6. Ο διορισμός με τα στοιχεία ταυτότητας των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου και η για οποιονδήποτε λόγο παύση τους υπόκεινται στις διατυπώσεις δημοσιότη­τας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7β του κ.ν. 2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει.

7. Οι διατάξεις του άρθρου 23α του κ.ν. 2190/1920 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και για τα μέλη του Επο­πτικού Συμβουλίου.

8. Με απόφαση της ΡΑΕ είναι δυνατόν να εξειδικεύ­ονται οι λεπτομέρειες της διαδικασίας κοινοποίησης των προτεινόμενων μελών του Εποπτικού Συμβουλίου και τα κριτήρια αξιολόγησης της πλήρωσης των προ­ϋποθέσεων του παρόντος ως προς τη νόμιμη σύνθεση των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου.

Άρθρο 63ΣΤ.– Συνεδρίαση και λήψη αποφάσεων του Εποπτικού Συμβουλίου:

1. Το Εποπτικό Συμβούλιο συγκροτείται σε σώμα εντός τριών (3) ημερών από το διορισμό των μελών του σύμ­φωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63Ε και εκλέγει με­ταξύ των μελών του τον Πρόεδρό του. Το Εποπτικό Συμβούλιο υποχρεούται να συνεδριάζει στην έδρα του ΔΕΣΦΑ ΑΕ τουλάχιστον μία (1) φορά ανά εταιρική χρή­ση και εκτάκτως όποτε απαιτείται από τις εταιρικές ανάγκες, μετά από πρόσκληση που γνωστοποιείται με επιμέλεια του Προέδρου του στα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου και τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης τουλάχι­στον επτά (7) εργάσιμες ημέρες πριν από την τακτική ή έκτακτη συνεδρίαση. Η πρόσκληση θα πρέπει να ανα­γράφει με σαφήνεια τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Στην πρόσκληση επισυνάπτεται έκθεση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ που παρέχει τις απαραίτη­τες πληροφορίες για τις υποθέσεις της εταιρείας, στο μέτρο που αυτές είναι χρήσιμες για την πραγματική εκτίμηση των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης. Κατά τη συνεδρίαση του Εποπτικού Συμβουλίου παρίσταται χωρίς δικαίωμα ψήφου ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης, σύμ­φωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 63Η του παρόντος.

2. Το Εποπτικό Συμβούλιο δύνανται να συγκαλέσουν και δύο (2) εκ των μελών του ή ο Υπεύθυνος Συμμόρφω­σης με πρόσκληση που κοινοποιείται τουλάχιστον επτά (7) εργάσιμες ημέρες πριν από την τακτική ή έκτακτη συνεδρίαση στα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου και τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης, εφόσον δεν είναι αυτός που συγκαλεί τη συνεδρίαση. Η πρόσκληση θα πρέπει να αναγράφει με σαφήνεια τα θέματα της ημερήσιας διά­ταξης και κοινοποιείται εντός της ως άνω προθεσμίας στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΕΣΦΑ ΑΕ και στη ΡΑΕ. Το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται να κοινοποιήσει στα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου και τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης την αναφερόμενη στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του παρόντος έκθεση εντός προ­θεσμίας τριών (3) ημερών από την ως άνω κοινοποίηση της πρόσκλησης. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αρνηθεί την παροχή των πληροφοριών για σπουδαίο λόγο, ο οποίος αναγράφεται στα πρακτικά.

3. Με αίτηση τουλάχιστον δύο (2) εκ των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου που κοινοποιείται στα υπόλοι­πα μέλη του, τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης και το Διοι­κητικό Συμβούλιο του ΔΕΣΦΑ ΑΕ τουλάχιστον δύο (2) εργάσιμες ημέρες πριν από την προγραμματισθείσα σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος συνεδρίαση, αναβάλλεται μια μόνο φορά η λήψη αποφάσεων από το Εποπτικό Συμβούλιο για όλα ή ορισμένα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Η αίτηση θα πρέπει να ορίζει την ημέρα συνέχισης της συνεδρίασης των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου, η οποία όμως δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από επτά (7) ημέρες από τη χρονολογία της αναβολής. Η μετά από αναβολή συνέλευση των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου απο- τελεί συνέχιση της προηγούμενης.

4. Σε κάθε περίπτωση, το Εποπτικό Συμβούλιο συ­νεδριάζει έγκυρα και χωρίς την τήρηση των ως άνω διατυπώσεων, εφόσον παρίστανται όλα τα μέλη του και ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης και κανείς δεν αντιλέγει στη λήψη αποφάσεων.

5. Το Εποπτικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα, όταν παρίστανται ή αντιπροσω­πεύονται τουλάχιστον τέσσερα (4) εκ των μελών του. Οι αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου λαμβάνονται έγκυρα με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων και αντιπροσωπευόμενων μελών. Κάθε μέλος δύναται να αντιπροσωπεύσει έγκυρα μόνο ένα άλλο μέλος. Η αντι­προσώπευση αποδεικνύεται μόνο με έγγραφο που έχει τη θεωρημένη υπογραφή του αντιπροσωπευόμενου μέ­λους και το οποίο επισυνάπτεται στο ειδικό βιβλίο που τηρείται σύμφωνα με την αμέσως επόμενη παράγραφο. Η αντιπροσώπευση δεν δύναται να ανατεθεί σε πρόσω­πα άλλα εκτός των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου.

6. Οι συζητήσεις και αποφάσεις του Εποπτικού Συμ­βουλίου καταχωρούνται περιληπτικά σε ειδικό βιβλίο που μπορεί να τηρείται και κατά το μηχανογραφικό σύστημα. Στο βιβλίο αυτό καταχωρείται επίσης κατάλο­γος των παραστάντων ή αντιπροσωπευθέντων, κατά τη συνεδρίαση, μελών του Εποπτικού Συμβουλίου. Τα πρα­κτικά υπογράφονται από τα μέλη που παραστάθηκαν κατά τη συνεδρίαση και τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης, εφόσον έχει παραστεί κατά τη συνεδρίαση. Αντίγραφα των πρακτικών εκδίδονται επισήμως από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ ή άλλο πρό­σωπο που ορίζεται προς τούτο από το καταστατικό, χωρίς να απαιτείται άλλη επικύρωσή τους. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεούται να χορηγεί στους μετόχους του αντί­γραφα των πρακτικών του Εποπτικού Συμβουλίου.

7. Η κατάρτιση και υπογραφή πρακτικού από όλα τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου ή τους αντιπροσώπους τους και τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης, εφόσον η παρου­σία του κατά τη συνεδρίαση του Εποπτικού Συμβουλίου απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 63Η του παρόντος, ισοδυναμεί με από­φαση του Εποπτικού Συμβουλίου, ακόμη και αν δεν έχει προηγηθεί συνεδρίαση.

8. Οι αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου κοινο­ποιούνται εντός πέντε (5) ημερών από τη λήψη τους στη ΡΑΕ. Αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου που υπάγονται στις πράξεις και τα στοιχεία που υποβάλ­λονται σε δημοσιότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7α του κ.ν. 2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει, καταχωρούνται στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών της αρμόδιας αρχής και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7β του κ.ν. 2190/1920.

9. Οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 7 του παρόντος εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και για τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των Γενικών Συνελεύσεων του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, εφόσον η συμμετοχή του Υπευθύνου Συμμόρφωσης σε αυτές είναι υποχρεωτική, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 63Η του παρόντος.

10.    Το καταστατικό δύναται να ορίζει και συντομό­τερες προθεσμίες σύγκλησης του Εποπτικού Συμβου­λίου, καθώς και τη δυνατότητά σύγκλησής του από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ ή/και από μετόχους εκπροσωπούντες το 1/20 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ.

Άρθρο 63Ζ.– Ακυρωσία και ακυρότητα των αποφάσεων του Εποπτικού Συμβουλίου:

1. Οι διατάξεις του δεύτερου και του τρίτου εδαφί­ου της παραγράφου 3 και των παραγράφων 5 έως 11 του άρθρου 35α, καθώς και των άρθρων 35β και 35γ του κ.ν. 2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει, ισχύουν κατ’ αναλογική εφαρμογή για τις αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ.

Άρθρο 63Η.– Πρόγραμμα συμμόρφωσης και Υπεύθυνος Συμμόρφωσης (Άρθρο 21 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ):

1. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεούται να καταρτίσει και να θέ­σει σε εφαρμογή πρόγραμμα συμμόρφωσης στο οποίο αναφέρονται τα μέτρα που λαμβάνονται προκειμένου να αποκλείεται η διακριτική συμπεριφορά και να διασφαλί­ζεται η κατάλληλη παρακολούθηση της συμμόρφωσής του προς το εν λόγω πρόγραμμα. Στο πρόγραμμα συμ­μόρφωσης καθορίζονται οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις των εργαζομένων του ΔΕΣΦΑ ΑΕ για την επίτευξη των εν λόγω στόχων. Το πρόγραμμα αυτό υπόκειται στην έγκριση της ΡΑΕ, η οποία τεκμαίρεται ότι έχει παρα­σχεθεί σιωπηρά, εφόσον η ΡΑΕ δεν φέρει αντιρρήσεις εντός τριών (3) εβδομάδων από την υποβολή του προ­γράμματος προς έγκριση. Το εγκεκριμένο πρόγραμμα συμμόρφωσης αναρτάται στην ιστοσελίδα του ΔΕΣΦΑ ΑΕ εντός πέντε (5) ημερών από την έγκρισή του. Υπό την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της ΡΑΕ, όπως αυ­τές προσδιορίζονται με το άρθρο 20 του παρόντος, η συμμόρφωση προς το πρόγραμμα υπόκειται στον ανε­ξάρτητο έλεγχο του Υπεύθυνου Συμμόρφωσης.

2. Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης διορίζεται από το Εποπτικό Συμβούλιο, με την επιφύλαξη της έγκρισης της ΡΑΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του παρόντος. Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης μπορεί να είναι και νομικό πρόσωπο, οπότε υποχρεούται να ορίσει ένα φυσικό πρόσωπο για την άσκηση των εξουσιών του νομικού προσώπου ως Υπευθύνου Συμμόρφωσης. Οι παράγραφοι 2 ως 7 του άρθρου 63Δ του παρόντος εφαρμόζονται αναλογικά και για τον Υπεύθυνο Συμ­μόρφωσης.

3. Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης είναι αρμόδιος για:

(α) την παρακολούθηση της εκτέλεσης του προγράμ­ματος συμμόρφωσης,

(β) την εκπόνηση ετήσιας έκθεσης στην οποία καθο­ρίζονται τα μέτρα που λαμβάνονται για την εκτέλεση του προγράμματος συμμόρφωσης και την υποβολή της στη ΡΑΕ,

(γ) την υποβολή έκθεσης στο Εποπτικό Συμβούλιο και την έκδοση συστάσεων σχετικά με το πρόγραμμα συμμόρφωσης και την εκτέλεσή του,

(δ) την κοινοποίηση προς τη ΡΑΕ κάθε ουσιαστικής παράβασης ως προς την εφαρμογή του προγράμματος συμμόρφωσης, και

(ε) την υποβολή έκθεσης στη ΡΑΕ για όλες τις εμπο­ρικές και οικονομικές σχέσεις μεταξύ της ΔΕΠΑ ΑΕ και του ΔΕΣΦΑ ΑΕ.

4. Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης υποβάλλει στη ΡΑΕ τις αποφάσεις που προτείνονται σχετικά με το επενδυτικό πρόγραμμα ή με μεμονωμένες επενδύσεις στο ΕΣΦΑ. Καταληκτική ημερομηνία για την υποβολή είναι η ημε­ρομηνία υποβολής του προγράμματος από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΕΣΦΑ ΑΕ στο Εποπτικό Συμβούλιο.

5. Εάν η ΔΕΠΑ ΑΕ στη γενική συνέλευση ή με την ψηφοφορία των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου που έχει διορίσει εμποδίζει τη λήψη απόφασης με συνέπεια να παρεμποδίζονται ή να καθυστερούν οι επενδύσεις που βάσει του Προγράμματος Ανάπτυξης του ΕΣΦΑ επρόκειτο να εκτελεστούν στα επόμενα τρία (3) χρόνια, ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης υποχρεούται να το αναφέ­ρει στη ΡΑΕ, η οποία στη συνέχεια ενεργεί σύμφωνα με την παράγραφο 9 του άρθρου 63Θ του παρόντος.

6. Οι όροι που διέπουν την εντολή ή οι όροι απασχό­λησης του Υπευθύνου Συμμόρφωσης, περιλαμβανομένης και της διάρκειας της εντολής του, υπόκεινται στην προ­ηγούμενη έγκριση της ΡΑΕ. Σε κάθε περίπτωση, οι ως άνω όροι εξασφαλίζουν την ανεξαρτησία του Υπευθύ­νου Συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένης της παροχής όλων των πόρων που απαιτούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων του. Κατά τη διάρκεια της εντολής του, ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης δεν επιτρέπεται να κατέχει άλλη επαγγελματική θέση, ευθύνη ή συμφέρον, άμεσα ή έμμεσα, στη ΔΕΠΑ ΑΕ ή σε οποιονδήποτε κλάδο ή τμήμα της ή άλλη Συνδεδεμένη Επιχείρησή της ή στους ελέγχοντες μετόχους της.

7. Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης υποβάλλει τακτικά έκθεση, είτε προφορικώς είτε γραπτώς, προς τη ΡΑΕ και έχει το δικαίωμα να υποβάλει τακτικά έκθεση, είτε προφορικώς είτε γραπτώς, στο Εποπτικό Συμβούλιο του ΔΕΣΦΑ ΑΕ. Σε κάθε περίπτωση, ο Υπεύθυνος Συμ­μόρφωσης υποβάλλει εγγράφως στη ΡΑΕ μέχρι και την 31η Μαρτίου εκάστου έτους, ετήσια έκθεση στην οποία περιγράφονται τα μέτρα που έχουν ληφθεί σχετικά με την τήρηση του προγράμματος συμμόρφωσης, η οποία δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του ΔΕΣΦΑ ΑΕ εντός πέντε (5) ημερών από την υποβολή της στη ΡΑΕ. Με βάση τις εκθέσεις του Υπευθύνου Συμμόρφωσης, η ΡΑΕ αξιολογεί κάθε έτος την ανεξαρτησία του ΔΕΣΦΑ ΑΕ και μπορεί με απόφασή της να επιβάλει την τροποποίηση του προγράμματος συμμόρφωσης, ώστε να διασφα­λίζεται η ανεξαρτησία και η αμεροληψία του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, υποδεικνύοντας για το σκοπό αυτόν τα κατάλληλα μέτρα. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεούται να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της ΡΑΕ και να υποβάλει προς έγκριση, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, νέο πρό­γραμμα συμμόρφωσης εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης της ΡΑΕ. Η ΡΑΕ δημοσιεύει στην ιστοσελίδα της έκθε­ση αξιολόγησης του προγράμματος συμμόρφωσης του ΔΕΣΦΑ ΑΕ μέχρι και την 30ή Απριλίου έκαστου έτους.

8. Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης μπορεί να συμμετέχει χωρίς δικαίωμα ψήφου σε όλες τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, του Εποπτικού Συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης του ΔΕΣΦΑ ΑΕ. Σε κάθε πε­ρίπτωση, ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης υποχρεούται να συμμετέχει σε όλες τις συνεδριάσεις που εξετάζουν τα ακόλουθα θέματα:

(α) τους όρους πρόσβασης στο ΕΣΦΑ, όπως καθορί­ζονται στον Κανονισμό (ΕΚ) 715/2009, ειδικότερα όσον αφορά στα τιμολόγια, τις υπηρεσίες πρόσβασης τρί­των, την κατανομή δυναμικού και τη διαχείριση της συμφόρησης, τη διαφάνεια, την εξισορρόπηση και τις δευτερογενείς αγορές,

(β) έργα που αναλαμβάνονται για τη λειτουργία, τη συντήρηση και την ανάπτυξη του ΕΣΦΑ, συμπεριλαμ­βανομένων των επενδύσεων διασύνδεσης και σύνδεσης για το ΕΣΦΑ και των επενδύσεων σε νέες συνδέσεις μεταφοράς, στην επέκταση του δυναμικού και στη βελ­τιστοποίηση του υπάρχοντος δυναμικού για το ΕΣΦΑ,

(γ) αγορές ή πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας ή φυσι­κού αερίου απαραίτητες για τη λειτουργία του ΕΣΦΑ.

Η μη συμμετοχή του Υπευθύνου Συμμόρφωσης στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, του Εποπτι­κού Συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης του ΔΕΣΦΑ ΑΕ δεν συνεπάγεται ακυρότητα των σχετικών αποφά­σεων παρά μόνον εάν δεν έχει λάβει χώρα η νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήση του Υπευθύνου Συμμόρφωσης.

9. Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης παρακολουθεί τη συμ­μόρφωση του ΔΕΣΦΑ ΑΕ με το άρθρο 66 του παρόντος.

10.    Ο Υπεύθυνος Συμμόρφωσης έχει πρόσβαση σε όλα τα σχετικά δεδομένα και στα γραφεία του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, καθώς και σε όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι απαραίτητα για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, χωρίς προηγούμενη αναγγελία.

11.    Μετά από προηγούμενη έγκριση της ΡΑΕ, το Επο­πτικό Συμβούλιο μπορεί να παύσει τον Υπεύθυνο Συμ­μόρφωσης. Η ΡΑΕ με απόφασή της παύει τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης για λόγους έλλειψης ανεξαρτησίας ή επαγγελματικής επάρκειας.

12.    Σε περίπτωση παρακώλυσης της δυνατότητας πρό­σβασης του Υπευθύνου Συμμόρφωσης στα αρχεία και τις εγκαταστάσεις του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, επιβάλλεται πρόστι­μο ύψους από 20.000 ευρώ ως 100.000 ευρώ, χωρίς να αποκλείεται και η επιβολή άλλων διοικητικών κυρώσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 του παρόντος.

13.    Η ΡΑΕ με απόφασή της μπορεί να παρέχει κατευθυ­ντήριες γραμμές ως προς την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος.

Άρθρο 63Θ.–Ανάπτυξη του ΕΣΦΑ και εξουσία λήψης αποφάσεων για επενδύσεις (Άρθρο 22 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ):

1. Κάθε έτος, κατά τα προβλεπόμενα στον Κώδικα Δια­χείρισης του ΕΣΦΑ, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ καταρτίζει και θέτει σε δημόσια διαβούλευση σχέδιο Προγράμματος Ανάπτυξης ΕΣΦΑ για τα επόμενα δέκα (10) έτη.

2. Στο σχέδιο Προγράμματος Ανάπτυξης ΕΣΦΑ κα­θορίζονται τα έργα της ανάπτυξης, της ενίσχυσης και της διασύνδεσης του ΕΣΦΑ, τα οποία απαιτείται να εκτελεσθούν κατά τα επόμενα δέκα (10) έτη από τη θέσπιση του ανωτέρω Προγράμματος, το χρονοδιά­γραμμα και ο τρόπος κατασκευής των έργων αυτών, καθώς και το προϋπολογιζόμενο κόστος τους. Στο σχέ­διο Προγράμματος Ανάπτυξης ΕΣΦΑ περιλαμβάνεται διακριτή αναφορά σε έργα ανάπτυξης, ενίσχυσης και διασύνδεσης του ΕΣΦΑ για τα οποία έχει ληφθεί η απόφαση εκτέλεσης, καθώς και σε νέα έργα ανάπτυξης, ενίσχυσης και διασύνδεσης του ΕΣΦΑ, η εκτέλεση των οποίων απαιτείται να ξεκινήσει εντός των επόμενων τριών (3) ετών.

3. Κατά την κατάρτιση του Προγράμματος Ανάπτυξης του ΕΣΦΑ, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ οφείλει να λάβει υπόψη:

(α) Στοιχεία της υφιστάμενης και της προβλεπόμενης προσφοράς και ζήτησης φυσικού αερίου.

(β) Την εκπλήρωση των υποχρεώσεων παροχής υπη­ρεσιών κοινής ωφελείας και την ασφάλεια εφοδιασμού με φυσικό αέριο, κατά τρόπο αξιόπιστο.

(γ) Τη βελτίωση της επάρκειας και της αποδοτικό- τητας του ΕΣΦΑ και τη διασφάλιση της εύρυθμης λει­τουργίας του, με στόχο την πρόληψη συμφορήσεων, καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, άρνησης πρόσβασης ή απαγόρευσης διαμετακόμισης.

(δ) Την τροφοδοσία νέων περιοχών με φυσικό αέριο με στόχο την περιφερειακή ανάπτυξη και τη διασφάλιση της δυνατότητας πρόσβασης νέων Χρηστών.

(ε) Την προστασία του περιβάλλοντος.

(στ) Το διακοινοτικό πρόγραμμα ανάπτυξης και τα περιφερειακά επενδυτικά προγράμματα σύμφωνα με τις διατάξεις του στοιχείου β’ της παραγράφου 3 του άρθρου 8 και της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 715/2009.

(ζ) Τη βιωσιμότητα των έργων που εντάσσονται στο Πρόγραμμα και τη δυνατότητα χρηματοδότησής τους, εκτός του πλαισίου του Προγράμματος Ανάπτυξης.

4. O ΔΕΣΦΑ ΑΕ οριστικοποιεί το Πρόγραμμα Ανά­πτυξης ΕΣΦΑ λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης και το υποβάλλει στη ΡΑΕ.

5. Η ΡΑΕ θέτει το υποβληθέν Πρόγραμμα Ανάπτυξης ΕΣΦΑ σε δημόσια διαβούλευση με τους υφιστάμενους και δυνητικούς Χρήστες. Δικαίωμα συμμετοχής στη δη­μόσια διαβούλευση έχουν οι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο

Χρηστών ΕΣΦΑ και κάθε ενδιαφερόμενος που τεκμηρι­ώνει έννομο συμφέρον. Τα αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης και ιδίως οι πιθανές ανάγκες νέων επεν­δύσεων που προέκυψαν από τη δημόσια διαβούλευση, δημοσιεύονται από τη ΡΑΕ στην ιστοσελίδα της.

6. Η ΡΑΕ δύναται να αποφασίσει σχετικά με τροποποί­ηση του υποβληθέντος Προγράμματος Ανάπτυξης ΕΣΦΑ, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στον Κώδικα Διαχείρισης του ΕΣΦΑ, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως:

(α) Πιθανές επενδυτικές ανάγκες που προέκυψαν από τη δημόσια διαβούλευση.

(β) Τη συνέπεια του Προγράμματος με το διακοινοτικό πρόγραμμα ανάπτυξης και τα περιφερειακά επενδυτικά προγράμματα σύμφωνα με τις διατάξεις του στοιχείου β’ της παραγράφου 3 του άρθρου 8 και της παραγρά­φου 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΚ) 715/2009. Σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με τη συμβατότητα του προγράμματος Ανάπτυξης ΕΣΦΑ με το διακοινοτικό ή τα περιφερειακά προγράμματα, η ΡΑΕ δύναται να απευ­θύνει σχετικό ερώτημα στον Οργανισμό Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας.

7. Η ΡΑΕ, με την ολοκλήρωση των προβλεπομένων στις παραγράφους 5 και 6, εγκρίνει και αναρτά στην ιστοσελίδα της το Πρόγραμμα Ανάπτυξης του ΕΣΦΑ και το κοινοποιεί στον Οργανισμό Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεούται να αναρτήσει στην ιστοσελίδα του το εγκεκριμένο Πρόγραμμα Ανάπτυξης ΕΣΦΑ και να το κοινοποιήσει στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Διαχειριστών Συστημάτων Με­ταφοράς Φυσικού Αερίου.

8. Η ΡΑΕ παρακολουθεί και αξιολογεί την εφαρμογή του Προγράμματος Ανάπτυξης ΕΣΦΑ.

9. Σε περίπτωση που ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ δεν εκτελέσει μία επένδυση που σύμφωνα με το Πρόγραμμα Ανάπτυξης ΕΣΦΑ, όπως κάθε φορά ισχύει, ήταν προγραμματισμέ­νη να εκτελεσθεί κατά τα επόμενα τρία (3) έτη, εκτός εάν συντρέχουν λόγοι πέραν του ελέγχου του, η ΡΑΕ δύναται να λάβει τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει την εκτέλεση της επένδυσης, εφόσον αυτή εξακολουθεί να έχει λόγο ύπαρξης βάσει του πλέον πρόσφατου Προγράμματος Ανάπτυξης ΕΣΦΑ:

(α) Να απαιτήσει από τον ΔΕΣΦΑ ΑΕ να εκτελέσει την εν λόγω επένδυση.

(β) Να διοργανώσει διαδικασία πρόσκλησης προς υπο­βολή προσφορών, ανοικτή σε κάθε επενδυτή για την εν λόγω επένδυση.

(γ) Να υποχρεώσει τον ΔΕΣΦΑ ΑΕ να δεχθεί αύξηση κεφαλαίου προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι απα­ραίτητες επενδύσεις και να επιτραπεί σε ανεξάρτητους επενδυτές να συμμετάσχουν στο κεφάλαιό του.

10.    Σε περίπτωση που η ΡΑΕ λάβει τα μέτρα τα οποία περιγράφονται στην περίπτωση β’ της παραγράφου 9, δύναται να υποχρεώσει τον ΔΕΣΦΑ ΑΕ να δεχθεί ένα ή περισσότερα από τα εξής:

(α) Τη χρηματοδότηση της επένδυσης από οποιον­δήποτε τρίτο.

(β) Την κατασκευή του έργου από οποιονδήποτε τρίτο.

(γ) Την οικοδόμηση των νέων πάγιων στοιχείων που τον αφορούν.

(δ) Τη λειτουργία των νέων πάγιων στοιχείων που τον αφορούν.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ παρέχει στους επενδυτές όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για να πραγματοποιήσουν την επένδυση, συνδέει τα νέα πάγια στοιχεία με το ΕΣΦΑ και καταβάλλει εν γένει κάθε προσπάθεια προκειμένου να διευκολύνει την εφαρμογή του επενδυτικού σχεδίου. Οι σχετικοί χρη­ματοοικονομικοί διακανονισμοί υπόκεινται στην προη­γούμενη έγκριση της ΡΑΕ.

11.    Σε περίπτωση που η ΡΑΕ λάβει τα μέτρα που περι­γράφονται στην παράγραφο 9, το κόστος των εν λόγω επενδύσεων καλύπτεται από τα τιμολόγια που καθορί­ζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 98.

12.    Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεούται να εκτελεί το Πρόγραμ­μα Ανάπτυξης του ΕΣΦΑ με βάση τους εγκεκριμένους Κανονισμούς Προμηθειών και Έργων του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, οι οποίοι εκδίδονται με απόφαση του Υπουργού Πε­ριβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΕΣΦΑ ΑΕ προσαρμόζονται οι διατάξεις των Κανονισμών αυτών στην εταιρική οργάνωση και στο σκοπό του ΔΕΣΦΑ ΑΕ, στις περιπτώσεις που απαιτείται.

Άρθρο 63 Ι΄.– Διορισμός Ανεξάρτητου Διαχειριστή Συστήματος Φυσικού Αερίου (Άρθρα 14 και 15 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ):

1. Σε περίπτωση συστηματικής παράβασης από τον ΔΕΣΦΑ ΑΕ των υποχρεώσεων που υπέχει σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως σε περίπτωση κατ’ εξακολούθηση μεροληπτικής συμπεριφοράς προς όφελος της Κάθετα Ολοκληρωμένης Επιχείρησης ΔΕΠΑ ΑΕ, η ΡΑΕ δύναται με αιτιολογημένη απόφασή της που λαμβάνεται κατόπιν προηγούμενης ακρόασης του ΔΕΣ- ΦΑ ΑΕ να διορίσει τρίτο πρόσωπο ως Διαχειριστή του ΕΣΜΦΑ, ο οποίος οργανώνεται και λειτουργεί ως Ανε­ξάρτητος Διαχειριστής Συστήματος κατά τα προβλεπόμενα στην Οδηγία 2009/73/ΕΚ, ιδίως στο άρθρο 14 αυτής. Στην περίπτωση αυτή ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ διατηρεί την κυριότητα του συνόλου των στοιχείων που απαρτίζουν το ΕΣΦΑ.

2. Στην ίδια ως άνω απόφαση της ΡΑΕ θα πρέπει να τεκμηριώνεται η συνδρομή των ακόλουθων προϋπο­θέσεων:

(α) ο υποψήφιος Ανεξάρτητος Διαχειριστής Συστήμα­τος Φυσικού Αερίου έχει αποδείξει ότι συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του άρθρου 62 παράγραφος 1 στοι­χεία α’, β’ και γ’ του παρόντος,

(β) ο υποψήφιος Ανεξάρτητος Διαχειριστής Συστήμα­τος Φυσικού Αερίου έχει αποδείξει ότι διαθέτει τους απαιτούμενους οικονομικούς, τεχνικούς, υλικούς και ανθρώπινους πόρους για την εκτέλεση των καθηκό­ντων του ΔΕΣΦΑ ΑΕ δυνάμει του άρθρου 77, και του εγκεκριμένου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 71 του παρόντος Προγράμματος Ανάπτυξης του ΕΣΦΑ,

(γ) ο υποψήφιος Ανεξάρτητος Διαχειριστής Συστήμα­τος Φυσικού Αερίου έχει αναλάβει εγγράφως να συμ­μορφωθεί προς το εγκεκριμένο Πρόγραμμα Ανάπτυξης του ΕΣΦΑ υπό την παρακολούθηση της ΡΑΕ,

(δ) ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ έχει αποδείξει την ικανότητά του να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που υπέχει από την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου. Για το σκοπό αυτόν, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεώνεται να παράσχει όλα τα σχέδια συμβατικών ρυθμίσεων με την υποψήφια επιχεί­ρηση και κάθε άλλη συναφή οντότητα, και (ε) ο υποψήφιος Ανεξάρτητος Διαχειριστής Συστήμα­τος Φυσικού Αερίου έχει αποδείξει την ικανότητά του να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που υπέχει, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 715/2009, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας με διαχειριστές συστημάτων μετα­φοράς Φυσικού Αερίου σε ευρωπαϊκό και περιφερειακό επίπεδο.

3. Εφόσον ο υποψήφιος Ανεξάρτητος Διαχειριστής Συστήματος Φυσικού Αερίου πληροί τις προϋποθέσεις της αμέσως προηγούμενης παραγράφου 2 ή του άρθρου 74 του παρόντος, εφαρμόζεται η διαδικασία πιστοποίη­σης είτε του άρθρου 73 του παρόντος και του άρθρου 3    του Κανονισμού (ΕΚ) 715/2009 είτε του άρθρου 74 του παρόντος νόμου.

3. Κάθε Ανεξάρτητος Διαχειριστής Συστήματος Φυ­σικού Αερίου που διορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου είναι υπεύθυνος για τη χορήγηση και τη διαχείριση της πρόσβασης τρίτων, συμπεριλαμβανομένης της είσπραξης τελών πρόσβασης και επι­βαρύνσεων συμφόρησης, καθώς και για τη λειτουργία, τη συντήρηση και την ανάπτυξη του ΕΣΦΑ και για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης ικανότητας του ΕΣΦΑ να ανταποκρίνεται στην εύλογη ζήτηση με προγραμ­ματισμό επενδύσεων. Για την ανάπτυξη του ΕΣΦΑ, ο Ανεξάρτητος Διαχειριστής Συστήματος Φυσικού Αερίου είναι υπεύθυνος για τον προγραμματισμό (συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας αδειοδότησης), την κατα­σκευή και την έναρξη λειτουργίας κάθε νέας υποδομής. Για το σκοπό αυτόν, ο Ανεξάρτητος Διαχειριστής Συ­στήματος ενεργεί ως διαχειριστής του ΕΣΦΑ σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ δεν μπορεί να ορίζεται ως υπεύθυνος για τη χορήγηση και τη διαχείριση πρόσβασης τρίτων ούτε και για τον προγραμματισμό των επενδύσεων.

4. Σε περίπτωση διορισμού Ανεξάρτητου Διαχειριστή Συστήματος Φυσικού Αερίου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ ως κύριος των παγίων του ΕΣΦΑ υποχρεούται:

(α) να παρέχει κάθε σχετική συνεργασία και στήρι­ξη στον Ανεξάρτητο Διαχειριστή Συστήματος Φυσι­κού Αερίου για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, συμπεριλαμβανομένων ιδιαίτερα όλων των συναφών πληροφοριών,

(β) να χρηματοδοτεί τις επενδύσεις τις οποίες αποφα­σίζει ο Ανεξάρτητος Διαχειριστής Συστήματος Φυσικού Αερίου και εγκρίνει η ΡΑΕ ή να συμφωνεί στη χρηματο­δότησή τους από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο τρίτο, συμπεριλαμβανομένου του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Συστήματος Φυσικού Αερίου. Οι σχετικοί διακανονισμοί χρηματοδότησης υπόκεινται στην έγκριση της ΡΑΕ. Πριν από την έγκριση αυτή, η ΡΑΕ διαβουλεύεται με τον ΔΕΣΦΑ ΑΕ και με τους Χρήστες του ΕΣΦΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 του παρόντος,

(γ) να μεριμνά για την κάλυψη της ευθύνης που αφορά στα πάγια στοιχεία του ΕΣΦΑ, με εξαίρεση το μέρος της ευθύνης που αφορά τα καθήκοντα του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Συστήματος Φυσικού Αερίου, και

(δ) να παρέχει εγγυήσεις για τη διευκόλυνση της χρη­ματοδότησης των επεκτάσεων του ΕΣΦΑ, με εξαίρεση τις επενδύσεις για τις οποίες, σύμφωνα με το στοιχείο β’, συμφώνησε να χρηματοδοτηθούν από οποιοδήπο­τε ενδιαφερόμενο μέρος, συμπεριλαμβανομένου του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Συστήματος Φυσικού Αερίου.

5. Η ΡΑΕ εποπτεύει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του ΔΕΣΦΑ ΑΕ ως κυρίου του ΕΣΦΑ και λαμβάνει κάθε σχετικό μέτρο σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή Ανταγωνισμού για τη συμμόρφωση του ΔΕΣΦΑ ΑΕ προς τις υποχρεώσεις που υπέχει με την παράγραφο 4 του παρόντος.

6. Ο διορισμός Ανεξάρτητου Διαχειριστή Συστήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δεν απαλλάσ­σει τον ΔΕΣΦΑ ΑΕ από τις υποχρεώσεις που υπέχει σύμφωνα με τα άρθρα 63Β ως και 63Η του παρόντος».

 

Ι.5.– Τροποποίηση διατάξεων του ν. 4001/2011:

1. Εντός ενός μήνα από την έναρξη ισχύος του πα­ρόντος, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεούται να τροποποιήσει το καταστατικό του, προκειμένου αυτό να εναρμονισθεί με τις διατάξεις των άρθρων 63Α έως 63Θ του ν. 4001/2011.

2. Εντός της προθεσμίας της παραγράφου 1 ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεούται να καταρτίσει και να θέσει σε εφαρμο­γή το πρόγραμμα συμμόρφωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 63Η του ν. 4001/2011.

3. Εντός δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του πα­ρόντος, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποχρεούται να υποβάλει αίτημα πιστοποίησης στη ΡΑΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 64 ή 65. Μέχρι την πιστοποίησή του, ο ΔΕΣΦΑ ΑΕ ασκεί τις δραστηριότητες του Διαχειριστή του ΕΣΦΑ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 67 του ν. 4001/2011.

4. Η διάταξη της παραγράφου 9 του άρθρου 196 του ν. 4001/2011 καταργείται.

5. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 53 του ν. 4001/2012 προθεσμία για την έκδοση των αποφάσεων του Υπουρ­γού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, καθώς και των κοινών αποφάσεων του Υπουργού Πε­ριβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και των καθ’ ύλην συναρμόδιων Υπουργών, με τις οποίες καθορίζονται τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της Ενεργειακής Πενίας, όπως ιδίως τα εθνικά Σχέδια Δράσης, παρατείνεται έως την 31.7.2013.

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΑ΄: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ Ο.Α.Ε.Δ. – ΑΣΦΑ­ΛΙΣΤΙΚΕΣ

ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙ­ΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑ­ΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

IA.1.– Ρυθμίσεις θεμάτων Ο.Α.Ε.Δ.

I) Καταργούμενες διατάξεις που αφορούν σε ειδικές επιδοτήσεις ανεργίας και ειδικές εισοδηματικές ενι­σχύσεις ανεργίας:

1. Από 1.1.2013 καταργούνται οι ακόλουθες διατάξεις νόμων, όπως ισχύουν σήμερα κατά το μέρος που αφο­ρούν σε ειδικές επιδοτήσεις ανεργίας και ειδικές εισο­δηματικές ενισχύσεις ανεργίας, καθώς οι κανονιστικές και οι διοικητικές πράξεις, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσι­οδότησή τους:

Το άρθρο 43 του ν. 2778/1999 (Α’ 295) με εξαίρεση την παράγρ. 5.

Το άρθρο 7 του ν. 2941/2001 (Α’ 201) με εξαίρεση την παράγρ. 8.

Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 15 του ν. 3144/2003 (Α’ 111).

Η παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 3385/2005 (Α’ 210).

Τα άρθρα 10 και 11 του ν. 3408/2005 (Α’ 272) με εξαί­ρεση την παράγραφο 4 του άρθρου 11.

Το άρθρο 13 του ν. 3460/2006 (Α’ 105), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 του ν. 3660/2008 (Α’ 78).

Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 69 του ν. 3518/2006 (Α’ 272).

Το άρθρο 23 του ν. 3526/2007 (Α’ 24), με εξαίρεση τις παραγράφους 10 και 11.

Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 1, καθώς και το άρθρο 2 του ν. 3667/2008 (Α’ 114).

Το άρθρο 3 του ν. 3717/2008 (Α’ 239).

Το άρθρο 75 του ν. 3746/2009 (Α’ 27).

Το άρθρο 32 του ν. 3762/2009 (Α’ 75).

Οι παράγραφοι 4, 5 και 6 του άρθρου 74 του ν. 3996/2011 (Α’ 170).

2. Οι επιδοτούμενοι την 31.12.2012, με βάση τις παρα­πάνω καταργούμενες διατάξεις, συνεχίζουν από 1.1.2013 να επιδοτούνται με βάση τις κοινές περί ανεργίας δι­ατάξεις και να λαμβάνουν το βασικό μηνιαίο επίδομα ανεργίας για χρονικό διάστημα 12 μηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. 2961/1954 (Α’ 197), όπως ισχύουν.

3. Επιδοτούμενοι την 31.12.2012, των οποίων η επιδό­τηση με βάση τις παραπάνω καταργούμενες διατάξεις λήγει πριν την 31.12.2013, συνεχίζουν από 1.1.2013 να επιδοτούνται με βάση τις κοινές περί ανεργίας δια­τάξεις και να λαμβάνουν το βασικό μηνιαίο επίδομα ανεργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. 2961/1954 (Α’ 197) μέχρι την ημερομηνία λήξης της επιδότησης, όπως αυτή έχει προσδιοριστεί με βάση τις καταργούμενες διατάξεις.

4. Σε κάθε περίπτωση ουδείς άνεργος επιδοτούμενος μπορεί να συνεχίσει να επιδοτείται μετά την 31.12.2012 με βάση τις παραπάνω καταργούμενες διατάξεις.

5. Σε κάθε περίπτωση ουδείς άνεργος επιδοτούμενος, με βάση τις παραπάνω παραγράφους 2 και 3, μπορεί να συνεχίσει να επιδοτείται μετά την 31.12.2013.

II)    Καταργούμενες διατάξεις που αφορούν στην επι­δότηση λόγω ανεργίας απολυμένων μισθωτών λόγω συγχώνευσης – μεταφοράς – συνένωσης επιχειρήσεων:

1. Από 1.1.2013 καταργούνται οι ακόλουθες διατάξεις νόμων, όπως ισχύουν σήμερα:

Το άρθρο 6 του ν. 435/1976 ( Α’ 251).

Το άρθρο 4 του ν. 3302/2004 (Α’ 267).

2. Επιδοτούμενοι την 31.12.2012, των οποίων η επιδό­τηση με βάση τις παραπάνω καταργούμενες διατάξεις λήγει πριν την 31.12.2013, συνεχίζουν από 1.1.2013 να επι­δοτούνται με βάση τις κοινές περί ανεργίας διατάξεις και να λαμβάνουν το βασικό μηνιαίο επίδομα ανεργί­ας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. 2961/1954 (Α’ 197) όπως ισχύουν, μέχρι την ημερομηνία λήξης της επιδότησης, όπως αυτή έχει προσδιοριστεί με βάση τις καταργούμενες διατάξεις.

3. α. Σε κάθε περίπτωση ουδείς άνεργος επιδοτού­μενος μπορεί να συνεχίσει να επιδοτείται μετά την 31.12.2012,   με βάση τις παραπάνω καταργούμενες δι­ατάξεις.

β. Σε κάθε περίπτωση ουδείς άνεργος επιδοτούμενος μπορεί να συνεχίσει να επιδοτείται μετά την 31.12.2013, με βάση τις παραπάνω υποπεριπτώσεις ΙΑ.1.ΙΙ.1 και ΙΑ.1.ΙΙ.2.

III)   Μέτρα Κοινωνικής Πολιτικής Μακροχρονίων Ανέρ­γων:

1. Από 1.1.2014 Έλληνες υπήκοοι και υπήκοοι κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι είναι ασφα­λισμένοι κατά της ανεργίας και ευρίσκονται σε διαρκή κατάσταση ανεργίας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δώδεκα (12) μήνες, δικαιούνται επίδομα μακρο-χρονίως ανέργου, εφόσον έχουν εξαντλήσει το δικαίωμα τακτικής επιδότησης ανεργίας και το ετήσιο οικογε­νειακό εισόδημά τους δεν ξεπερνά το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Το όριο αυτό του εισοδήματος προσαυξάνεται κατά πεντακόσια ογδόντα έξι ευρώ και οκτώ λεπτά (586,08) ευρώ για κάθε ανήλικο τέκνο της οικογένειας.

2. Το ύψος του επιδόματος μακροχρονίως ανέργου δεν μπορεί να υπερβεί μηνιαίως το ποσό των διακοσίων (200) ευρώ και καταβάλλεται για όσο χρονικό διάστημα οι δικαιούχοι παραμένουν άνεργοι και ουδέποτε πέραν των δώδεκα (12) μηνών.

3. Το προαναφερόμενο επίδομα, καθώς και τα επιδό­ματα ανεργίας, ασθένειας και μητρότητας δεν λαμβάνονται υπόψη για τον κατά περίπτωση προσδιορισμό του ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος με βάση το οποίο χορηγείται αυτό.

4. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργα­σίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθορίζονται και εξειδικεύονται:

α) τα όρια ηλικίας των δικαιούχων, τα οποία δεν μπο­ρούν να είναι μικρότερα των είκοσι (20) και μεγαλύτερα των εξήντα έξι (66) ετών και τα κριτήρια που απαιτούνται για την απόκτηση της ιδιότητας του δικαιούχου, καθώς και η διαδικασία χορήγησης των παροχών αυτών,

β) το ύψος της προαναφερόμενης παροχής, καθώς και η διαδικασία, ο τόπος, ο τρόπος και ο χρόνος κα­ταβολής της,

γ) τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την απόδειξη της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων χορήγησης της προαναφερόμενης παροχής, καθώς και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την καταβολή της,

δ) οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την αναστολή ή τη διακοπή της παροχής και

ε) κάθε άλλο θέμα σχετικό με την παροχή.

5. Με όμοιες αποφάσεις δύνανται να αναπροσαρμό­ζονται το ύψος του προαναφερόμενου επιδόματος, τα όρια ηλικίας των δικαιούχων και το ύψος των εισοδη­ματικών ορίων.

6. Το παραπάνω επίδομα καταβάλλεται από τον Ο.Α.Ε.Δ., με διάθεση των αναγκαίων κονδυλίων από τον Κρατικό Προϋπολογισμό.

7. Ως ετήσιο οικογενειακό εισόδημα, για την εφαρμο­γή του παρόντος, νοείται το συνολικό ετήσιο φορολο­γούμενο πραγματικό, καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο, εισόδημα του φορολο­γούμενου, της συζύγου του και των ανήλικων τέκνων του από κάθε πηγή, με εξαίρεση τις αποζημιώσεις απόλυσης.

8. Οι παραπάνω εισοδηματικές ενισχύσεις δεν λαμβάνονται υπόψη για τον κατά περίπτωση προσδιορισμό του ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος με βάση το οποίο χορηγούνται αυτές.

9. Η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του ν. 3016/2002 παύει να ισχύει από 1.1.2014 εκτός του τε­λευταίου εδαφίου της που έχει ως εξής: «στο άρθρο 1 του π.δ. 179/1986 (Α’ 69) προστίθεται εδάφιο ιστ’ ως εξής: «ιστ) Τα επιδόματα μακροχρονίως ανέργων».

 

IA.2.– Ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων:

1. Θεσπίζεται ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων, το οποίο αντικαθιστά τα καταργούμενα με τις υποπερι­πτώσεις 12 και 14 της παρούσας διάταξης οικογενειακά επιδόματα.

2. Το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων καταβάλλεται λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των εξαρτώμενων τέ­κνων, την κλίμακα ισοδυναμίας, το ισοδύναμο εισόδημα και την εισοδηματική κατηγορία.

Ως κλίμακα ισοδυναμίας ορίζεται το σταθμισμένο άθροισμα των μελών της οικογένειας. Ο πρώτος γονέ­ας έχει στάθμιση 1, ο δεύτερος γονέας έχει στάθμιση 1/3 και κάθε εξαρτώμενο τέκνο έχει στάθμιση 1/6. Ως ισοδύναμο εισόδημα ορίζεται το καθαρό, ετήσιο, οικο­γενειακό εισόδημα (φορολογητέο εισόδημα) διαιρεμένο με την κλίμακα ισοδυναμίας.

Οι οικογένειες που δικαιούνται το ενιαίο επίδομα στή­ριξης τέκνων διαιρούνται αναλόγως του ισοδυνάμου εισοδήματος σε τέσσερις εισοδηματικές κατηγορίες, ως εξής: (Α) έως έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ που λαμβάνουν το πλήρες επίδομα, (Β) από έξι χιλιάδες και ένα (6.001) ευρώ έως δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ που λαμβάνουν τα 2/3 του επιδόματος, (Γ) από δώδεκα χιλιάδες και ένα (12.001) ευρώ έως δεκαοκτώ χιλιάδες (18.000) ευρώ που λαμβάνουν το 1/3 του επιδόματος.

Το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων υπολογίζεται ανά­λογα με τον αριθμό των εξαρτώμενων τέκνων ως εξής: σαράντα (40) ευρώ ανά μήνα για ένα εξαρτώμενο τέκνο, ογδόντα (80) ευρώ ανά μήνα για δύο εξαρτώμενα τέκνα, εκατόν τριάντα (130) ευρώ ανά μήνα για τρία εξαρτώ­μενα τέκνα και εκατόν ογδόντα (180) ευρώ ανά μήνα για τέσσερα εξαρτώμενα τέκνα. Για κάθε εξαρτώμενο τέκνο πέραν του τετάρτου, καταβάλλεται, πέραν των ανωτέρω, μηνιαίο επίδομα εξήντα (60) ευρώ.

Για τον υπολογισμό της εισοδηματικής κατηγορίας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα που αναφέρεται στο εκκαθαριστικό του τρέχοντος οικονομικού έτους.

3. Το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων καταβάλλεται για τέκνα προερχόμενα από γάμο, φυσικά, θετά ή αναγνωρισθέντα, εφόσον είναι άγαμα και δεν υπερβαίνουν το 18ο έτος της ηλικίας του ή το 19ο έτος εφόσον φοιτούν στη μέση εκπαίδευση. Ειδικά, για τα τέκνα που φοιτούν στην ανώτερη ή ανώτατη εκπαίδευση, καθώς και σε Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.), το επίδομα καταβάλλεται μόνο κατά το χρόνο φοί­τησής τους που προβλέπεται από τον οργανισμό της κάθε σχολής και σε καμία περίπτωση πέρα από τη συ­μπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους. Επιπλέον, ως εξαρτώμενα τέκνα για θεμελίωση του δικαιώματος λήψης του επιδόματος, λαμβάνονται υπόψη τα τέκνα με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, καθώς και το απορφανισθέν τέκνο ή τα απορφανισθέντα τέκνα που αποτελούν ιδία οικογένεια και επήλθε θάνατος και των δύο γονέων.

4. Σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου ή υπαίτιας εγκατάλειψης των τέκνων του και οριστικής διακοπής της συγκατοίκησης ή διαζυγίου, το επίδομα καταβάλ­λεται σε όποιον έχει την κύρια ή αποκλειστική ευθύνη διατροφής των τέκνων. Το επίδομα καταβάλλεται με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις και στον πατέρα, ο οποίος έχει ένα ή περισσότερα ζώντα τέκνα από διαφορετικούς γάμους, καθώς και τα νομίμως αναγνωρισθέντα ή υιοθετηθέντα από τον ίδιο, εφόσον όμως έχει την αποκλειστική ευθύνη διατροφής τους και η μητέρα δεν επιδοτείται για τα παιδιά της αυτά.

5. Το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων χορηγείται κα­τόπιν αίτησης και καταβάλλεται από την 1η του επόμε­νου μήνα υποβολής της. Για τη διακοπή του επιδόματος, λόγω συμπλήρωσης των οριζομένων στην παράγραφο 3, κατά περίπτωση, ορίων, ως ημέρα γέννησης των τέκνων θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου τους έτους γέννησής τους και, προκειμένου περί φοιτητών ή σπουδαστών, η λήξη του ακαδημαϊκού ή σπουδαστικού έτους.

6. Το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων χορηγείται στις ακόλουθες κατηγορίες προσώπων εφόσον έχουν μόνιμη και συνεχή δεκαετή διαμονή στην Ελλάδα και τα εξαρτώμενα τέκνα τους ευρίσκονται στην Ελλάδα: α) Έλληνες πολίτες που διαμένουν μόνιμα στην Ελ­λάδα, β) ομογενείς αλλοδαπούς που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα και διαθέτουν δελτίο ομογενούς, γ) πολίτες κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα, δ) πολίτες των χωρών που ανήκουν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (Νορβηγία, Ισλανδία και Λιχτενστά­ιν) και Ελβετούς πολίτες που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα, ε) αναγνωρισμένους πρόσφυγες που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα, των οποίων το καθεστώς παραμονής στην Ελλάδα διέπεται από τις διατάξεις της Σύμβασης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων (ν.δ. 3989/1959, Α’201), όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης του 1967  για  το  Καθεστώς  των  Προσφύγων  (α.ν. 389/1968, Α’ 125), στ) ανιθαγενείς, των οποίων το καθεστώς παραμονής στην Ελλάδα διέπεται από τις διατάξεις της Σύμβασης του 1954 για το Καθεστώς των Ανιθαγενών (ν. 139/1975, Α’ 176), ζ) δικαιούχους του ανθρωπιστικού καθεστώτος και η) πολίτες άλλων κρατών που διαμένουν νόμιμα και μόνιμα στην Ελλάδα και είναι γονείς τέκνων ελληνικής υπηκοότητας.

7. Το επίδομα της παρούσας υποπαραγράφου δεν προσμετράται στο καθαρό, ετήσιο, οικογενειακό εισό­δημα και απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος, εισφορά ή κράτηση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτου.

8. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ρυθμίζο­νται τα θέματα διαδικασίας χορήγησης και καταβολής του επιδόματος και ο φορέας καταβολής του. Με όμοιες αποφάσεις δύναται να επανακαθοριστεί η εντεταλμένη αρχή καταβολής και να αναπροσαρμοστεί το ύψος των επιδομάτων της παρούσας διάταξης.

9. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ρυθμίζεται και κάθε θέμα σχε­τικό με την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου.

10. Οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στον προϋπο­λογισμό του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφά­λισης και Πρόνοιας.

11. Το εισοδηματικό κριτήριο της παραγράφου 22 του άρθρου 27 του ν. 4052/2012 αναφέρεται στο καθαρό, ετήσιο, οικογενειακό εισόδημα (φορολογητέο εισόδημα) του έτους 2011, όπως αυτό δηλώθηκε στη φορολογική δήλωση των δικαιούχων. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται υποχρεωτικά για τις καταβολές του τελευταίου διμήνου του 2012. Τυχόν καταβολές που έγιναν μέχρι τη δημο­σίευση του παρόντος νόμου σε υπερβαίνοντες τα όρια της παραγράφου 22 του άρθρου 27 του ν. 4052/2012 δεν αναζητούνται.

12. Οι παράγραφοι 1 και 4 του άρθρου 63 του ν. 1892/1990 και η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του ν. 3454/2006, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, καθώς και η κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα νομοθεσία, καταρ­γούνται από 1.11.2012.

13. Η παράγραφος 3 του άρθρου 21 του ν. 4025/2011 και η παράγραφος 22 του άρθρου 27 του ν. 4052/2012, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, καταργούνται από 1.1.2013.

14. Το άρθρο 63 του ν. 1892/1990, η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του ν. 3454/2006, το άρθρο 6 του ν. 3631/2008, τα άρθρα 42 και 43 του ν. 3918/2011, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, παύουν να ισχύουν από την έναρξη εφαρμογής της παρούσας διάταξης, όσο αφορά στη χορήγηση και καταβολή των προϋφιστάμενων οικογε­νειακών επιδομάτων. Ομοίως καταργούνται και οι κατ’ εξουσιοδότηση των ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις και κάθε άλλη απόφαση με την οποία ρυθμίζεται η καταβολή των επιδομάτων που αντικαθίστανται με το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων.

15. Κάθε διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου παύει να ισχύει από την έναρξη εφαρμογής της, όσο αφορά στη χορήγηση και καταβολή των προϋφιστάμενων οικογενειακών επιδο­μάτων. Το αφορολόγητο ποσό της παρ. 2 του άρθρου 9  του ν. 2238/1994 (Α’151) αντικαθίσταται από το προβλεπόμενο σε αυτή την υποπαράγραφο επίδομα από 1ης Ιανουαρίου 2013.

16. Η εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας υποπα­ραγράφου άρχεται την 1.1.2013 εκτός αν ορίζεται άλλως στις προηγούμενες παραγράφους.

 

ΙΑ.3.–Πιλοτικό πρόγραμμα ελαχίστου εγγυημένου εισοδήματος:

 1. Τίθεται σε πιλοτική εφαρμογή πρόγραμμα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος σε δύο περιοχές της Επικρά­τειας με διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά χαρακτηρι­στικά, οι οποίες θα οριστούν με την κοινή υπουργική απόφαση της περίπτωσης 3 της παρούσας υποπαραγράφου.

2. Το πρόγραμμα απευθύνεται σε άτομα και οικο­γένειες που διαβιούν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, παρέχοντας στους δικαιούχους ενίσχυση εισοδήματος συνδυαζόμενη με δράσεις κοινωνικής επανένταξης.Το πρόγραμμα λειτουργεί συμπληρωματικά με τις εκάστο­τε εφαρμοζόμενες πολιτικές για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθο­ρίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρούσας υποπαραγράφου, ιδίως δε:

α. Οι δικαιούχοι για ένταξη στο πρόγραμμα.

β. Η βάση υπολογισμού και το ύψος του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για κάθε άτομο ή οικογένεια.

γ. Οι διαδικασίες ένταξης στο πρόγραμμα και κατα­βολής της παροχής ως διαφοράς μεταξύ του πραγ­ματικού εισοδήματος και του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.

δ. Οι αρμόδιες υπηρεσίες για την εφαρμογή του προ­γράμματος, καθώς και η επιλογή των δύο περιοχών της Επικράτειας όπου θα εφαρμοστεί πιλοτικά το πρό­γραμμα.

4. Η πιλοτική εφαρμογή του προγράμματος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος αρχίζει την 1.1.2014.

 

ΙΑ.4.– Αύξηση ορίων ηλικία συνταξιοδότησης:

1. Από 1.1.2013 για τη συνταξιοδότηση των ασφαλισμέ­νων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρό­νοιας και της Τράπεζας της Ελλάδος, εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις του ν. 3863/2010 (Α’115), όπως ισχύει, ως προς τα όρια ηλικίας και το χρόνο ασφάλισης, όπως αυτά διαμορφώνονται με τις ανωτέρω διατάξεις από 1.1.2015.

2. Από 1.1.2013, όλα τα όρια ηλικίας της παραγράφου 1, καθώς και όλα τα ισχύοντα την 31.12.2012 όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφά­λισης και Πρόνοιας και της Τράπεζας της Ελλάδος, όπου αυτά προβλέπονται, αυξάνονται κατά δύο (2) έτη.

3. Από την αύξηση των ορίων ηλικίας ή/και του χρό­νου ασφάλισης των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού εξαιρούνται: α) οι ασφαλισμένες που θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης σύμφωνα με τις ισχύουσες γενικές, ειδικές ή καταστατικές διατάξεις ως μητέρες ανίκανων για κάθε βιοποριστική εργασία τέκνων, καθώς και οι χήροι πατέρες ανίκανων για κάθε βιοποριστική ερ­γασία τέκνων, β) οι ασφαλισμένοι στους ανωτέρω φορείς κοινωνικής ασφάλισης που έχουν ενταχθεί σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας του ν. 4024/2011 (Α’ 226).

4. Θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα μέχρι

31.12.2012,   λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης και ορίων ηλικίας, όπου αυτά προβλέπονται, δεν θίγονται και δύνανται να ασκηθούν οποτεδήποτε.

5. Οι ασφαλισμένοι των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλι­σης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, οι οποίοι μέχρι 31.12.2012 έχουν κατοχυρώσει ή κατοχυρώνουν τις κατ’ έτος προβλεπόμενες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, όπως αυτές καθορίζονται με το άρθρο 10 του ν. 3863/2010 (Α’115), όπως ισχύει, ή από προγενέστερες γενικές ή άλλες διατάξεις, δύνανται να συνταξιοδοτηθούν με τις προϋ­ποθέσεις του ορίου ηλικίας και του χρόνου ασφάλισης που κατά περίπτωση κατοχυρώνουν.

6. Από 1.1.2014 το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 3996/2011 (Α’ 170) Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ) καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 64ου έτους της ηλικίας.

Για τους συνταξιούχους λόγω αναπηρίας καθώς και για τα τέκνα που λαμβάνουν σύνταξη λόγω θανάτου του γονέα τους δεν απαιτείται όριο ηλικίας.

 

ΙΑ.5.–Μείωση συντάξεων και εφάπαξ βοηθημάτων:

1. Από 1.1.2013 η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων άνω των 1.000,00 ευρώ από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία μειώνονται ως εξής:

α. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος άνω των 1.000,01 ευρώ και έως 1.500,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 5% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.000,01 ευρώ.

β. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 1.500,01 ευρώ έως 2.000,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 10% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που ενα­πομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.425,01 ευρώ.

γ. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 2.000,01 ευρώ έως 3.000,00 ευρώ μειώνεται κατά ποσοστό 15% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.800,01 ευρώ.

δ. Ποσό σύνταξης ή συντάξεων από 3.000,00 ευρώ και άνω μειώνεται κατά ποσοστό 20% και σε κάθε περίπτω­ση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 2.550,01 ευρώ.

Στο ως άνω άθροισμα λαμβάνονται υπόψη τα μερί­σματα, καθώς και κάθε είδους προσαυξήσεις. Επί του αθροίσματος αυτού το ποσό της μείωσης επιμερίζεται αναλογικά σε κάθε φορέα ή τομέα και αποτελεί έσοδο του οικείου ασφαλιστικού φορέα ή τομέα.

Για τον υπολογισμό του ποσοστού της μείωσης λαμβάνεται υπόψη το καταβλητέο ποσό συντάξεως ή του ως άνω αθροίσματος την 31.12.2012 μετά τις μειώσεις και τις παρακρατήσεις της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων.

Από τις ανωτέρω μειώσεις εξαιρούνται οι συνταξιού­χοι που προβλέπονται από τις διατάξεις των εδαφίων 4 και 5 της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 4024/2011 (Α’ 226) και του ν. 612/1977, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.

2. Στους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992 που αποχώρη­σαν ή θα αποχωρήσουν της υπηρεσίας από 1.8.2010 και μετά, στους οποίους δεν έχει εκδοθεί η σχετική από­φαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος μειώνεται ποσοστιαία κατά φορέα- τομέα πρόνοιας. Συγκεκριμένα: στον Τομέα Πρόνοιας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου του ΤΑΠΙΤ κατά 2,21%, στον Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων του ΤΑΠΙΤ κατά 17,35%, στον Τομέα Πρόνοιας Προσω­πικού Ιπποδρομιών του ΤΑΠΙΤ κατά 18,38%, στον Τομέα Πρόνοιας Ξενοδοχοϋπαλλήλων του ΤΑΠΙΤ κατά 29,77%, στον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων Φαρμακευτικών Ερ­γασιών του ΤΑΠΙΤ κατά 63,91%, στον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων του ΤΑΠΙΤ κατά 41,52%, στον Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ κατά 22,67%, στον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων ΝΠΔΔ του ΤΠΔΥ κατά 42,29%, στον Τομέα Πρόνοιας Ορ­θόδοξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος του ΤΠΔΥ κατά 36,94%, στον Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Ταμείου Νο­μικών του ΤΠΔΥ κατά 52,21%, στον Τομέα Πρόνοιας Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ κατά 6,19%, στον Τομέα Πρόνοιας Εφημ/λών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Αθηνών του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ κατά 8,21%, στον Τομέα Πρόνοιας Εφημ/λών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ κατά 28,41%, στον Κλά­δο Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ κατά 3,84%, στον Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Ιονικής -Λα­ϊκής Τράπεζας του ΤΑΥΤΕΚΩ κατά 41,17%, στον Τομέα Πρόνοιας Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων του ΕΤΑΑ κατά 17,42%, στον Τομέα Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών του ΕΤΑΑ κατά 32,80%, στον Τομέα Πρόνοιας Εργοληπτών Δημοσίων Έργων του ΕΤΑΑ κατά 83,00%, στον Τομέα Πρόνοιας Αστυνομικών του ΤΕΑΠΑΣΑ κατά 1,94%, στον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων του ΤΕΑΠΑΣΑ κατά 45,49%, στο Λογαριασμό Πρόνοιας Υπαλλήλων ΙΚΑ του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά 35,11%. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλει­ας και Πρόνοιας μετά από τεκμηριωμένη εισήγηση του Δ.Σ. των οριζομένων στο προηγούμενο εδάφιο Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης πλην του Τομέα Πρόνοιας Δη­μοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ μπορεί να αυξομειώνεται το ανωτέρω οριζόμενο ποσοστό μείωσης μέχρι 35%.

3. Οι ανωτέρω μειώσεις στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ διενεργούνται μετά την εφαρμογή των μειώσεων που προβλέπονται με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 4024/2011 (Α’ 226).

4. Η ποσοστιαία μείωση 42,29%, καθώς και κάθε μετα­βολή αυτής, στο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χο­ρηγεί ο Τομέας ΝΠΔΔ του ΤΠΔΥ για χρόνο ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε μετά την 1.1.2006 έχει εφαρμογή και στο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούνται οι αποχωρούντες υπάλληλοι, ασφαλισμένοι στο καθε­στώς του ν. 103/1975 (Α’167), από το νομικό πρόσωπο στο οποίο τηρείτο ο λογαριασμός του ν. 103/1975 (Α’167) για χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε μέχρι 31.12.2005, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 3232/2004 (Α’48).

5. Στα πρόσωπα που δεν έχουν καταβάλει ασφαλι­στικές εισφορές για τη χορήγηση εφάπαξ παροχής ή οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης καταβάλλεται η αποζημίωση, λόγω αποχώρησης από την υπηρεσία για οποιονδήποτε λόγο, του ν. 3198/1955 (Α’ 98) σε συνδυ­ασμό με το ν. 2112/1920 (Α’ 67) όπως ισχύουν. Το ποσό της καταβαλλόμενης αποζημίωσης είναι ανάλογο με το χρόνο υπηρεσίας που έχει πραγματοποιηθεί εκτός της ασφάλισης σε φορέα-τομέα πρόνοιας προς το συ­νολικό χρόνο υπηρεσίας τους. Σε καμία περίπτωση η εν λόγω αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 15.000,00 ευρώ.

6. Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που ορίζει δια­φορετικά τα θέματα των προηγούμενων περιπτώσεων καταργείται.

7. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που εκδίδεται μέχρι 31.12.2012, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, καθορίζεται η νέα τεχνική βάση για τις εφάπαξ παροχές των φορέων – τομέων πρόνοιας, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την υλοποίησή της. Από

1.1.2014  το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σε όλους τους ασφαλισμένους των φορέων – τομέων πρόνοιας υπολογίζεται σύμφωνα με τη νέα τεχνική βάση για τις εφάπαξ παροχές.

 

ΙΑ.6.– Ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών – Ανασχεδιασμός συνταξιοδότησης ανασφάλιστων – Ενιαίο σύστημα ελέγχου και πληρωμών συντάξεων και άλλες ρυθμίσεις:

1. Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τους ασφαλιζόμενους από 1.1.1993 μισθωτούς που προβλέπεται στην περίπτωση α’ της παρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 2084/1992 (Α’ 165), όπως αυτή έχει αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 3232/2004 (Α’ 48), ισχύει από 1.1.2013 και για τους υπαχθέντες στην ασφά­λιση μέχρι 31.12.1992 μισθωτούς των φορέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας συμπερι­λαμβανομένων του ΝΑΤ και της Τράπεζας της Ελλάδος. Όπου από γενική ή καταστατική διάταξη προβλέπεται μεγαλύτερο ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών, αυτό διατηρείται.

2. Αξιώσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρ­μοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας που αφορούν την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών παραγράφονται μετά εικοσαετία από την τελευταία καταβολή. Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται.

3. Από 1.1.2013 τα επιδόματα και δώρα εορτών Χρι­στουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάτα­ξη νόμου ή κανονιστική πράξη ή καταστατική διάταξη για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους όλων των φορέων και τομέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, καθώς και του ΟΓΑ, του ΝΑΤ και της Τράπεζας της Ελλάδος καταργούνται. Κατ’ εξαί­ρεση παραμένει σε ισχύ το άρθρο 32 του ν. 3896/2010, όπως ισχύει.

4. Από 1.1.2013 διακόπτεται η καταβολή της σύντα­ξης από το ΕΤΕΑ (τέως ΕΤΕΑΜ) στους εκπροσώπους συνδικαλιστικών οργανώσεων και τα δικαιοδόχα μέλη τους που συνταξιοδοτήθηκαν για την ιδιότητά τους αυτή με βάση καταστατικές διατάξεις του τ. Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Εκπροσώπων και Υπαλλήλων Εργατικών Επαγγελματικών Οργανώσεων (ΤΕΑΕΥΕΕΟ) του α.ν. 971/1937 (Α’ 482). Κατ’ εξαίρεση, εξακολουθούν να καταβάλλονται συντάξεις στα πρόσωπα της ανωτέ­ρω κατηγορίας και τα δικαιοδόχα μέλη τους, εφόσον δεν εργάζονται και δεν λαμβάνουν σύνταξη από άλλο φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, ή το Δημόσιο.

Από την ίδια ως άνω ημερομηνία εξαιρούνται από την ασφάλιση στο ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ) οι εκπρόσωποι συνδι­καλιστικών οργανώσεων που απέκτησαν την ιδιότητά τους αυτή μέχρι τη συγχώνευση του τ. ΤΕΑΕΥΕΕΟ στο ΕΤΕΑΜ.

Οι ασφαλισμένοι του τ. ΤΕΑΕΥΕΕΟ, οι οποίοι ήταν υπάλληλοι συνδικαλιστικών οργανώσεων ή του συγχωνευθέντος Ταμείου, καθώς και οι συνταξιούχοι της κατηγορίας αυτής, διέπονται από 1.1.2013 από τις κατα­στατικές διατάξεις του ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ), καθώς και τις διατάξεις της γενικότερης νομοθεσίας, όπως ισχύουν. Οι εκκρεμείς αιτήσεις συνταξιοδότησης, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί μέχρι 31.12.2012 οριστική απόφαση συνταξιοδότησης, διέπονται από τις καταστατικές διατάξεις του ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ).

5. Από 1.1.2013 η μηνιαία σύνταξη ανασφάλιστων υπε­ρηλίκων του ν. 1296/1982 (Α’ 128), όπως ισχύει, κατα­βάλλεται, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προ­ϋποθέσεις:

α. Έχουν συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας τους.

β. Δεν λαμβάνουν ή δεν δικαιούνται οι ίδιοι σύνταξη από οποιονδήποτε Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ή το Δημόσιο στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, ανεξαρτήτως ποσού, και επίσης, σε περίπτωση εγγάμων, δεν λαμβάνει ο/η σύζυγός τους σύνταξη μεγαλύτερη από το πλήρες ποσό της συνταξιοδοτικής παροχής, λόγω γήρατος, του άρθρου 4 του ν. 4169/1961.

γ. Διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα τα τελευ­ταία είκοσι (20) έτη πριν την υποβολή της αίτησης για συνταξιοδότηση και εξακολουθούν να διαμένουν κατά τη διάρκεια της συνταξιοδότησής τους.

δ. Το συνολικό ετήσιο ατομικό φορολογητέο εισόδημά τους, καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημά τους δεν υπερβαίνει το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων είκοσι (4.320) ευρώ ή, στην περίπτωση εγγάμων, το συνολικό ετήσιο οικο­γενειακό φορολογητέο εισόδημα, καθώς και το απαλ­λασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των οκτώ χιλιάδων εξακοσίων σαράντα (8.640) ευρώ.

Εξαιρούνται της παροχής οι μοναχοί/ες οι οποίοι δι­αμένουν σε Ιερές Μονές και συντηρούνται από αυτές και όσοι εκτίουν ποινή φυλάκισης.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας μετά γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΓΑ και του ΣΚΑ καθορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται στις πε­ριπτώσεις β’ έως δ’ της προηγούμενης παραγράφου, και η διαδικασία ελέγχου των εισοδηματικών κριτηρίων, καθώς και οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε όσους υπο­βάλλουν ανακριβή στοιχεία.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας δύνανται να αναπροσαρμόζονται τα ποσά που αναφέρονται στην περίπτωση δ’.

Εκκρεμείς αιτήσεις, καθώς και αιτήσεις που υποβάλλο­νται μέχρι 31.12.2012 κρίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος πλην του ορίου ηλικίας που ορίζεται το 65ο έτος.

Με τα κριτήρια που ορίζονται στις περιπτώσεις β’ έως και δ’ της παρούσας ρύθμισης, επανακρίνονται από 1.1.2013  και όσοι έχουν ήδη καταστεί συνταξιούχοι.

6. Εισφορές ασφαλισμένων του ΟΓΑ για υγειονομική περίθαλψη που δεν έχουν καταβληθεί εμπρόθεσμα για χρόνο ασφάλισης μέχρι 31.12.2012, επαναϋπολογίζονται με ποσοστό 2,50% επί του ποσού της ασφαλιστικής κατηγορίας του άρθρου 4 του ν. 2458/1997 (Α’15) στην οποία είχαν καταταγεί και ισχύει κατά το χρόνο κατα­βολής των εισφορών.

7. Όπου από τις κείμενες διατάξεις του ΟΓΑ αναφέρεται το 64ο έτος της ηλικίας αντικαθίσταται από το 66ο και όπου το 65ο από το 67ο.

8. Από 1.7.2013 η Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνι­κής Ασφάλισης Α.Ε. «Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.» του ν. 3607/2007 (Α’ 245) καθίσταται ενιαίος φορέας ελέγχου και πληρω­μών συντάξεων των δικαιούχων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και του Δημοσίου. Από 1.1.2013 μέχρι την 30.6.2013 οι πληρωμές των συντάξεων διενεργούνται από τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά την ολο­κλήρωση της διαδικασίας των επόμενων παραγράφων.

Από 1.12.2012 η Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε. συγκεντρώνει, ελέγχει και διασταυρώνει τα στοιχεία των συντάξεων των δικαιού­χων των Φ.Κ.Α. και υπολογίζει το ποσό της μείωσης για τους συνταξιούχους, καθώς και για όσους λαμβάνουν συντάξεις από περισσότερους του ενός φορέα.

Οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης εποπτείας Υπουρ­γείων Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Εθνικής Άμυνας και το Δημόσιο αποστέλλουν έως τη 10η ημέρα κάθε μήνα στην Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε., σε ηλεκτρονική μορφή μηνιαίο αρχείο πληρωμών συντάξεων, στο οποίο περιέχονται αναλυτικά και ανά συνταξιούχο τα ποσά των συντάξεων που καταβάλλει ο κάθε φορέας.

Τα Αρχεία Πληρωμών Συντάξεων περιέχουν όλα τα αναγκαία στοιχεία ταυτοποίησης (Α.Μ.Κ.Α., Α.Φ.Μ. κ.λπ.). Σε περίπτωση ελλιπών στοιχείων η επεξεργασία υλο­ποιείται στα διαθέσιμα στοιχεία και στους ταυτοποιημένους συνταξιούχους.

Οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης πραγματοποιούν τις μεταβολές των ποσών συντάξεων για τις οποίες έχουν ενημερωθεί από την Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε..

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, μετά από γνώμη του Δ.Σ. της Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε., του Σ.Κ.Α. και γνώμη της Γ.Γ.Π.Σ. που εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημο­σίευση του νόμου ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τις υποχρεώσεις των Φ.Κ.Α., τις υποχρεώσεις της Η.ΔΙ.Κ.Α. ΑΕ., θέματα διασταυρώσεων και ταυτοποίησης στοιχεί­ων προσώπων και αλληλοενημερώσεων μεταξύ Η.ΔΙ.Κ.Α.

ΑΕ. και Γ.Γ.Π.Σ., καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την υλοποίηση του παρόντος.

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των ασφαλιστικών οργανισμών με τις ανωτέρω διατάξεις, οι Πρόεδροι και οι Διοικητές των ανωτέρω οργανισμών κηρύσσονται αυτοδικαίως έκπτωτοι μετά παρέλευση ενός διμήνου από τις οριζόμενες για την εφαρμογή της διάταξης αυτής προθεσμίες.

Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται.

9. Η προβλεπόμενη από τη διάταξη της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν.δ. 2963/1954 (Α’ 195), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, εισφορά 0,75% επί των ημερομισθίων και μισθών των εργαζομένων υπέρ του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, η οποία βαρύνει τον οικείο εργοδότη, καταργείται από 1ης Νοεμβρίου 2012.

10.    Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της περίπτω­σης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 678/1977 (Α’246) και του εδάφιου Γ’ του άρθρου 7 του ν. 3144/2003 (Α’111) εισφορά 0,35% υπέρ Οργανισμού Εργατικής Εστί­ας, η οποία βαρύνει τον οικείο εργοδότη, καταργείται από 1ης Νοεμβρίου 2012.

11.    Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας δύναται να καθοριστεί και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή των περιπτώ­σεων 9 και 10 της παρούσας υποπαραγράφου.

 

ΙΑ.7.– Ρυθμίσεις για το επάγγελμα του φορτοεκφορτωτή, τις επιχειρήσεις προσωρινής απασχόλησης, τα ιδιωτικά Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας για την εφαρμογή των Νόμων 3919/2011 και 4038/2012:

1. Όλες οι σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία φορ­τοεκφορτωτικές εργασίες, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς της χρήσης του τόπου φόρτωσης (όπως για παράδειγμα είναι οι κεντρικές αγορές, τα λιμάνια κ.λπ.) εκφόρτωσης, μεταφοράς και στοιβασίας των εμπορευ­μάτων ή άλλων κινητών πραγμάτων, διενεργούνται από εργαζομένους που είναι εφοδιασμένοι με τη βεβαίωση της παραγράφου 4 του παρόντος. Από το πεδίο εφαρ­μογής της παρούσας εξαιρούνται οι λιμενικές ζώνες Πειραιώς και Θεσσαλονίκης.

2. Κατ’ εξαίρεση, δεν απαιτείται να εκτελούνται από εργαζομένους που διαθέτουν τη βεβαίωση της παρα­γράφου 4 του παρόντος οι ακόλουθες κατηγορίες φορ­τοεκφορτωτικών εργασιών:

α) Φορτώσεις γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, λιπασμάτων, γεωργι­κών εφοδίων ή άλλων ειδών που ανήκουν στους πα­ραγωγούς από τους τόπους παραγωγής προς χώρους αποθήκευσης για λογαριασμό των παραγωγών. β) Φορ­τώσεις ή εκφορτώσεις ειδών σε χώρους βιομηχανικής παραγωγής.

3. Για τους φορτοεκφορτωτές που δεν απασχολού­νται με σχέση εξαρτημένης εργασίας η αμοιβή τους συμφωνείται ελευθέρως με τον φορτοπαραλήπτη. Σε κάθε άλλη περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις της κείμενης εργατικής νομοθεσίας. Οι κανονισμοί διεξα­γωγής των φορτοεκφορτωτικών εργασιών καταρτίζο­νται με Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Σ.Σ.Ε.) και σε περίπτωση που δεν υπάρχουν Σ.Σ.Ε., για μεν τα λιμάνια με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Ναυτιλίας και Αιγαίου, για την ξηρά με απόφαση του Υπουργού Ερ­γασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας. Ως προς την κοινωνικοασφαλιστική προστασία αυτών, οι φορτο­εκφορτωτές ασφαλίζονται στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και η ασφα­λιστική τους σχέση διέπεται από την οικεία νομοθεσία που διέπει το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και τους κανονισμούς αυτού.

4. α. Για την άσκηση του επαγγέλματος του φορτο­εκφορτωτή ξηράς ή λιμένος απαιτούνται να συντρέ­χουν σωρευτικά στο πρόσωπο του ενδιαφερομένου οι ακόλουθες προϋποθέσεις: αα) Είναι Έλληνας πολίτης ή ομογενής ή πολίτης κράτους – μέλους της Ευρωπα­ϊκής Ένωσης ή υπήκοος τρίτης χώρας που εντάσσεται στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2003 και στον οποίο έχει χορηγηθεί το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος στην Ελλάδα, εφόσον για τον τελευταίο δεν συντρέ­χει κώλυμα δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας, ββ) έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του, γγ) είναι υγιής και γενικώς ικανός και κατάλληλος για την άσκηση του επαγγέλματος, βάσει ιατρικής γνωμάτευσης των υγειονομικών επιτροπών του ΕΟΠΠΥ, δδ) δεν έχει καταδικαστεί ή δεν διώκεται ποινι­κά για εγκλήματα κατά της ασφάλειας των μεταφορών, σωματεμπορία, λαθρεμπόριο και εγκλήματα κατά της δημόσιας ή της ιδιωτικής περιουσίας.

β. αα) Οι ενδιαφερόμενοι που πληρούν τις ως άνω προϋποθέσεις υποβάλλουν, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, αναγγελία έναρξης άσκησης του επαγγέλματος του φορτοεκφορτωτή ξηράς ή λιμένος, επισυνάπτο­ντας φάκελο με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, στο Τμήμα Φορτοεκφορτωτών της Διεύθυνσης Αμοιβής του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρό­νοιας, ως αρμόδιας υπηρεσίας. Η υπηρεσία προχωρεί στην εξέταση των δικαιολογητικών και σε περίπτωση συνδρομής των σχετικών προϋποθέσεων καταχωρεί τον ενδιαφερόμενο στο Εθνικό Μητρώο Φορτοεκφορ­τωτών, που λειτουργεί στο Τμήμα Φορτοεκφορτωτών του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και εκδίδει υποχρεωτικά βεβαίωση, εντός απο­κλειστικής δεκαήμερης προθεσμίας από την ημερομηνία υποβολής της αναγγελίας και της κατάθεσης όλων των δικαιολογητικών.

ββ) Το Εθνικό Μητρώο Φορτοεκφορτωτών λειτουργεί ως δημόσιος κόμβος πιστοποίησης των προϋποθέσεων για τη νόμιμη άσκηση του επαγγέλματος του φορτοεκ­φορτωτή, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, καθώς και ενημέρωσης των ενδιαφερομένων για την απασχόληση στον κλάδο. Το Εθνικό Μητρώο Φορτοεκφορτωτών θα λειτουργεί από 15.4.2013 απο­κλειστικά ηλεκτρονικά.

Ειδικότερα, το Εθνικό Μητρώο Φορτοεκφορτωτών περιλαμβάνει δύο επίπεδα: (α) Το Μητρώο Α’ (Εισαγωγικό) αφορά τα πρόσωπα εκείνα που εκτελούν τις φορτοεκφορτωτικές εργασίες της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εξαιρουμένων του χειρισμού μηχανημάτων και οχημάτων φορτοεκφόρ­τωσης, του χειρισμού ειδικών ή επικίνδυνων φορτίων και της διενέργειας εξειδικευμένων φορτοεκφορτωτι­κών εργασιών, όπως θα εξειδικευθεί με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Ναυτιλίας και Αιγαίου. Στο Μητρώο αυτό εγγράφονται όλα ανεξαιρέτως τα πρόσωπα που πλη­ρούν τις προϋποθέσεις του εδαφίου α’ της παραγρά­φου 4 του παρόντος άρθρου και θα παρακολουθούν υποχρεωτικά ειδικό πρόγραμμα κατάρτισης σε θέματα υγιεινής και ασφάλειας της φορτοεκφορτωτικής εργα­σίας σύμφωνα με το άρθρο 12 της Οδηγίας 391/1989/ ΕΚ, όπως θα εξειδικευθεί με απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Παι­δείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Ναυτιλίας και Αιγαίου.

(β) Το Μητρώο Β’ αφορά τα πρόσωπα εκείνα που εκτελούν τις πάσης φύσεως φορτοεκφορτωτικές εργασίες της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ανάλογα με την πιστοποιημένη εξειδίκευσή τους. Προκειμένου να εγγραφούν στο Μητρώο Β’, οι ενδιαφερόμενοι και εγγε­γραμμένοι στο Μητρώο Α’ πρέπει να έχουν πιστοποιηθεί σύμφωνα με τον ΕΟΠΠΕΠ με βάση τις προδιαγραφές που προβλέπει το Επαγγελματικό Περίγραμμα «Φορτω­τή – Εκφορτωτή Λιμένος και Ξηράς».

Με απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Παιδείας και Θρησκευ­μάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Ναυτιλίας και Αιγαίου, θα καθορισθούν οι λεπτομέρειες που αφορούν, τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία της πιστοποίησης, καθώς και το περιεχόμενο, τη διάρκεια, τις διαδικασί­ες υλοποίησης, τις πηγές χρηματοδότησης και κάθε άλλο θέμα που αφορά στην υλοποίηση προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης που μπορούν να οδηγήσουν στη λήψη της πιστοποίησης. Τα τυχόν διαθέσιμα του πρώην Λ.Π.Φ.Λ. κατά τη στιγμή της δημοσιεύσεως του παρόντος μπορούν να διατίθενται για τους παραπάνω σκοπούς με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονο­μικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Ναυτιλίας και Αιγαίου.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και όποιου τυχόν άλλου συναρμόδιου Υπουργού κατά περίπτωση απαιτείται, που εκδίδεται έπειτα από εισήγηση της Διεύθυνσης Αμοιβής του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ρυθμίζονται όλα τα ειδικότερα θέματα οργά­νωσης και λειτουργίας του Εθνικού Μητρώου Φορτοεκ­φορτωτών, το περιεχόμενο και ο τύπος της βεβαίωσης φορτοεκφορτωτή ξηράς και λιμένος, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα και λεπτομέρεια.

γ. Οι ενδιαφερόμενοι ενημερώνονται άμεσα με την υποβολή της αναγγελίας στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρό­νοιας ότι δεν μπορούν να ασκήσουν νόμιμα το επάγ­γελμα του φορτοεκφορτωτή ξηράς ή λιμένος πριν τη χορήγηση της σχετικής βεβαίωσης ή την άπρακτη πα­ρέλευση της δεκαήμερης αποκλειστικής προθεσμίας.

δ. Σε περίπτωση μη συνδρομής των σχετικών προϋ­ποθέσεων, η υπηρεσία ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο ότι δεν μπορεί να του χορηγηθεί η σχετική βεβαίωση και επομένως αυτός δεν μπορεί να ασκήσει νόμιμα το επάγγελμα του φορτοεκφορτωτή ξηράς ή λιμένος.

5. Οι εφοδιασμένοι νομίμως μέχρι την έναρξη ισχύ­ος του παρόντος νόμου με βιβλιάρια επαγγελματικής ταυτότητας φορτοεκφορτωτή ξηράς ή λιμένος εγγρά­φονται αυτοδικαίως στο Εθνικό Μητρώο Φορτοεκφορ­τωτών (Μητρώο Β’) με μόνη την υποβολή σχετικής αί­τησης στην αρμόδια υπηρεσία, λαμβάνοντας άμεσα τη βεβαίωση σύμφωνα με το εδάφιο β’ της παραγράφου 4 του παρόντος, η οποία και ισοδυναμεί με το βιβλιάριο. Από τη χορήγηση της βεβαίωσης παύει να ισχύει το βι­βλιάριο επαγγελματικής ταυτότητας φορτοεκφορτωτή ξηράς ή λιμένος.

Εγγράφονται επίσης αυτοδικαίως στο Εθνικό Μητρώο Φορτοεκφορτωτών (Μητρώο Β’) με μόνη την υποβο­λή σχετικής αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία και όσοι έχουν ήδη αναγγελθεί και έχουν καταθέσει τα νόμιμα απαιτούμενα δικαιολογητικά στις Επιτροπές Ρύθμισης Φορτοεκφορτώσεων Ξηράς ή στις Επιτροπές Ρύθμισης Φορτοεκφορτώσεων Λιμένος ή έχει περάσει άπρακτη η τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία.

Όσοι φορτοεκφορτωτές είναι ήδη πιστοποιημένοι σε συγκεκριμένα επίπεδα εγγράφονται αυτόματα στο αντίστοιχο Μητρώο.

6. α. Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας διεξάγει μέσω των περιφερειακών υπηρεσιών Επιθεώρησης Ασφάλει­ας και Υγείας στην Εργασία τακτικούς και έκτακτους ελέγχους σε επιχειρήσεις και χώρους εργασίας όπου απασχολούνται φορτοεκφορτωτές.

β. Η Γενική Διεύθυνση Υγιεινής και Ασφάλειας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρό­νοιας ενημερώνει τους φορτοεκφορτωτές και τους φορ­τοπαραλήπτες σχετικά με τα μέτρα πρόληψης, ασφάλει­ας και προστασίας της υγείας των φορτοεκφορτωτών και της δημόσιας υγείας, καθώς και για τις προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνουν για την προστασία αυτών.

γ. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα οργάνωσης και λειτουργίας των διαδικασιών ελέγχου, ο τύπος και το περιεχόμενο των εντύπων και οδηγιών ενη­μέρωσης του ΣΕΠΕ και της Γενικής Διεύθυνσης Υγιεινής και Ασφάλειας του Υπουργείου, οι επιβαλλόμενες ποινές και κυρώσεις, και όποιο άλλο σχετικό θέμα αφορά την εφαρμογή της ελληνικής και κοινοτικής νομοθεσίας σε ζητήματα υγιεινής και ασφάλειας στην εργασία ή την απασχόληση των φορτοεκφορτωτών. Με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου, καθορίζονται οι όροι και οι διαδικασίες εισόδου των λιμενεργατών στους λιμενικούς χώρους, ο έλεγχος από τις λιμενικές αρχές για τη διαπίστωση της τήρησης των διατάξεων του παρόντος, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που αφορά στην ασφάλεια των λιμένων και της ναυσιπλοΐας.

7. Το σύνολο των υπουργικών αποφάσεων που προ- βλέπονται ανωτέρω θα εκδοθούν το αργότερο μέχρι την 31.3.2013, σταδιακά και κατά προτεραιότητα ανα­γκαιότητας από δημοσιεύσεως του παρόντος.

8. Τα πάσης φύσεως δικαιώματα, αμοιβές και αποζη­μιώσεις υπέρ Λιμενικών Ταμείων και ναυτικών πρακτό­ρων που επιβαρύνονται τα φορτία και πλοία κατά τις φορτοεκφορτώσεις στα λιμάνια καθορίζονται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνι­κής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Ναυτιλίας και Αιγαίου.

9. Από τη δημοσίευση του παρόντος καταργούνται οι ακόλουθες διατάξεις νόμων, προεδρικών διαταγμάτων, αναγκαστικών νόμων, νομοθετικών διαταγμάτων, όπως ισχύουν σήμερα, καθώς και κάθε κανονιστική διοικητική πράξη που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση αυτών:

Το άρθρο 5 του ν. 74/1975 (Α’ 139).

Το ν.δ. 1254/1949 (Α’ 288) με εξαίρεση τις κανονιστικές διοικητικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6 αυτού.

Το άρθρο 9 του ν.δ. 3789/1957.

Τα άρθρα 11 και 12 του π.δ. 369/1989.

Η παρ. 4 του άρθρου 1, τα άρθρα 3, 4, 5, 6, οι παρά­γραφοι 1, 3, 5, 6 και 7 του άρθρου 7 του ν. 1082/1980 και το π.δ. 104/1985.

Τα άρθρα 37, 38 και 39 του ν. 3239/1955.

Οι παράγραφοι 3, 5, 6 και 7 του άρθρου 3 του ν. 4504/1966.

Το προεδρικό διάταγμα 4/9 Μαρτίου 1932 (Α’ 64) Κωδικοποιημένος Νόμος 5167/1932 με εξαίρεση τις κα­νονιστικές διοικητικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 αυτού.

Ο ν. 1473/1950.

Ο α.ν. 2212/1940.

Ο ν. 1749/1944.

Το άρθρο 26 του ν.δ. 3083/1954.

Ο α.ν. 381/1936.

Το άρθρο 2 του ν.δ. 1782/1942.

Το άρθρο 5 του ν. 6178/1934 με εξαίρεση τις κανο­νιστικές διοικητικές πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 αυτού.

Το άρθρο 4 του α.ν. 1495/1938.

Το άρθρο 9 εδαφ.1 του α.ν. 583/1937.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 4547/1955.

 Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 25 του ν. 1876/1990.

10. Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντί­θετη με τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου καταργείται.

 

ΙΑ.8.– Τροποποιούμενες διατάξεις των επιχειρήσεων προσωρινής απασχόλησης:

 1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 122 του ν. 4052/2012 (Α’ 41) αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι ΕΠΑ δεν επιτρέπεται να ασκούν άλλη δραστηρι­ότητα πέραν αυτής που ορίζεται στο άρθρο 115 περί­πτωση β’, με εξαίρεση: α) μεσολάβηση για εξεύρεση θέσεως εργασίας, για την οποία έχει γίνει αναγγελία έναρξής της στη Διεύθυνση Απασχόλησης και δεν έχει απαγορευτεί η άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας, β) αξιολόγηση ή και κατάρτιση ανθρώπινου δυναμικού, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, γ) συμβουλευτική και επαγγελματικό προσανατολισμό, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις».

2. Η παράγραφος 1 του άρθρου 123 του ν. 4052/2012 αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«Επιχείρηση Προσωρινής Απασχόλησης μπορεί να συσταθεί από φυσικό ή νομικό πρόσωπο».

3. Τα άρθρα 2 και 3 της υπ. αριθμ. 30342/2002 από­φασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφα­λίσεων (Β’ 337) καταργούνται.

4. Η περίπτωση α’ της παραγράφου 4 του άρθρου 117 του ν. 4052/2012 αντικαθίσταται ως εξής:

«α) Αν συνεχίζεται η απασχόληση του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη μετά τη λήξη της διάρκειας της αρχικής τοποθέτησης και των τυχόν νόμιμων ανανεώσεών της ακόμα και με νέα τοποθέτηση, χωρίς να μεσολαβεί διάστημα είκοσι τριών (23) ημερολογιακών ημερών, θεωρείται ότι πρόκειται για σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη».

 

ΙΑ.9.Τροποποιούμενες διατάξεις περί ιδιωτικών Γραφείων Εργασίας:

1.  α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 98 του ν. 4052/2012 (Α’ 41) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Αντικείμενο των Ιδιωτικών Γραφείων Ευρέσεως Εργασίας (στο εξής Ι.Γ.Ε.Ε.) και των υποκαταστημάτων τους είναι η μεσολάβηση για τη σύναψη συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας μεταξύ εργοδοτών και αναζητούντων εργασία ημεδαπών ή πολιτών κράτους – μέ­λους Ευρωπαϊκής Ένωσης ή νομίμως διαμενόντων στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών με δικαίωμα πρόσβασης στην απασχόληση, υπό την προϋπόθεση ότι για συγκε­κριμένες ειδικότητες δεν προβλέπεται από τις κείμε­νες διατάξεις διαφορετικός τρόπος προώθησης στην απασχόληση. Επίσης, τα Ιδιωτικά Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας επιτρέπεται να ασκούν τη δραστηριότητα της συμβουλευτικής και του επαγγελματικού προσανατο­λισμού, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις κείμενες διατάξεις».

β. Η παράγραφος 2 του άρθρου 98 του ν. 4052/2012 καταργείται.

2. Το εδάφιο β’ της παρ. 2 του άρθρου 100 του ν. 4052/2012 αντικαθίσταται ως εξής:

«β. να είναι κάτοχος πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευ­σης ημεδαπής ή με αναγνωρισμένο ισότιμο τίτλο αλ­λοδαπής, οποιουδήποτε αντικειμένου, αλλά να διαθέτει αποδεδειγμένη διετή εμπειρία σε θέματα διαχείρισης ανθρωπίνων πόρων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα στοι­χεία i), ii) και iii) της υποπερίπτωσης ββ’ της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 101».

3. Η παρ. 3 άρθρου 100 του ν. 4052/2012 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Οι μεσολαβήσεις διενεργούνται από τον διευθυντή του ΙΓΕΕ ή και από υπάλληλο του ΙΓΕΕ, ο οποίος έχει τα προσόντα που προβλέπονται στην παράγραφο 2».

4. Η περίπτωση β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 101 του ν. 4052/2012 αντικαθίσταται ως εξής:

«β) ως προς την κτιριακή υποδομή: Το ΙΓΕΕ πρέπει να διαθέτει έναν επαγγελματικό χώρο, ιδιόκτητο ή μι­σθωμένο, αυτόνομο για τους σκοπούς του, ώστε να προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα των αναζητούντων εργασία και των εργοδοτών. Ο ανωτέρω χώρος πρέπει να είναι σύμφωνος με το π.δ. 16/1996 «Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας σε συμμόρφωση με την Οδηγία 89/654/EOK» (Α’ 10). Το ΙΓΕΕ πρέπει να προσκομίζει πιστοποιητικό πυρασφάλειας σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και φωτοαντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας ή του μισθω­τηρίου συμβολαίου».

5. Το στοιχείο ββ’ της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 101 του ν. 4052/2012 (Α’ 41 ) αντικαθίσταται ως εξής:

«ββ) υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν.1599/1986 (Α’ 75) και της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν. 2690/1999 (Α’ 45) του Διευθυντή του Ι.Γ.Ε.Ε., στην οποία θα αναφέρεται η επαγγελματική εμπειρία του και η οποία θα συνοδεύεται από τα παρακάτω δικαιολογητικά απόδειξης της διετούς εμπειρίας της περίπτωσης β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 100».

6. Το στοιχείο i) της υποπερίπτωσης ββ’ της περί­πτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 101 του ν. 4052/2012 αντικαθίσταται ως εξής:

«i) αποδεικτικά της απαιτούμενης επαγγελματικής εμπειρίας για τον Διευθυντή [πιστοποιητικά ή βεβαιώ­σεις προϋπηρεσίας εργοδοτών-επιχειρήσεων, βεβαίωση κύριου ασφαλιστικού φορέα ή αντίγραφα των δελτίων ασφαλιστικών εισφορών ή των Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων (ΑΠΔ) για το χρονικό διάστημα που ανα- φέρεται στις βεβαιώσεις των επιχειρήσεων, βεβαίωση από την οικεία Επιθεώρηση Εργασίας ή απόσπασμα κατατεθειμένου Πίνακα Προσωπικού από αυτήν ή αναγ­γελία πρόσληψης στον ΟΑΕΔ από τις επιχειρήσεις που χορήγησαν τη βεβαίωση προϋπηρεσίας]».

7. Η υποπερίπτωση γγ’ της περίπτωσης γ’ της παρα­γράφου 2 του άρθρου 101 αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«γγ) αναγγελία πρόσληψης από τον ΟΑΕΔ και Πίνακα Προσωπικού και ωρών εργασίας που έχει κατατεθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, εκ των οποίων απο­δεικνύεται η πρόσληψη του διευθυντή του ΙΓΕΕ στην περίπτωση του εδαφίου β’ της παραγράφου 1 του άρ­θρου 100 του παρόντος. Ο Πίνακας Προσωπικού και ωρών εργασίας αναζητείται από την οικεία Επιθεώρηση Εργασίας από τη Διεύθυνση Απασχόλησης».

8. Το στοιχείο δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 101 του ν. 4052/2012 καταργείται.

9. Η παράγρ. 2 άρθρ. 102 του ν. 4052/2012 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Για την άσκηση της δραστηριότητας/επαγγέλματος από υποκατάστημα Ι.Γ.Ε.Ε. πρέπει να πληρούνται οι όροι, οι προϋποθέσεις και να προσκομίζονται τα δικαιολογη­τικά που ορίζονται στα άρθρα 100 και 101 του παρόντος. Από τα δικαιολογητικά που αναφέρονται στα ανωτέρω άρθρα προσκομίζονται μόνο αυτά που αφορούν απο­κλειστικά το υποκατάστημα και όσα έχουν κατατεθεί ήδη αλλά έχει παρέλθει η ημερομηνία ισχύος τους».

10.    Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρ­θρου 104 του ν. 4052/2012 αντικαθίσταται ως εξής:

«Ειδικά αν μεταβληθεί η έδρα του Ι.Γ.Ε.Ε. ή του υποκα­ταστήματος αυτού εφαρμόζεται η διαδικασία για έναρξη της άσκησης δραστηριότητας-επαγγέλματος ΙΓΕΕ του άρθρου 101, προσκομίζοντας τα απαιτούμενα δικαιολογητικά που αφορούν την επελθούσα μεταβολή, καθώς και τα δικαιολογητικά που έχουν κατατεθεί ήδη αλλά έχει παρέλθει η ημερομηνία ισχύος τους».

 

IA.10.– Ρυθμίσεις για την ενδυνάμωση της αγοράς εργασίας και προώθηση της απασχόλησης – Χρονικά όρια λειτουργίας των καταστημάτων και εργασίας του προσωπικού αυτών:

1. α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 7 του ν.δ. 1037/1971 «Περί χρονικών ορίων λειτουργίας των καταστημάτων και εργασίας του προσωπικού αυτών» από την έναρξη ισχύος του παρόντος αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 7.Απαγόρευση συναλλαγών σε καταστήματα:

Κατά τις ώρες μη λειτουργίας των καταστημάτων απαγορεύεται κάθε συναλλαγή εντός αυτών».

β. Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του ν.δ.1037/1971, το άρθρο 7α του ν.δ.1037/1971 που προστέθηκε με το άρθρο 244 του ν. 4072/2012 καταργούνται.

2. Η παράγραφος 6 του άρθρου 42 του ν. 1892/1990 εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του χρόνου λειτουργίας των καταστημάτων, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 1 του ν.δ. 1037/1971, όπως αυτό ισχύει σε συνδυασμό με την πα­ράγραφο 1 του άρθρου 42 του ν.1892/1990, όπως ισχύει.

 

ΙΑ.11.– Νέο σύστημα διαμόρφωσης κατωτάτου μισθού και κατωτάτου ημερομισθίου για τους εργαζομένους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας (Διάταξη πλαίσιο) – Κατώτατος νόμιμος μισθός και ημερομίσθιο για όλους τους εργαζομένους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας:

1. Με την παρούσα διάταξη θεσπίζεται νέο σύστη­μα καθορισμού νόμιμου κατωτάτου μισθού υπαλλήλων και ημερομισθίου εργατοτεχνιτών, το οποίο τίθεται σε ισχύ την 1.4.2013. Εντός του πρώτου τριμήνου του 2013 θεσπίζεται με πράξη υπουργικού συμβουλίου η διαδικα­σία διαμόρφωσης νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και κατώτατου ημερομισθίου για τους εργαζόμενους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, της αγοράς εργασίας (ιδί­ως ως προς τα ποσοστά ανεργίας και απασχόλησης) και τη διαβούλευση της κυβέρνησης με εκπροσώπους κοινωνικών εταίρων, εξειδικευμένους επιστημονικούς, ερευνητικούς και λοιπούς φορείς. Κατά το Α’ τρίμηνο του 2014 το σύστημα αυτό αξιολογείται ως προς την απλότητα και αποτελεσματικότητα της εφαρμογής, τη μείωση της ανεργίας, την αύξηση της απασχόλησης και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.

2. α. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 1876/1990 αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας. Βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του νόμιμου νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου».

β. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του ν. 1876/1990 προστίθενται οι λέξεις «σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 8 του νόμου».

3. Μέχρι τη λήξη της περιόδου οικονομικής προσαρ­μογής που προβλέπουν τα Μνημόνια που προσαρτώνται στο ν. 4046/2012 και οι επακολουθούσες τροποποιήσεις αυτών καθορίζεται ο νόμιμος κατώτατος μισθός υπαλ­λήλων και το ημερομίσθιο εργατοτεχνιτών ως εξής:

(α) Για τους υπάλληλους άνω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίζεται 586,08 ευρώ και για τους εργατο­τεχνίτες άνω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε 26,18 ευρώ.

(β) Για τους υπάλληλους κάτω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίζεται 510,95 ευρώ και για τους εργατο­τεχνίτες κάτω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε 22,83 ευρώ.

(γ) i) Ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός των υπαλλή­λων άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως τρεις τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 9 ετών και άνω και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 5% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως έξι τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 18 ετών και άνω. ii) Ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός των υπαλλήλων κάτω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για μία τριετία προϋπηρεσίας και για προϋπηρεσία 3 ετών και άνω και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών κάτω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 5% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως δύο τριετίες και συνολικά 10% για προϋπηρεσία 6 και άνω ετών.

δ) Οι ως άνω προσαυξήσεις προϋπηρεσίας καταβάλ­λονται σε εργαζόμενο με προϋπηρεσία σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε ειδικότητα, για μεν τους εργατοτεχνίτες μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους, για δε τους υπαλλήλους μετά τη συ­μπλήρωση του 19ου έτους της ηλικίας τους και ισχύουν για την συμπληρωθείσα υπηρεσία την 14.2.2012.

ε) Πέραν της μηνιαίας τακτικής προσαύξησης λόγω προϋπηρεσίας καμία άλλη προσαύξηση δεν περιλαμβά­νεται στο νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο.

στ) Έως ότου η ανεργία διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10% αναστέλλεται η προσαύξηση του νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου για προϋπηρεσία, που συμπληρώνεται μετά την 14.2.2012.

ζ) Ατομικές συμβάσεις εργασίας και συλλογικές συμβάσεις εργασίας κάθε είδους δεν επιτρέπεται να ορίζουν μηνιαίες τακτικές αποδοχές ή ημερομίσθιο πλήρους απασχόλησης κατώτερο από το νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο.

4. Κάθε αναφορά της ισχύουσας νομοθεσίας γενι­κά στον ελάχιστο μισθό ή στο ελάχιστο ημερομίσθιο της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) νοείται ο νόμιμος νομοθετημένος κατώτατος μισθός και κατώτατο ημερομίσθιο.

 

ΙΑ.12.– Αποζημίωση απόλυσης ιδιωτικών υπαλλήλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου:

1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου η διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2112/1920 (Α’ 67), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και το εδάφιο Β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 74 του ν. 3863/2010 (Α’ 115), όπως αυτό τροποποιήθηκε από το εδάφιο β’ της παρ. 5 του άρθρου 17 του ν. 3899/2010 (Α’ 212) αντικαθίστανται ως εξής:

«1. Η καταγγελία σύμβασης εργασίας ιδιωτικού υπαλ­λήλου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας πέραν των δώδεκα (12) μηνών, δεν δύναται να πραγμα­τοποιηθεί χωρίς προηγούμενη έγγραφη προειδοποίηση του εργοδότη, και η οποία θα ισχύει από την επομένη της γνωστοποίησής της προς τον εργαζόμενο με τους εξής όρους:

α) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δώδεκα (12) «συμπληρωμένους» μήνες έως δύο (2) έτη, απαιτείται προειδοποίηση ενός (1) μηνός πριν την απόλυση.

β) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δύο (2) έτη συμπληρωμένα έως πέντε (5) έτη, απαιτείται προειδοποίηση δύο (2) μηνών πριν την απόλυση.

γ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από πέντε (5) έτη συμπληρωμένα έως δέκα (10) έτη απαιτείται προειδοποίηση τριών (3) μηνών πριν την απόλυση.

δ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δέκα (10) έτη συμπληρωμένα και άνω απαιτείται προειδοποί­ηση τεσσάρων (4) μηνών πριν την απόλυση.

Εργοδότης που προειδοποιεί εγγράφως τον εργαζό­μενο κατά τα ανωτέρω, καταβάλλει στον απολυόμενο το ήμισυ της κατά το επόμενο εδάφιο του παρόντος αποζημίωσης».

2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος η παρ. 1 άρθρ. 3 του ν. 2112/ 1920, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«3. 1. Εργοδότης που παραμελεί την υποχρέωση προ­ειδοποίησης για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορί­στου χρόνου ιδιωτικού υπαλλήλου οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση απόλυσης ως κατωτέρω, εκτός αν οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση βάσει σύμβασης ή εθίμου ως εξής:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ

Χρόνος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη

Ποσό αποζημίωσης

1 έτος συμπλ. έως 4 έτη

2 μηνών

4 έτη συμπλ. έως 6 έτη

3 μηνών

6 έτη συμπλ. έως 8 έτη

4 μηνών

8 έτη συμπλ. έως 10 έτη

5 μηνών

10 έτη συμπλ.

6 μηνών

11 έτη συμπλ.

7 μηνών

12 έτη συμπλ.

8 μηνών

13 έτη συμπλ.

9 μηνών

14 έτη συμπλ.

10 μηνών

15 έτη συμπλ.

11 μηνών

16 έτη συμπλ. και άνω

12 μηνών»

Ο υπολογισμός της ως άνω αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 (Α’ 98) εξακολουθεί να ισχύει».

3. Για ιδιωτικούς υπαλλήλους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, που ήδη απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη προϋπηρεσία άνω των δεκαεπτά (17) ετών, καταβάλλεται αποζημίωση από­λυσης επιπλέον της προβλεπόμενης στο προηγούμενο εδάφιο αποζημίωσης, οποτεδήποτε κι αν απολυθούν

κατά την εξής αναλογία:

Για 17 έτη προϋπηρεσίας συμπλ/μένα

1 μηνός αποζημίωση

Για 18 έτη προϋπηρεσίας συμπλ/μένα

2 μηνών αποζημίωση

Για 19 έτη προϋπηρεσίας συμπλ/μένα

3 μηνών αποζημίωση

Για 20 έτη προϋπηρεσίας συμπλ/μένα

4 μηνών αποζημίωση

Για 21 έτη προϋπηρεσίας συμπλ/μένα

5 μηνών αποζημίωση

Για 22 έτη προϋπηρεσίας συμπλ/μένα

6 μηνών αποζημίωση

Για 23 έτη προϋπηρεσίας συμπλ/μένα

7 μηνών αποζημίωση

Για 24 έτη προϋπηρεσίας συμπλ/μένα

8 μηνών αποζημίωση

Για 25 έτη προϋπηρεσίας συμπλ/μένα

9 μηνών αποζημίωση

Για 26 έτη προϋπηρεσίας συμπλ/μένα

10 μηνών αποζημίωση

Για 27 έτη προϋπηρεσίας συμπλ/μένα

11 μηνών αποζημίωση

Για 28 έτη προϋπηρεσίας και άνω

12 μηνών αποζημίωση

Για τον ανωτέρω υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη:

i) ο χρόνος προϋπηρεσίας που είχε συμπληρώσει ο υπάλληλος κατά τη δημοσίευση του παρόντος ανεξάρ­τητα από το χρόνο απόλυσής του, και

ii) οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης που δεν υπερβαίνουν το πόσο των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, λαμβάνονται υπόψη για τον ανωτέρω υπολογισμό οι τακτικές αποδοχές του τελευ­ταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1    του άρθρου 5 του ν. 3198/1955.

4. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, οποιαδή­ποτε διάταξη ευνοϊκότερη των περιπτώσεων 2 και 3 της παρούσας υποπαραγράφου, προσαρμόζεται στα προβλεπόμενα από αυτές όρια.

 

ΙΑ.13.– Απλοποίηση διαδικασιών και μείωση διοικητικών βαρών που αφορούν το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας:

 1. Η παράγραφος 4 του άρθρου 30 του ν. 3996/2011 (Α’ 170) αντικαθίσταται ως εξής:

«Ο εργοδότης υποχρεούται να καταθέσει συμπληρω­ματικούς πίνακες προσωπικού ως προς τα μεταβληθέντα στοιχεία: α) για την πρόσληψη νέου εργαζομένου, το αργότερο την ίδια ημέρα της πρόσληψης και πάντως πριν την ανάληψη υπηρεσίας από τον εργαζόμενο, β) για την αλλαγή ή τροποποίηση του ωραρίου ή την οργάνω­ση του χρόνου εργασίας την ίδια μέρα ή το αργότερο εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την ημέρα αλλα­γής ή τροποποίησης του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας και γ) για την αλλαγή νόμιμου εκπροσώπου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και για μεταβολή των αποδοχών των εργαζομένων εντός 15 μερών. Η κατάθεση συμπληρωματικών στοιχείων μπορεί γίνει γραπτά ή ηλεκτρονικά».

2. Η υπέρβαση του ωραρίου εργασίας για περιπτώσεις που δεν υπάγονται στα προβλεπόμενα στο άρθρο 1 του ν.δ. 515/1970 επιτρέπεται για δύο (2) ώρες ημερησίως και έως εκατόν είκοσι (120) ώρες το έτος, έπειτα από αναγγελία αυτών από τον εργοδότη στην οικεία Κοινωνική Επιθεώρηση Εργασίας πριν ή το αργότερο κατά την ημέρα πραγματοποίησης της υπερωριακής απασχόλησης, με ταυτόχρονη ενημέρωση του Ειδικού Βιβλίου Υπερωριών, που τηρείται στην επιχείρηση σύμ­φωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν.δ. 515/1970 και το άρθρο 13 του ν. 3846/2010. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, λόγω επειγουσών επιχειρησιακών αναγκών, η υπερωριακή απασχόληση επιτρέπεται να αναγγέλλεται στην οικεία Κοινωνική Επιθεώρηση Εργασίας το αργότερο εντός της επόμενης ημέρας από την έναρξη της υπερωριακής απασχόλησης. Αντίγραφο της αναγγελίας τηρείται στον τόπο παροχής της εργασίας.

3. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται η θεώρηση του βιβλίου δρομολογίων από την οικεία Κοινωνική Επιθεώρηση Εργασίας, η τήρηση του οποίου προβλέπεται: α) για τα φορτηγά αυτοκίνητα από τη διάταξη του άρθρου 4 του β.δ. 28 Ιαν. 1938 (Α’ 35) όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, β) για τα τουριστικά λεω­φορεία από τη διάταξη του άρθρου 2 της υ.α. 51266/1975 (Β’ 1458), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, και γ) για τα λεωφορεία του ΚΤΕΛ από τη διάταξη του άρθρου 27 του π.δ. 246/2006 (Α’ 261), όπως ισχύει.

4. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται η θεώρηση του Βιβλίου Ημερήσιων Δελτίων Απασχολού­μενου Προσωπικού οικοδομικών εργασιών και τεχνικών έργων από την οικεία κοινωνική επιθεώρηση εργασίας, η τήρηση του οποίου προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου μόνου της υ.α. 1801/1989 (Β’ 569′) όπως ισχύει.

 

ΙΑ.14.– Χρονικά όρια εργασίας και κατάργηση εισφορών υπέρ ΤΕΑΠΥΚ:

1. Από την ισχύ του παρόντος, η παράγραφος 4 του άρθρου 42 του ν. 1892/1990 (Α’ 101) αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Με Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας μπορούν να καθορίζονται ζητήματα που αφορούν τις ημέρες εβδο­μαδιαίας απασχόλησης εργαζομένων στα καταστήματα για συνολικό εβδομαδιαίο συμβατικό ωράριο 40 ωρών».

2. Το άρθρο 3 του π.δ. 88/1999 (Α’ 94) «Ελάχιστες προ­διαγραφές για την οργάνωση του χρόνου εργασίας σε συμμόρφωση με την Οδηγία 93/104/ΕΚ» αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 3 (Άρθρο 3 Οδηγίας).Ημερήσια ανάπαυση:

Για κάθε περίοδο είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, η ελά­χιστη ανάπαυση δεν μπορεί να είναι κατώτερη από έντεκα (11) συνεχείς ώρες.

Η περίοδος των είκοσι τεσσάρων (24) ωρών αρχίζει την 00:01 και λήγει την 24:00 ώρα».

3. Το άρθρο 8 του ν. 549/1977 (Α’ 55), κατά το μέρος που κύρωσε το άρθρο 7 της από 26.1.1977 ΕΓΣΣΕ (Β’ 60), και το οποίο είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 6 του ν. 3846/2010 (Α’ 66), αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 7. Κατάτμηση αδείας:

i) Επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, η κατάτμηση του χρόνου αδείας εντός του αυτού ημερολογιακού έτους σε δύο περιόδους, εξαιτίας ιδιαίτερα σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης. Σε κάθε περίπτωση η πρώτη περίοδος της αδείας δεν μπορεί να περιλαμβάνει λιγότερες των έξι (6) εργασίμων ημερών επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και των πέντε (5) εργασίμων ημερών επί πενθημέρου ή προκειμένου περί ανηλίκων των δώδεκα (12) εργασίμων ημερών.

ii) Η κατάτμηση του χρόνου αδείας επιτρέπεται και σε περισσότερες των δύο περιόδων, από τις οποίες η μία πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργα­σίας και δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, επί πενθημέρου, ή προκειμένου περί ανηλίκων δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες, μετά από έγγραφη αίτηση του εργαζόμενου προς τον εργοδότη.

Ειδικά, σε περιπτώσεις επιχειρήσεων που απασχολούν τακτικό και εποχικό προσωπικό και παρουσιάζουν ιδιαί­τερη σώρευση εργασίας που οφείλεται στο είδος ή στο αντικείμενο εργασιών τους, σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο του έτους, για το τακτικό προσωπικό, ο εργο­δότης δύναται να χορηγεί το τμήμα της αδείας των 10 εργασίμων ημερών επί πενθημέρου ή 12 επί εξαημέρου, οποτεδήποτε εντός του ημερολογιακού έτους.

Η αίτηση αυτή του εργαζόμενου, καθώς και η απόφαση του εργοδότη δεν απαιτούν έγκριση από την αρμόδια υπηρεσία του ΣΕΠΕ, διατηρούνται στην επιχείρηση επί πέντε (5) έτη και είναι στη διάθεση των Επιθεωρητών Εργασίας.

Οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής διέπονται κατά τα λοιπά από τις διατάξεις της νομοθεσίας για την άδεια».

4. α. Η προβλεπόμενη εισφορά ασφαλισμένου ποσο­στού 4,950 τοις χιλίοις επί των ανά λίτρο προ Φ.Π.Α. τιμών των βενζινών, των πετρελαίων εκτός πετρελαίου θέρμανσης και φωτιστικού και του υγραερίου υπέρ του Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Πρατηριούχων Υγρών Καυσίμων «ΤΕΑΠΥΚ» του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλι­σης του Ο.Α.Ε.Ε., της παραγράφου 2 του άρθρου 9 της υ.α. 20210/4231/152/26.2.2004 (Β’ 427) καταργείται από τον επόμενο μήνα της δημοσίευσης του παρόντος νόμου.

β. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Ε., αναλογιστική μελέτη και γνώμη του Συμβουλί­ου Κοινωνικής Ασφάλειας (ΣΚΑ) καθορίζονται οι πόροι υπέρ του Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Πρατηριούχων Υγρών Καυσίμων «ΤΕΑΠΥΚ», ο τρόπος είσπραξης και απόδοσής τους, ο υπολογισμός των παροχών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΒ΄: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ

ΙΒ.1.– Ρυθμίσεις θεμάτων Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

1. α. Στο τέλος της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 17 του άρθρου 13 του ν. 4052/2012 (Α’ 41) προστίθεται περίπτωση δ’ ως εξής:

«δ) την 1.12.2012 του Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Προ­σωπικού Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΕΤΑΠ-ΜΜΕ)».

β. Η παράγραφος 14 του άρθρου 44 του ν. 4075/2012 (Α’ 89) και κάθε διοικητική πράξη που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής καταργούνται από τη δημοσίευση του παρόντος.

2. Η εισφορά των ασφαλισμένων του ΟΓΑ για υγειο­νομική περίθαλψη, από 1.1.2013 ανέρχεται σε ποσοστό 2,50% επί του ποσού της ασφαλιστικής κατηγορίας του άρθρου 4 του ν. 2458/1997 (Α’ 15) όπως ισχύει, στην οποία έχει καταταγεί ο ασφαλισμένος και δεν μπορεί να είναι μικρότερη από αυτή που αναλογεί στο ποσό της 5ης Ασφαλιστικής Κατηγορίας όπως ισχύει.

 

ΙΒ.2.– Ρυθμίσεις θεμάτων φαρμακευτικών δαπανών, Συμψηφισμού απαιτήσεων και εκκαθαρισμένων οφειλών Νοσοκομείων:

1. Το άρθρο 11 του ν. 4052/2012 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 11. α. Η μηνιαία φαρμακευτική δαπάνη των Φορέων Κοι­νωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.) δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/12 του κονδυλίου που είναι εγγεγραμμένο στον ετήσιο Κοινωνικό Προϋπολογισμό και αντιστοιχεί στη φαρμακευτική περίθαλψη. Το υπερβάλλον μηνιαίο ποσό αναζητείται εκ μέρους των Φορέων Κοινωνικής Ασφά­λισης από τους Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων. Το ανωτέρω ποσό υπολο­γίζεται σε εξαμηνιαία βάση και καταβάλλεται από τους υπόχρεους Κ.Α.Κ. εντός μηνός από την πιστοποίησή του σε λογαριασμό τραπέζης που θα υποδείξει ο κάθε φορέας. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού και ιδίως ο ακριβής τρόπος υπολογισμού των ποσών που υποχρεούται να καταβάλει κάθε Κ.Α.Κ. με βάση:

i) την ποσοστιαία αναλογία συμμετοχής κάθε φαρ­μάκου στη δαπάνη (χωρίς ΦΠΑ), η οποία υπολογίζεται με βάση την ποσότητα που αποδεδειγμένα διατέθηκε σε ασφαλισμένους, όπως προκύπτει από το Σύστημα Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης ή μέσω άλλου ηλε­κτρονικού συστήματος σάρωσης των συνταγών,

ii)    το μερίδιο αγοράς κάθε φαρμάκου στη θεραπευτική κατηγορία της θετικής λίστας,

iii)   τη δυνατότητα τελικού συμψηφισμού τυχόν υπολειπόμενων ποσών με βάση το συνολικό τζίρο κάθε εταιρείας,

iv)    τη συγκριτική κατανάλωση κάθε φαρμάκου με το μερίδιο αγοράς που κατείχε στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα του προηγούμενου έτους,

v) κάθε λεπτομέρεια που αφορά στον τρόπο και χρόνο καταβολής των οφειλόμενων ποσών, καθώς και στη διαδικασία τυχόν συμψηφισμών σε επόμενους λογαρια­σμούς. Σε περίπτωση μη έγκαιρης απόδοσης των ποσών επιστροφής της παραγράφου αυτής, αυτά εισπράττονται με τη διαδικασία του Κ.Ε.Δ.Ε..

β. Για τον υπολογισμό των ως άνω παραμέτρων αξιοποιούνται τα στοιχεία πωλήσεων φαρμάκων που τηρεί ο Ε.Ο.Φ. αλλά και ο οικείος Φ.Κ.Α. αφαιρουμένων των παράλληλων εξαγωγών και νοσοκομειακών πωλήσεων. Δύναται επίσης να συνεκτιμάται είτε διαζευκτικά είτε σωρευτικά και ο ρυθμός ανάπτυξης (προστιθέμενη αξία στο προϊόν) των επί μέρους Κ.Α.Κ.. Εγκρίνονται οι μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος διενεργηθέντες υπολογισμοί.

γ. Οι διατάξεις των παραγράφων α’ και β’ του παρό­ντος άρθρου εφαρμόζονται ανεξάρτητα από την παρ. 1 του άρθρου 35 του ν. 3918/2011 (Α’ 31), όπως ισχύει κάθε φορά.

δ. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. δύναται να συμψηφίζει τα παραπάνω ποσά με ισόποσες οφειλές του προς Κατόχους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊόντων από την προμήθεια φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων για τις ανάγκες των φαρμακείων του. Ο συμψηφισμός γίνεται μόνο μεταξύ επιστρεφομένων ποσών από τους Κατό­χους Αδείας Κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών προϊ­όντων και εκκαθαρισμένων οφειλών του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς τους Κ.Α.Κ., που δημιουργήθηκαν εντός του ίδιου έτους.

ε. Η ισχύς του παρόντος άρθρου έχει διάρκεια από

1.1.2012  έως 31.12.2015».

2. Η παράγραφος 1 του άρθρου 12 του ν. 4052/2012 (Α’ 41) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Εφόσον μετά το συμψηφισμό της παραγράφου δ’ του άρθρου 11 του ν. 4052/2012 (Α’ 41), παραμένει ανε­ξόφλητο υπόλοιπο απαιτήσεων ή σε περίπτωση κατά την οποία φαρμακευτικές εταιρείες ή Κ.Α.Κ. φαρμα­κευτικών σκευασμάτων δεν έχουν απαιτήσεις έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αλλά μόνον έναντι νοσοκομείων, τότε οι ανωτέρω απαιτήσεις δύναται να εκχωρούνται προς τα νοσοκομεία έναντι καταβολής νοσηλίων ασφαλισμένων τους, τα δε νοσοκομεία συμψηφίζουν υποχρεωτικά το ποσό των κατά τα ανωτέρω εκχωρουμένων προς αυτά απαιτήσεων με οφειλές τους προς τις φαρμακευτικές εταιρείες και τους Κ.Α.Κ. φαρμακευτικών σκευασμάτων. Ο συμψηφισμός γίνεται μόνο μεταξύ των εκχωρηθέντων προς τα Νοσοκομεία, κατά το προηγούμενο εδάφιο, απαιτήσεων και εκκαθαρισμένων οφειλών των Νοσοκο­μείων προς φαρμακευτικές εταιρείες ή κατόχους αδείας κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών σκευασμάτων, που δημιουργήθηκαν εντός του ίδιου έτους. Απαιτή­σεις ασφαλιστικών φορέων που δεν έχουν ενταχθεί στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. έναντι των φαρμακευτικών εταιρειών ή κατόχων αδείας κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμακευτικών σκευασμάτων, οι οποίες υφίστανται δυνάμει του άρθρου 12   του ν. 3816/2010 (Α’ 6), όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 36 του ν. 4025/2011 (Α’ 228), της παρ. 1 του άρθρου 35 του ν. 3918/2011 (Α’ 31), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 του ν.4052/2012 (Α’ 41) και του άρθρου 11 του ν. 4052/2012 (Α’ 41), εκχωρούνται υποχρεωτικά προς τα νοσοκομεία έναντι καταβολής νοσηλίων ασφαλισμένων τους. Τα νοσοκομεία συμψη­φίζουν υποχρεωτικά το ποσό των κατά τα ανωτέρω εκχωρουμένων απαιτήσεων με οφειλές τους προς τις φαρμακευτικές εταιρείες. Ο συμψηφισμός γίνεται μόνο μεταξύ των εκχωρηθέντων προς τα νοσοκομεία, κατά το προηγούμενο εδάφιο, απαιτήσεων και εκκαθαρισμένων οφειλών των Νοσοκομείων προς φαρμακευτικές εται­ρείες ή κατόχους αδείας κυκλοφορίας (Κ.Α.Κ.) φαρμα­κευτικών σκευασμάτων, που δημιουργήθηκαν εντός του ίδιου έτους. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονο­μικών και Υγείας καθορίζονται τα ποσά που κάθε φορά εκχωρούνται και συμψηφίζονται κατά τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, η σχετική διαδικασία, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προηγούμενων εδαφίων».

3. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν. 3965/2011 (Α’ 113) αντικαθίσταται ως εξής:

«Όσον αφορά στην πληρωμή των συμβεβλημένων προμηθευτών και των φαρμακοποιών, η οποία μπορεί να πραγματοποιείται μέσω διανεμητικού λογαριασμού ή μέσω φαρμακευτικού συλλόγου, όπου υπάρχει δυ­νατότητα, ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και οι λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης καταβάλλουν ως προκαταβολή το αιτούμενο ποσό, μετά την κατά νόμο αφαίρεση κρατήσεων, εντός εξήντα (60) ημερών από την υποβολή του λογαριασμού».

4. Η περίπτωση δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 34 του ν. 3918/2011 (Α’ 31) καταργείται και οι περιπτώσεις ε’ και στ’ αναριθμούνται σε δ’ και ε’ αντίστοιχα.

5. Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 34   του ν. 3918/2011 (Α’ 31) απαλείφεται η φράση «υπό τον όρο της εμπρόθεσμης καταβολής αυτών των οφειλών».

6. Στην περίπτωση α’ της παρ. 3 του άρθρου 34 του ν. 3918/2011 (Α’ 31) απαλείφεται η λέξη «εμπρόθεσμα».

7. Η περίπτωση β’ της παρ. 3 του άρθρου 34 του ν. 3918/2011 (Α’ 31) αντικαθίσταται ως εξής:

«β) Η αιτούμενη δαπάνη για τα φαρμακευτικά σκευ­άσματα της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν.3816/2010 υπόκειται σε αυτοτελή υποχρέωση επιστροφής (rebate) ποσοστού πέντε τοις εκατό (5%) επί της αιτούμενης δαπάνης για τα σκευάσματα αυτά».

8. Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 35   του ν. 3918/2011 (Α’ 31) μετά τις λέξεις «φαρμακευτι­κών προϊόντων προς» προστίθεται η φράση «τα φαρ­μακεία του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.».

9. Το τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης β’ της παρα­γράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 3816/2010 (Α’ 6) αντικα­θίσταται ως εξής:

«Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, η οποία αναρτάται στην ιστοσελίδα του ΕΟΦ, εξειδικεύονται ο τρόπος κατάρτισης των θεραπευτικών κατηγοριών και προσδι­ορισμού των τιμών αναφοράς ανά θεραπευτική κατηγο­ρία και οι διαδικασίες αναθεώρησης και συμπλήρωσης του καταλόγου, καθώς και οι αποζημιούμενες ενδείξεις, περιεκτικότητες και συσκευασίες ανά φαρμακευτικό προϊόν και κάθε άλλο σχετικό θέμα».

10.    Η διάταξη της περίπτωσης 8 της παρούσας υποπαραγράφου ΙΒ.2. εφαρμόζεται αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου 2012.

11.    Στο τέλος της περίπτωσης β’ της παρ. 5 του άρ­θρου 21 του ν. 4052/2012(Α’41) προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Με απόφαση του Υπουργού Υγείας ορίζονται ο μηχα­νισμός εφαρμογής και ενημέρωσης των ιατρών, καθώς και περαιτέρω εξαιρέσεις στη συνταγογράφηση βάσει δραστικής ουσίας, οι οποίες θα πρέπει να καλύπτουν πολύ περιορισμένες ομάδες προϊόντων, δεδομένων των γνωστών ευαισθησιών αντιμετώπισης των ασθε­νών, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και τη βέλτιστη θεραπευτική πρακτική. Το ποσοστό των συνταγών με εμπορική ονομασία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 15% της συνολικής αξίας των συνταγών που χορηγεί κάθε ιατρός».

12.    Από 1.1.2014 ορίζεται η εκ μέρους των ασθενών καταβολή υπέρ του ΕΟΠΥΥ του ποσού του ενός (1) ευρώ ανά συνταγή που εκτελείται από τον εκάστοτε φαρμακοποιό, καθώς και η καταβολή του ποσού των είκοσι πέντε (25) ευρώ λόγω εισαγωγής για νοσηλεία σε Νοσοκομείο του Ε.Σ.Υ.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ερ­γασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Υγείας καθορίζονται τα κριτήρια, οι λεπτομέρειες, οι διαδι­κασίες καθώς και το πεδίο εφαρμογής της παρούσας διάταξης και δύναται να αναθεωρείται το ύψος των καταβαλλόμενων εκ μέρους των ασθενών ποσών.

 

ΙΒ.3.– Τροποποιήσεις που αφορούν την κατάργηση περιορισμών του ν. 3919/2011:

1. Καταργούνται οι εξής διατάξεις:

α) Η παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ’ αριθ. Α5/2005/1999 υ.α. (Β’ 749).

β) Η παρ. 5 του άρθρου 4 του ν. 1666/1986 (Α’ 200).

γ) Οι παράγραφοι 2, 3 και 5 του άρθρου 4 του π.δ. 29/1987 (Α’ 8).

δ) Το άρθρο 8 του π.δ. 225/2000 (Α’ 194).

ε) Οι παράγραφοι 3 και 5 του άρθρου 13 του ν. 2071/1992 (Α’ 123), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2256/1994 (Α’ 196), συμπληρώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 3329/2005 (Α’ 81) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 του ν. 3846/2010 (Α’ 66).»

2. Οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου 4 του ν. 1666/1986 (Α’ 200) αντικαθίστανται ως εξής:

«Βεβαίωση λειτουργίας οδοντοτεχνικού εργαστηρίου χορηγείται όχι μόνο σε όσους έχουν άδεια ή βεβαίωση άσκησης επαγγέλματος αλλά και σε φυσικά πρόσωπα και εταιρείες με οποιαδήποτε νομική μορφή, με την προ­ϋπόθεση να ορίζεται επιστημονικά υπεύθυνος ο κάτοχος βεβαίωσης άσκησης επαγγέλματος οδοντοτεχνίτη».

3. Η παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 3204/2003, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 14 του ν. 3661/2008(Α’89), αντικαθίσταται ως εξής:

«Η διάθεση ομματοϋαλλίων διορθωτικών των διαθλα­στικών ανωμαλιών των οφθαλμών, των τυποποιημένων ομματοϋαλλίων (πρεσβυωπίας), των φακών επαφής, των υγρών φακών επαφής και γενικά όλων των συναφών προς την όραση ειδών, γίνεται και από καταστήματα μη οπτικών ειδών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, όπως αυτός ισχύει. Σε περίπτωση που διατίθε­νται από καταστήματα μη οπτικών ειδών επιστημονικά υπεύθυνος θα είναι οπτικός».

4. Η παρ. 1 άρθρ. 2 του π.δ. 29/1987 (Α΄  8) αντι­καθίσταται ως εξής:

«1. Βεβαίωση λειτουργίας εργαστηρίου φυσικοθερα­πείας χορηγείται σε φυσικά πρόσωπα και σε εταιρείες με οποιαδήποτε νομική μορφή από την οικεία Περιφέ­ρεια.

Προϋπόθεση λειτουργίας είναι ο ορισμός επιστημο­νικά υπεύθυνου φυσικοθεραπευτή».

5. Τα άρθρα 5, 6, 7 π.δ. 225/2000 (Α’ 194) αντικα­θίστανται ως εξής:

«Άρθρο 5. Για τη λειτουργία Μονάδας Χρόνιας Αιμοκάθαρσης (Μ.Χ.Α.) απαιτείται αναγγελία έναρξης λειτουργίας στην Περιφέρεια-έδρα της Μονάδας, σύμφωνα με τις διατά­ξεις του άρθρου 3 του ν. 3919/2011 (Α’ 32).

Τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη λειτουργία της Μονάδας είναι τα εξής: α) Τα πλήρη σχέδια του κτιρίου εγκατάστασης και των χώρων λειτουργίας της Μονάδας που συνοδεύεται με την άδεια της Πολεοδομίας.

β) Βεβαίωση της αρμόδιας Διεύθυνσης της Περιφέ­ρειας για την απόσταση και το χρόνο άφιξης από τη Μονάδα στο διασυνδεόμενο Νοσοκομείο.

γ) Υπεύθυνη Δήλωση του αιτούντος για τον αριθμό και το είδος των μηχανημάτων που πρόκειται να λει­τουργήσουν και το μέγιστο αριθμό των ασθενών που θα μπορούν να εξυπηρετηθούν και την προέλευσή τους (π.χ. ημεδαποί, αλλοδαποί κ.ά.).

δ) Υπεύθυνη Δήλωση Ιατρού Νεφρολόγου που θα είναι υπεύθυνος για τη λειτουργία της Μονάδας, στην οποία θα αναφέρεται ότι έχει συμπληρώσει ένα (1) τουλάχι­στον έτος από τη λήψη της ειδικότητάς του, δεν έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα ή για παράβαση της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά και κατάθεση των σχε­τικών αποδεικτικών επίσημων εγγράφων.

ε) Απόφαση του Υπουργού Υγείας με την οποία καθο­ρίζεται το Νοσοκομείο με το οποίο συνδέεται επιστη­μονικά η Μονάδα Χρόνιας Αιμοκάθαρσης. Η υπουργική απόφαση εκδίδεται μετά την υποβολή σχετικής αίτησης στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Υγείας μετά από γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας.

στ) Στις περιπτώσεις λειτουργίας Μ.Χ.Α. από φορέα του δημόσιου τομέα, Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ. απαιτείται από­φαση Δ.Σ. ή αντίστοιχου οργάνου του φορέα. Στην περίπτωση των εταιρειών απαιτείται καταστατικό και νομιμοποίηση της εταιρείας, τα οποία υποβάλλει ο νό­μιμος εκπρόσωπός της.

Για τη διαπίστωση της συνδρομής των απαραίτητων προϋποθέσεων για τη νόμιμη λειτουργία της Μονάδας απαιτείται, εντός τριμήνου από την ημερομηνία υποβο­λής της αναγγελίας έναρξης λειτουργίας, έλεγχος από την αρμόδια Επιτροπή που συγκροτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του π.δ. 247/1991 «Όροι, προ­ϋποθέσεις και διαδικασία για την ίδρυση, λειτουργία και μεταβίβαση Ιδιωτικών Κλινικών» (Α’ 93) και στην οποία ο εκπρόσωπος του Ιατρικού Συλλόγου είναι υποχρεωτικά ιατρός με ειδικότητα Νεφρολογίας. Η εν λόγω Επιτροπή συντάσσει σχετικό πρακτικό με τις διαπιστώσεις και προτάσεις της.

Στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λειτουργία της Μονάδας, χορηγείται στον ενδιαφερόμενο βεβαίωση λειτουργί­ας, εντός τριμήνου από την ημερομηνία υποβολής της αναγγελίας έναρξης λειτουργίας της Μονάδας.

Στην περίπτωση που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη λειτουργία Μ.Χ.Α. ή δεν προκύπτει συνδρομή τους από τα υποβληθέντα στοιχεία, η αρμόδια υπηρεσία της Περιφέρειας ενημερώνει εγγράφως τον ενδιαφερόμενο ότι δεν δύναται να λειτουργήσει τη Μονάδα, γνωστο­ποιώντας του τους σχετικούς λόγους.

Η εν λόγω έγγραφη ενημέρωση γίνεται πριν την πά­ροδο τριών (3) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αναγγελίας έναρξης λειτουργίας της Μ.Χ.Α..

Στη βεβαίωση λειτουργίας αναγράφεται απαραίτητα η επωνυμία και η ταχυδρομική διεύθυνση της Μονάδας, ο συνολικός αριθμός των μηχανημάτων, ο αριθμός των εφεδρικών μηχανημάτων και ο επιστημονικά υπεύθυνος.

Άρθρο 6. Δικαιούχοι λειτουργίας Μ.Χ.Α. είναι φυσικά πρόσωπα, Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Ιδιωτικού Δικαίου δημόσιου χαρακτήρα και εταιρείες με την προϋπόθεση ότι κατά το καταστατικό τους δραστηριοποιούνται και στο χώρο της παροχής υπηρεσιών υγείας.

Άρθρο 7.Στην περίπτωση επέκτασης των Μ.Χ.Α. απαιτείται η έκδοση βεβαίωσης επέκτασης της Μ.Χ.Α. σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 5 του παρόντος. Σε κάθε περίπτωση ο συνολικός αριθμός των μηχανημάτων Μ.Χ.Α., συμπεριλαμβανομένης και της επέκτασης, δεν μπορεί να ξεπερνά τα τριάντα (30) μηχανήματα».

6. Οι παράγραφοι 2 και 4 του άρθρου 13 του ν. 2071/1992 (Α’ 123) αντικαθίστανται ως εξής:

«2. Η βεβαίωση λειτουργίας των παραπάνω φορέων παροχής ιατρικών και οδοντιατρικών υπηρεσιών Πρω­τοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ.) χορηγείται σε: α. φυσικά πρόσωπα, που διαθέτουν άδεια ή βεβαίωση άσκησης του ιατρικού ή οδοντιατρικού επαγγέλματος, β. φυσικά πρόσωπα με την προϋπόθεση ότι για τη λειτουργία του ιατρείου, οδοντιατρείου, πολυϊατρείου, πολυοδοντιατρείου, ιδιωτικού διαγνωστικού εργαστη­ρίου και ιδιωτικού εργαστηρίου φυσικής ιατρικής και αποκατάστασης, ορίζεται επιστημονικά υπεύθυνος για κάθε παροχή υπηρεσίας ιατρός ή οδοντίατρος κάτοχος άδειας ή βεβαίωσης άσκησης επαγγέλματος, γ. νομικά πρόσωπα, που συνιστώνται και λειτουργούν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, με σκοπό την πα­ροχή υπηρεσιών Π.Φ.Υ., δ. αστικούς συνεταιρισμούς ελευθέρων επαγγελματιών ιατρών εργαστηριακής διάγνωσης, βιοπαθολογίας, κυτταρολογίας και παθολογικής ανατομίας για την κά­λυψη των αναγκών των μελών τους.

Για τη χορήγηση της παραπάνω βεβαίωσης λειτουρ­γίας απαιτείται η υποβολή αναγγελίας έναρξης από το φυσικό πρόσωπο ή το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας ή του αστικού συνεταιρισμού, η οποία συνοδεύεται από τα απαραίτητα δικαιολογητικά και παράβολο ύψους διακοσίων (200) ευρώ για τα ιδιωτικά ιατρεία – οδοντι­ατρεία και παράβολο τετρακοσίων (400) ευρώ για τα ιδιωτικά πολυϊατρεία – πολυοδοντιατρεία, τα ιδιωτικά διαγνωστικά εργαστήρια και τα ιδιωτικά εργαστήρια φυσικής ιατρικής και αποκατάστασης. Το ύψος του παραβόλου μπορεί να αναπροσαρμόζεται με κοινή υπουρ­γική απόφαση του Υπουργού Υγείας και του Υπουργού Οικονομικών».

«4. Οι δικαιούχοι της παραγράφου 2 του παρόντος άρ­θρου επιτρέπεται να λειτουργούν και σε μη συνεχόμενα κτίρια, τα οποία θα έχουν λειτουργική αυτοτέλεια και δεσμεύονται στην τήρηση των τεχνικών προδιαγραφών του π.δ. 84/2001».

7. α. Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 13 του ν. 2071/1992 (Α’ 123), οι λέξεις «αδειοδότησης και» διαγράφονται.

β. Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 13 του ν. 2071/1992 (Α’ 123), οι λέξεις «τη νομική μορφή» διαγράφονται.

8. Στις διατάξεις των νόμων 1666/1986 (Α’ 200), 3661/2008 (Α’ 89), 3204/2003 (Α’ 296), 971/1979 (Α’ 223), 2519/1997 (Α’ 165), 4025/2011 (Α’ 228), του π.δ. 84/2001 (Α’ 70) όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 228/2004 (Α’ 212), των προεδρικών διαταγμάτων 29/1987 (Α’ 8), 225/2000 (Α’ 194), των υπουργικών αποφάσεων οικ. 3215/1998 (Β’ 655), Α5/2005/1999 (Β’ 749), 949/1981 (Β’ 388) όπως τροποποι­ήθηκε με την Α4/οικ.2503/1982 (β’ 717), των υπουργικών αποφάσεων Γ4ε/5258/1970 (Β’ 426), Υ3β/οικ.15543/2008 (Β’ 230), Υ7/οικ.3971/1994 (Β’ 433), Α4β/οικ.2352/1988, όπου αναφέρεται η λέξη «άδεια» αντικαθίσταται από τη λέξη «βεβαίωση».

 

ΙΒ.4.– Τροποποίηση διατάξεων του π.δ. 84/2001:

1. Καταργούνται οι εξής διατάξεις του π.δ. 84/2001 (Α’ 70):

α) Η παράγραφος 2 του άρθρου 4.

β) Οι περιπτώσεις α’ και η’ της παραγράφου 1 του άρθρου 11.

γ) Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 11.

 δ) Οι περιπτώσεις β’, γ’ και δ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 11.

 ε) Η παράγραφος 6 του άρθρου 11.

στ) Η περίπτωση ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 13.

ζ) Η παράγραφος 1 του άρθρου 14.

2. Τροποποιούνται οι εξής διατάξεις του π.δ. 84/2001:

 α. Στο άρθρο 1 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής: «3. Στις διατάξεις του παρόντος, όπου αναφέρονται οι λέξεις «άδεια λειτουργίας» και «άδεια» αντικαθίστανται από τις λέξεις «βεβαίωση λειτουργίας» και «βεβαίωση» αντίστοιχα, όπου αναφέρεται ο όρος «άδεια ίδρυσης» ο όρος αυτός καταργείται και όπου αναφέρεται «ιατρική εταιρεία» ή «ιατρικές εταιρείες» οι λέξεις «ιατρική» και «ιατρικές» διαγράφονται».

β. Στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 2 η λέξη «μόνο» αντικαθίσταται από τη λέξη «και».

γ. Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Βεβαίωση λειτουργίας ιδιωτικού φορέα παροχής υπηρεσιών Π.Φ.Υ. χορηγείται: α) Σε φυσικά πρόσωπα, που διαθέτουν άδεια ή βε­βαίωση άσκησης του ιατρικού ή οδοντιατρικού επαγ­γέλματος. β) Σε φυσικά πρόσωπα, με την προϋπόθεση ότι για τη λειτουργία του ιδιωτικού φορέα ορίζεται επιστημο­νικά υπεύθυνος για κάθε παροχή υπηρεσίας ιατρός ή οδοντίατρος κάτοχος άδειας ή βεβαίωσης ασκήσεως επαγγέλματος. γ) Σε νομικά πρόσωπα, που συνιστώνται και λειτουρ­γούν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, με σκοπό την παροχή υπηρεσιών Π.Φ.Υ. και με την τήρηση των ειδικών προϋποθέσεων του άρθρου 11 και των λοιπών διατάξεων του παρόντος. δ) Σε αστικούς συνεταιρισμούς ελευθέρων επαγγελματιών ιατρών εργαστηριακής διάγνωσης, βιοπαθολογίας, κυτταρολογίας και παθολογικής ανατομίας για την κά­λυψη των αναγκών των μελών τους.

Οι περιπτώσεις δ’ και ε’ αναριθμούνται σε ε’ και στ’ αντίστοιχα και παραμένουν ως έχουν».

δ. Τα δύο πρώτα εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 11 αντικαθίστανται ως εξής:

«1. Βεβαίωση λειτουργίας φορέα παροχής υπηρεσι­ών Π.Φ.Υ. χορηγείται και σε εταιρείες με οποιαδήποτε νομική μορφή»

ε. Στην περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 11   η φράση «αποκλειστικά και μόνο» αντικαθίσταται από τη λέξη «και».

στ. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 11 η φράση «τις διατάξεις του παρόντος και» διαγράφεται.

ζ. Στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης δ’ της παραγρά­φου 2 του άρθρου 14, η φράση «η δημιουργία παραρ­τημάτων στην ίδια ή σε διάφορες περιοχές της χώρας και» διαγράφεται.

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ΄: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙ­ΩΜΑΤΩΝ

ΙΓ.1.– Τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα:

1. Η παρ. 1 άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

«1. H περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερ­βαίνει το ένα έτος μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από ένα έτος και δεν υπερβαίνει τα δύο μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν ο δρά­στης είναι υπότροπος και το δικαστήριο με απόφασή του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφασή του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων».

2. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ και κάθε ημέρα κράτησης σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ».

3. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο ορίζει και τον αριθμό των ωρών κοινωφελούς εργασίας που κυμαίνο­νται από 100 έως 240 ώρες για ποινή ως ένα έτος, 241 έως 480 ώρες για ποινή από ένα έως δύο έτη, 481 έως 720 ώρες για ποινή από δύο έως τρία έτη, 721 έως 960 ώρες για ποινή από τρία έως τέσσερα έτη και 961 έως 1.200 ώρες για ποινή από τέσσερα έως πέντε έτη, ενώ προσδιορίζει και προθεσμία όχι μεγαλύτερη από πέντε έτη για την εκτέλεσή τους».

4. Η περίπτωση ε’ της παραγράφου 7 του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

«ε) διατάσσει την έκτιση στερητικής της ελευθερίας ποινής ενός έως τριών μηνών για ποινή παροχής κοινω­φελούς εργασίας έως 240 ωρών, δύο έως πέντε μηνών για ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας μεγαλύτερης των 240 και έως 480 ωρών, τεσσάρων έως οκτώ μηνών για ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας μεγαλύτερης των 480 ωρών και έως 720 ωρών, επτά έως δώδεκα μηνών για ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας με­γαλύτερης των 720 ωρών και έως 960 ωρών και έντεκα έως δεκαεπτά μηνών για ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας μεγαλύτερης των 960 ωρών».

5. Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 του ν. 663/1977 (Α’ 215), ως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 24 του ν. 2145/1993 (Α’ 88) και κατόπιν με την παράγραφο 2 του άρθρου 20 του ν. 4058/2012 (Α’ 63), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Τα ποσά των επιβαλλομένων σε χρήμα ποινών, καθώς και τα ποσά που προκύπτουν από τη μετατροπή των στερητικών της ελευθερίας ποινών, προσαυξάνο­νται κατά την είσπραξη κατά ποσοστό 110%».

6. Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 (Α’ 3) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8 %ο) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις, εφόσον το αιτούμενο ποσό είναι ανώτερο των διακοσίων (200) ευρώ. Επί πλέον αυτού, καταβάλλεται ποσοστό 0,8 %ο υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), ποσοστό 0,8 %ο υπέρ του οικείου Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων και χαρτόσημο ποσοστού 2,4% επί του ως άνω ποσοστού (0,8 %ο) του δικαστικού ενσήμου. Από την ισχύ της παρούσας διάτα­ξης, παύει να ισχύει κάθε άλλη που αφορά καθορισμό του δικαστικού ενσήμου, κατά τα ανωτέρω ποσοστά εκτός της παραγράφου 1Α περίπτωση η’ του άρθρου 10   του ν.δ. 1017/1971».

7. Το άρθρο 9 του ν. 3853/2010 (Α’90) αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι διατάξεις του άρθρου 42 του ν.δ. 3026/1954 (Κώ­δικας περί Δικηγόρων) δεν εφαρμόζονται στη σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων σύστασης εταιριών πε­ριορισμένης ευθύνης και ανωνύμων εταιριών».

8. α. Το άρθρο 42 του ν.δ. 3026/1954 (Α’ 235) αντικαθί­σταται ως εξής:

«1. Για τη σύνταξη εγγράφου ενώπιον συμβολαιογρά­φου, με αντικείμενο την από επαχθή αιτία σύσταση, με­τάθεση, αλλοίωση, τροποποίηση ή κατάργηση εμπραγ­μάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα (εκτός από την εξάλειψη υποθηκών και προσημειώσεων), είναι υποχρεωτική η παράσταση δικηγόρου μόνο για τον αποκτώντα το σχε­τικό δικαίωμα και εφόσον οι ανωτέρω συμβάσεις έχουν συνολικό αντικείμενο αξίας μεγαλύτερο των ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ, ανεξαρτήτως του τόπου στον οποίο βρίσκεται το ακίνητο. Στην περίπτωση αυτή γί­νεται ειδική μνεία στο συμβόλαιο της παραστάσεως του δικηγόρου και επισυνάπτεται σε αυτό σχέδιο για τη σύμβαση, υπογεγραμμένο από αυτόν, με θεωρημένη την υπογραφή από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο.

2. Ειδικότερα για τη σύμβαση διανομής ή ανταλλαγής και για συμβάσεις εκ χαριστικής αιτίας δεν απαιτείται παράσταση δικηγόρου για κανένα από τα συμβαλλό­μενα μέρη ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο συντάσσεται το συμβολαιογραφικό έγγραφο.

3. Από 1.1.2014 η παράσταση δικηγόρου κατά τα ορι­ζόμενα στην παράγραφο 1 είναι προαιρετική για όλα τα συμβαλλόμενα μέρη».

β. Το άρθρο 92Α του ν.δ. 3026/1954 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. O δικηγόρος για τις παρεχόμενες με έμμισθη εντο­λή υπηρεσίες του αμείβεται με πάγια μηνιαία αμοιβή που καθορίζεται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του. Η αμοιβή των ασκούμενων δικηγόρων δεν μπορεί να είναι κατώτερη του εκάστοτε ισχύοντος κατώτατου νόμιμου μισθού υπαλλήλου του ιδιωτικού τομέα.

2. Οι αποδοχές των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με έμμισθη εντολή στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 (Α’ 226) καθορίζονται όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρ­θρου 22 του ν.4024/2011».

γ. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργείται κάθε διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα του άρθρου 92 Α του ν.δ. 3026/1954, όπως τροποποιήθηκε από την προ­ηγούμενη διάταξη της υποπερίπτωσης β’.

 

ΙΓ.2.– Τροποποιήσεις Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας:

 1.α. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 66 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97) διαγράφο­νται οι λέξεις: «και στις φορολογικές και τελωνειακές προσφυγές εν γένει τριάντα (30) ημερών που αρχίζει όπως ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο».

β. Η περίπτωση β’ της υποπαραγράφου 2 της παρα­γράφου Β’ του άρθρου πέμπτου του ν. 4079/2012 καταργείται.

2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 66 του Κώδικα Διοι­κητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«2.α. Εξαιρετικώς στις φορολογικές και τελωνειακές διαφορές εν γένει η προσφυγή ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών και η προθεσμία για την άσκησή της αρχίζει όπως ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο.

β. Ειδικώς στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 64 η προθεσμία είναι ενενήντα (90) ημέρες από την έκδοση ή την κατά νόμο δημοσίευση της πράξης ή τη συντέλεση της παράλειψης».

3. Η ρύθμιση της περίπτωσης α’ της παραγράφου 2  του άρθρου 66 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως προστίθεται με την περίπτωση 2 της παρούσας υποπαραγράφου, καταλαμβάνει πράξεις που εκδίδονται ή παραλείψεις που συντελούνται μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΔ΄: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΩΝ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΙΔ.1.– Ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Τουρισμού:

1. Οι παράγραφοι 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 1 του ν. 710/1977 «Περί ξεναγών» (Α’ 283), όπως ισχύει, καταργούνται.

2. Το άρθρο 2 του ν. 710/1977 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 2

Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων του άρθρου 11 του παρόντος νόμου, δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος του ξεναγού έχουν: α) Έλληνες υπήκοοι και υπήκοοι κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κάτοχοι διπλώματος Σχολής Ξενα­γών του ΟΤΕΚ ή σχετικού τίτλου εκπαίδευσης, ο οποίος έχει αποκτηθεί σε άλλο κράτος – μέλος της Ε.Ε. και έχει αναγνωριστεί από το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελ­ματικών Προσόντων, σύμφωνα με τις διαδικασίες του Τίτλου ΙΙΙ του π.δ. 38/2010 (Α’ 78).

β)Αλλοδαποί ελληνικής καταγωγής, απόφοιτοι της Σχολής Ξεναγών του ΟΤΕΚ.

γ) Απόφοιτοι των ταχύρρυθμων προγραμμάτων κα­τάρτισης ξεναγών του άρθρου 14».

3. Το άρθρο 3 του ν. 710/1977 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Το επάγγελμα του ξεναγού ασκείται ελεύθερα μετά την πάροδο δέκα (10) ημερών από την υποβολή από τους ενδιαφερομένους στο Υπουργείο Τουρισμού αίτησης για αναγγελία έναρξης άσκησης επαγγέλματος ξεναγού, συνοδευόμενης από τα απαραίτητα δικαιολογητικά, όπως αυτά καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού, η οποία εκδίδεται εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος.

2. Η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Τουρισμού (Γενική Διεύθυνση Τουριστικής Πολιτικής και Οργά­νωσης, Διεύθυνση Τουριστικής Πολιτικής και Συντονι­σμού, Τμήμα Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης) εξετάζει εντός δέκα (10) ημερών τα υποβληθέντα σε αυτήν δικαιολογητικά, προκειμένου να διαπιστώσει τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων για την άσκηση του επαγγέλματος του ξεναγού.

3. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων χορηγείται στον ξεναγό εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της αναγγελίας, βεβαίωση συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την άσκηση του επαγγέλματος του ξεναγού και εγγραφής του στο οικείο μητρώο που τηρείται στο Υπουργείο Τουρισμού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9, συνοδευόμενη από δελτίο ταυτότητας, το οποίο ο ξεναγός φέρει κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, προκειμένου να επιδεικνύεται σε κάθε διενεργούμενο έλεγχο.

4. Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος ή δεν προκύπτει η συνδρομή τους από τα υποβληθέντα στοιχεία, η αρ­μόδια υπηρεσία του Υπουργείου Τουρισμού ενημερώ­νει εγγράφως τον ενδιαφερόμενο ότι δεν δύναται να ασκήσει το επάγγελμα του ξεναγού, γνωστοποιώντας του και τους σχετικούς λόγους. Η ανωτέρω έγγραφη ενημέρωση γίνεται πριν την πάροδο δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αναγγελίας άσκησης του επαγγέλματος. Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευ­σης της εν λόγω προθεσμίας χωρίς η αρμόδια υπηρεσία να έχει γνωστοποιήσει στον υποβάλλοντα τους λόγους για τους οποίους δεν δύναται να ασκήσει το επάγγελμα του ξεναγού, τόσο η βεβαίωση συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την άσκηση του επαγγέλματος του ξεναγού όσο και το δελτίο ταυτότητας ξεναγού τεκμαίρεται ότι έχουν χορηγηθεί. Στην παραπάνω περίπτωση ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει σχετική βεβαίωση από την αρμόδια για την έκδοση της πράξης αρχή, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 10 του ν. 3230/2004 (Α’ 44).

5. Με την απόφαση της παραγράφου 1, ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της δι­αδικασίας των προηγούμενων παραγράφων».

4. Το άρθρο 9 του ν. 710/1977 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Στο Υπουργείο Τουρισμού τηρείται Μητρώο Ξε­ναγών, στο οποίο καταχωρίζονται όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος του Ξεναγού σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 2 και 3.

2. Στο Μητρώο Ξεναγών καταχωρίζονται τα στοιχεία ταυτότητας του Ξεναγού που πληροί τις προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος, τα στοιχεία του τίτλου σπουδών του και οι γλώσσες στις οποίες δύναται να ξεναγεί.

3. Με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού που δημοσι­εύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζεται η οικονομική επιβάρυνση των ξεναγών για την εγγρα­φή τους στο Μητρώο και τη χορήγηση του Δελτίου Ταυτότητας Ξεναγού, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την τήρηση του Μητρώου».

5. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 10 του ν. 710/1977 καταργούνται.

6. Το άρθρο 11 του ν. 710/1977 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Κατ’ εξαίρεση των οριζομένων στα άρθρα 2 και 3, δικαίωμα ξενάγησης χωρίς αμοιβή σε αρχαιολογικούς χώρους, μουσεία και χώρους που είχε αναπτυχθεί ή αναπτύσσεται επιστημονική και ανασκαφική δραστη­ριότητα, έχουν καθηγητές ανώτατων σχολών ιστορίας και αρχαιολογίας, διευθυντές και καθηγητές ημεδαπών και αλλοδαπών σχολών αρχαιολογίας στην Ελλάδα για ξεναγήσεις εκπαιδευτικού περιεχομένου.

2. Σε περίπτωση έλλειψης ξεναγού δυνάμενου να ξε­ναγήσει σε ορισμένη γλώσσα, έπειτα από σχετική βεβαί­ωση του Σωματείου Διπλωματούχων Ξεναγών, δικαίωμα ξενάγησης έχουν και άτομα τα οποία δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλ­ματος του ξεναγού σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου αυτού, αλλά οι οποίοι έχουν αποδεδειγμένα άριστη γνώ­ση της γλώσσας για την οποία παρατηρείται έλλειψη ξεναγού, έπειτα από σχετική άδεια η οποία χορηγείται από τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Τουρισμού.

3. Υπήκοοι κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένω­σης, περιλαμβανομένων και των Ελλήνων υπηκόων, οι οποίοι είναι νόμιμα εγκατεστημένοι στα κράτη αυτά και διαθέτουν τα νόμιμα προσόντα για την εκεί άσκη­ση της επαγγελματικής δραστηριότητας του ξεναγού έχουν δικαίωμα προσωρινής και περιστασιακής παροχής υπηρεσιών ξεναγού στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις δια­τάξεις της με αριθ. 165255/ΙΑ/29.12.2010 (B’ 2157) κοινής απόφασης των Υπουργών Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και Πολιτισμού και Τουρισμού».

7. Το άρθρο 12 του ν. 710/1977 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 12.1. Στο έργο των ξεναγών εποπτεία ασκεί το Υπουργείο Τουρισμού.

2. Η εποπτεία συνίσταται στη διενέργεια ελέγχων και την επιβολή κυρώσεων για τις περιπτώσεις παράβασης των διατάξεων του παρόντος νόμου.

3. Σε όποιον παρέχει τις υπηρεσίες του άρθρου 1 κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 11, επιβάλλεται πρόστιμο χιλίων (1.000) ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής εντός έτους, επιβάλλεται διπλάσιο πρόστιμο, ήτοι δυο χιλιάδων (2.000) ευρώ, ενώ σε κάθε επόμενη υποτροπή επιβάλλεται πρόστιμο πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.

4. Σε τουριστικές επιχειρήσεις, οι οποίες στο πλαίσιο άσκησης του έργου τους συνεργάζονται για την παροχή υπηρεσιών ξεναγού με πρόσωπο το οποίο δεν έχει τις νόμιμες προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλμα­τος κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 11, επιβάλλεται χρηματικό πρόστιμο ύψους δυο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής εντός του έτους επιβάλλεται διπλάσιο πρόστιμο, ήτοι, τεσσάρων (4.000) χιλιάδων ευρώ, ενώ σε κάθε επόμενη υποτροπή αφαιρείται το ΕΣΛ της τουριστικής επιχείρησης για χρονικό διάστημα μέχρι έξι (6) μηνών.

5. Για παραβάσεις του άρθρου 4 επιβάλλεται αρχικά η ποινή της επίπληξης και σε περίπτωση υποτροπής πρόστιμο πεντακοσίων (500) ευρώ. Σε περίπτωση νέας υποτροπής εντός έτους, επιβάλλεται διπλάσιο πρόστιμο, ήτοι χιλίων (1.000) ευρώ ενώ για κάθε επόμενη υποτροπή εντός έτους αφαιρείται το δικαίωμα άσκησης του επαγ­γέλματος του ξεναγού για διάστημα έως τριών μηνών.

6. Τα πρόστιμα των ανωτέρω παραγράφων μπορούν να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού.

7. Τα παραπάνω χρηματικά πρόστιμα επιβάλλονται υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου με απόφαση του Προ­ϊσταμένου της αρμόδιας Διεύθυνσης του Υπουργείου Τουρισμού, βεβαιώνονται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ της κα­τοικίας ή της έδρας του υπόχρεου και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Εισπράξεων Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).

8. Κατά της απόφασης της προηγούμενης παραγρά­φου επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον της αρμόδιας Επι­τροπής του στοιχείου δ’ της παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 3270/2004 (Α’ 187), όπως αυτό ισχύει. Η προσφυγή υποβάλλεται στο Υπουργείο Τουρισμού εντός προθεσμί­ας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της από­φασης στο ενδιαφερόμενο μέρος. Επί της προσφυγής αποφαίνεται εντός διαστήματος έξι (6) μηνών η αρμόδια ως άνω Επιτροπή. Με την άσκηση της προσφυγής και για το διάστημα της προς άσκηση αυτής προθεσμίας αναστέλλεται η εκτέλεση της προσβαλλόμενης από­φασης».

8. Τα δύο εδάφια του άρθρου 14 του ν. 710/1977 αριθμούνται ως παράγραφος 1 και προστίθενται παράγρα­φοι 2-5 ως εξής:

«2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Τουρισμού και Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού που εκδίδεται εντός δυο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, καθορίζεται το αναλυτικό πρόγραμμα τα­χύρρυθμων προγραμμάτων διάρκειας έως δύο (2) μηνών για την κατάρτιση Ελλήνων υπηκόων ή υπηκόων κρα­τών- μελών της Ε.Ε. αποφοίτων τμημάτων Αρχαιολογίας, Ιστορίας και Ιστορίας της Αρχαιολογίας Πανεπιστημίων της ημεδαπής και αναγνωρισμένων της αλλοδαπής στην ειδικότητα του ξεναγού. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει: α) τη διδασκαλία μαθημάτων που δεν καλύπτονται από τη διδαχθείσα ύλη των ανωτέρω σχολών και β) πρα­κτική άσκηση στην τεχνική της διαδρομικής ξενάγησης στο πλαίσιο εκπαιδευτικών επισκέψεων – εκδρομών σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, προκειμένου οι καταρτιζόμενοι να διαθέτουν με την ολοκλήρωση των ταχύρρυθμων προγραμμάτων το απαραίτητο γνωσιολογικό υπόβαθρο για την άσκηση του επαγγέλματος του ξεναγού.

3. Τα προγράμματα της προηγούμενης παραγράφου πραγματοποιούνται τουλάχιστον τρεις (3) φορές το χρόνο. Με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού καθορί­ζεται κάθε φορά ο τόπος και ο χρόνος υλοποίησης των ταχύρρυθμων προγραμμάτων, η διαδικασία, τα κριτήρια εισαγωγής των υποψηφίων, ο αριθμός των καταρτιζομένων και η οικονομική επιβάρυνση για τη συμμετοχή στα ταχύρρυθμα προγράμματα. Η άριστη γνώση ξένης γλώσσας, που πιστοποιείται σύμφωνα με τη σχετική για την απόδειξη γλωσσομάθειας για το διορισμό σε θέσεις του δημόσιου τομέα νομοθεσία, θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμμετοχή στα προγράμματα αυτά.

4. Για την υλοποίηση των προγραμμάτων της παρα­γράφου 1, το Υπουργείο Τουρισμού προσλαμβάνει ωρο­μίσθιο εκπαιδευτικό προσωπικό με σύμβαση εργασίας που δεν θα υπερβαίνει τη διάρκεια του προγράμματος. Οι ειδικότητες και τα προσόντα του εκπαιδευτικού προ­σωπικού καθορίζονται από τον Υπουργό Τουρισμού με την προκήρυξη πρόσληψης.

5. Με την ολοκλήρωση της παρακολούθησης των τα­χύρρυθμων προγραμμάτων του παρόντος άρθρου οι καταρτισθέντες αποκτούν αυτόματα τη δυνατότητα πρόσβασης στο επάγγελμα του ξεναγού σε ισότιμη βάση με τους αποφοίτους των λοιπών σχολών ξενα­γών του παρόντος νόμου σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης γ’ του άρθρου 2».

 

ΙΔ.2.– Ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Ναυτιλίας

 και Αιγαίου:

 1. Με συνυποσχετικό μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και της ελληνικής ναυτιλιακής κοινότητας προσδιορίζε­ται ο τρόπος καταβολής και το ύψος της συνεισφοράς της τελευταίας για τη στήριξη της ελληνικής οικονομίας, του σχετικού ποσού μη δυνάμενου να είναι κατώτερο των εκατόν σαράντα εκατομμυρίων (140.000.000) ευρώ.

2. Οι διατάξεις του άρθρου 10 με τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις» του π.δ.103/2011 ««Σχετικά με τους κοινούς κανόνες και πρότυπα για τους οργανισμούς επιθεώρη­σης και ελέγχου πλοίων και για τις συναφείς δραστη­ριότητες των ναυτικών αρχών σύμφωνα με την Οδηγία 2009/15/ΕΚ» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμ­βουλίου της 23ης Απριλίου 2009» (Α’ 236) αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 10. Μεταβατικές διατάξεις:

Οι συναφθείσες διμερείς συμφωνίες με τους ήδη εξου­σιοδοτημένους αναγνωρισμένους οργανισμούς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι να συναφθούν νέες το αργότερο εντός δύο (2) ετών από τη δημοσίευση του παρόντος».

 

ΙΔ.3.–Πρακτορεία εφημερίδων και περιοδικών:

1. Κάθε ενδιαφερόμενος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, μπορεί να προβεί στην ίδρυση και λειτουργία Πρακτο­ρείου Εφημερίδων και Περιοδικών, εφόσον υποβάλει στη Διεύθυνση Εποπτείας Εντύπων και Επαγγελματικών Οργανώσεων της Γενικής Γραμματείας Μέσων Ενημέ­ρωσης αναγγελία έναρξης άσκησης της εν λόγω δρα­στηριότητας, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3919/2011 (Α’ 32).

2. Με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού καθορίζονται τα νόμιμα δικαιολογητικά που πρέπει να συνοδεύουν την αναγγελία έναρξης άσκησης της δραστηριότητας της ίδρυσης και λειτουργίας Πρακτορείου Εφημερίδων και Περιοδικών που υποβάλλει κάθε ενδιαφερόμενος, σύμ­φωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του ν. 3919/2011, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

3. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν. 1436/1984 (Α’ 54) καταργείται.

 

ΙΔ.4.– Εφημεριδοπώλες – Πώληση και διακίνηση εφημερίδων, περιοδικών και εν γένει εντύπων:

1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει δικαίωμα πώλη­σης και διακίνησης εφημερίδων, περιοδικών και εν γένει εντύπων. Εφημερίδες, περιοδικά και εν γένει έντυπα μπορούν να πωλούνται χωρίς περιορισμούς από κάθε εγκατάσταση, υπαίθρια ή στεγασμένη, χωρίς να απαιτείται η δραστηριότητα αυτή να αποτελεί τη μοναδική ή την κύρια δραστηριότητα που ασκείται στην εν λόγω εγκατάσταση.

2. Καταργούνται οι παρακάτω διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν περιορισμούς στην πρόσβαση και άσκηση των δραστηριοτήτων πώλησης και διακίνησης εφημε­ρίδων, περιοδικών και εν γένει εντύπων:

α) το άρθρο μόνον του αναγκαστικού νόμου της 28/28 Μαΐου 1935 (Α’ 219), όπως είχε συμπληρωθεί με τη διά­ταξη του άρθρου 16 του ν.δ. 4231/1962 (Α’ 105), β) το άρθρο 4 του ν. 73/1944 (Α’ 37), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 3 του ν. 117/1945 (Α’ 29) και την επαναφορά του σε ισχύ με το άρθρο 2 του ν. 10/1975 (Α’ 34), γ) το ν.δ. 2943/1954 (Α’ 181), όπως ισχύει μετά την τρο­ποποίησή του με τα άρθρα 1, 2 και 3 του ν. 937/1979 (Α’ 152), το άρθρο 67 του ν. 1943/1991 (Α’ 50) και το άρθρο18   ν. 2747/1999 (Α’ 226), δ) η παράγραφος 2 και το δεύτερο εδάφιο της πα­ραγράφου 5 του άρθρου 54 του α.ν. 1093/1938 (Α’ 68), ε) οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 13 του ν. 2328/1995 (Α’ 159) καιστ) οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου 6 του ν. 1436/1984.

3. Καταργείται κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη η οποία αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ΄: ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 2006/1/ ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜ­ΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 18ης ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2006 «ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΙΜΟ­ΠΟΙΗΣΗ ΜΙΣΘΩΜΕΝΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΧΩΡΙΣ ΟΔΗΓΟ ΣΤΙΣ ΟΔΙΚΕΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ» ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1. Αντικείμενο της παρούσας παραγράφου είναι η προ­σαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2006/1/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Ιανουαρίου 2006 «για τη χρησιμοποίηση μισθωμένων οχημάτων χωρίς οδηγό στις οδικές εμπορευματικές μεταφορές και άλλες δια­τάξεις» (Επίσημη Εφημερίδα Ευρωπαϊκής Ένωσης L 33 της 4.2.2006, σελ. 82 επ.), και η ρύθμιση θεμάτων που αφορούν τη μίσθωση οχημάτων στις οδικές εμπορευματικές μεταφορές για λογαριασμό τρίτων και για ίδιο λογαριασμό.

2. (Ορισμοί – άρθρο 1 της Οδηγίας 2006/1/ΕΚ) Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου νοείται ως:

α) «όχημα», κάθε μηχανοκίνητο όχημα, ρυμουλκούμενο όχημα, ημιρυμουλκούμενο όχημα ή σύνολο (συρμός) οχημάτων που προορίζονται αποκλειστικά για τη με­ταφορά εμπορευμάτων, β) «μισθωμένο όχημα», κάθε όχημα το οποίο, επί πλη­ρωμή και για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα, τίθεται στη διάθεση επιχείρησης που πραγματοποιεί οδικές εμπορευματικές μεταφορές, για λογαριασμό τρίτων ή για ίδιο λογαριασμό, βάσει σύμβασης με την επιχείρηση που διαθέτει τα οχήματα, γ) «επιχειρήσεις εκμίσθωσης», οι επιχειρήσεις εκμίσθωσης επιβατηγών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης χωρίς οδηγό.

Οι λοιποί όροι των διατάξεων της παρούσας παρα­γράφου έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στο άρθρο 2 του ν. 3887/2010 (Α’ 174) και στο άρθρο 1 του ν.δ. 49/1968, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1959/1991 (Α’ 123).

3. (Άρθρο 2 της Οδηγίας 2006/1/ΕΚ):

 Επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στο ελληνικό έδα­φος για τις εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οχήματα που έχουν μισθώσει οι επιχειρήσεις εγκατεστημένες στο έδαφος άλλου κράτους – μέλους, υπό τους όρους ότι:

α) το όχημα κατέχει άδεια κυκλοφορίας σε ισχύ ή έχει τεθεί σε κυκλοφορία σύμφωνα με τη νομοθεσία του τελευταίου αυτού κράτους – μέλους, β) η σύμβαση αφορά μόνον τη διάθεση οχήματος χω­ρίς οδηγό και δε συνοδεύεται από σύμβαση παροχής υπηρεσιών, η οποία συνομολογείται με την ίδια επιχεί­ρηση και αφορά τον οδηγό ή το βοηθητικό προσωπικό, γ) το μισθωμένο όχημα, κατά τη διάρκεια της περιόδου μίσθωσης, ευρίσκεται στην αποκλειστική διάθεση της επιχείρησης που το χρησιμοποιεί, δ) το μισθωμένο όχημα οδηγείται από το προσωπικό της επιχείρησης που το χρησιμοποιεί.

4. (Άρθρο 3 της Οδηγίας 2006/1/ΕΚ):

Επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται νομίμως στην Ελλάδα μπορούν να χρησιμοποιούν για οδικές εμπορευματικές μεταφορές, με τους ίδιους όρους όπως και τα οχήματα που τους ανήκουν, οχήματα που μισθώνουν και τα οποία έχουν λάβει άδεια κυκλοφορίας ή έχουν τεθεί σε κυκλοφορία στην Ελλάδα σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, με τις προϋποθέσεις των στοιχείων β’ έως δ’ του άρθρου 2, με τις εξής διακρίσεις: α) Οι μεταφορικές επιχειρήσεις μπορούν να μισθώνουν φορτηγά οχήματα δημοσίας χρήσης από άλλες μεταφο­ρικές επιχειρήσεις, χωρίς περιορισμό στο μικτό βάρος του οχήματος. Οι μεταφορικές επιχειρήσεις εκδίδουν νόμιμα παραστατικά μεταφοράς στο όνομά τους για τις μεταφορές που πραγματοποιούν με το μισθωμένο όχημα. Στα παραστατικά αναγράφονται και τα στοιχεία του εκμισθωτή.

β) Οι μη μεταφορικές επιχειρήσεις και οι επαγγελματίες μη μεταφορείς που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα στην Ελλάδα, μπορούν: αα. Να μισθώνουν φορτηγά οχήματα δημοσίας χρήσης από μεταφορικές επιχειρήσεις, χωρίς περιορισμό στο μικτό βάρος του οχήματος.

ββ. Να μισθώνουν φορτηγά οχήματα ιδιωτικής χρήσης από άλλες μη μεταφορικές επιχειρήσεις και επαγγελματίες μη μεταφορείς που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελ­μα στην Ελλάδα, χωρίς περιορισμό στο μικτό βάρος του οχήματος. Στην περίπτωση αυτή, το μεταφορικό έργο του φορτηγού που μισθώνεται, όπως αυτό αναγράφεται στην άδεια κυκλοφορίας του, θα πρέπει να είναι το ίδιο με το μεταφορικό έργο του μισθωτή.

Για τις μισθώσεις των περιπτώσεων αα’ και ββ’, η μισθώτρια επιχείρηση ή ο μισθωτής επαγγελματίας πρέπει να πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις για την χορήγηση σε αυτόν άδειας κυκλοφορίας φορτηγού ιδιωτικής χρήσης. Για την εφαρμογή του παρόντος, σε ό,τι αφορά στη μεταφορά επικίνδυνων προϊόντων, τα φορτηγά οχήματα πρέπει να εμπίπτουν στην κατηγορία εκπομπών EURO 1V ή μεταγενέστερη.

γγ. Να μισθώνουν φορτηγά οχήματα ιδιωτικής χρήσης μικτού βάρους έως και 3,5 τόνων από επιχειρήσεις εκμίσθωσης, σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος νόμου.

5. Επιχειρήσεις μη μεταφορικές και οι επαγγελματίες μη μεταφορείς που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα στην Ελλάδα, καθώς και φυσικά και νομικά πρόσωπα και ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα που δεν ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα μπορούν να μισθώνουν φορτηγά αυτοκίνητα μικτού βάρους έως και 3,5 τόνων από επιχειρήσεις εκμίσθωσης για την εξυ­πηρέτηση της επιχείρησης ή του επαγγέλματος ή των ιδιωτικών μεταφορικών αναγκών τους αντίστοιχα, με τις προϋποθέσεις των στοιχείων β’ έως δ’ του άρθρου 2 του παρόντος, αναλόγως εφαρμοζόμενες τόσο για επιχειρήσεις και επαγγελματίες όσο και για ιδιώτες. Γι’ αυτές τις μισθώσεις καταρτίζεται το συμφωνητικό μίσθωσης σύμφωνα με τις περιπτώσεις 1 και 2 των υποπαραγράφων 8, 9 και 10.

6. Οι επιχειρήσεις εκμίσθωσης μπορούν να εκμισθώ­νουν σε επιχειρήσεις μη μεταφορικές ή επαγγελματίες μη μεταφορείς, καθώς και σε πρόσωπα φυσικά ή νομικά και ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα που δεν ασκούν επιχείρηση φορτηγά αυτοκίνητα ιδι­ωτικής χρήσης μικτού βάρους έως και 3,5 τόνων που τους ανήκουν ή τα έχουν μισθώσει από εταιρίες χρη­ματοδοτικής μίσθωσης σύμφωνα με τους όρους λει­τουργίας τους.

7. Η εκμίσθωση των φορτηγών ιδιωτικής χρήσης από τις επιχειρήσεις εκμίσθωσης γίνεται με τις εξής προ­ϋποθέσεις:

α) Τα φορτηγά ιδιωτικής χρήσης έχουν τεθεί σε κυ­κλοφορία στο όνομα της επιχείρησης εκμίσθωσης. Η έκδοση των αδειών κυκλοφορίας φορτηγών ιδιωτικής χρήσης που έχουν μισθωθεί από εταιρίες χρηματο­δοτικής μίσθωσης στο όνομα των επιχειρήσεων εκμίσθωσης γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της υ.α. A2/40819/7167/1991 (Β’ 955).

β) Στο έντυπο της άδειας κυκλοφορίας των φορτηγών ιδιωτικής χρήσης, στο πεδίο των παρατηρήσεων, ανα­γράφεται: «ΦΙΧ επιχείρησης εκμίσθωσης αυτοκινήτων».

γ) Η μίσθωση αφορά μόνο στη διάθεση οχήματος χωρίς οδηγό.

δ) Το μισθωμένο φορτηγό ιδιωτικής χρήσης κατά τη διάρκεια της μίσθωσης βρίσκεται στην αποκλειστική διάθεση της επιχείρησης ή του φυσικού προσώπου που το έχει μισθώσει και οδηγείται αντίστοιχα από πρόσωπα που συνδέονται αποδεδειγμένα με την επιχείρηση ή αναφέρονται ως μισθωτής ή ως οδηγός στο συμφωνη­τικό μίσθωσης.

ε)  Για  τη μίσθωση  καταρτίζεται  συμφωνητικό  σύμφωνα  με  το άρθρο  6.

στ) Η εκμίσθωση των φορτηγών ιδιωτικής χρήσης γίνεται κατά τα λοιπά με τους όρους και προϋποθέσεις εκμίσθωσης των επιβατικών ιδιωτικής χρήσης αυτοκι­νήτων.

8. Για τις μισθώσεις καταρτίζεται συμφωνητικό, που περιέχει τα στοιχεία του εκμισθωτή, του μισθωτή και του οδηγού ή των οδηγών, τη χρονική διάρκεια της σύμβασης, καθώς και τα πλήρη στοιχεία του οχήματος.

9. Το συμφωνητικό γνωστοποιείται στις φορολογικές Αρχές κατά την κείμενη νομοθεσία.

10. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις της υποπαραγράφου 5 της παρούσας παραγράφου (μίσθωση μικρού οχήματος από εταιρία εκμίσθωσης), το συμφωνητικό της υποπαραγράφου 8 γνωστοποιείται στην Υπηρεσία Μεταφορών της Περιφέρειας εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την υπογραφή του. Η Υπηρεσία Μεταφορών εντός της ίδιας ημέρας ελέγχει και βεβαιώνει επί του μισθωτηρίου ότι πληρούνται στο πρόσωπο του μισθωτή οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας κυκλοφορίας φορ­τηγού ιδιωτικής χρήσης.

11. Η τήρηση των όρων του παρόντος αποδεικνύεται από τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία πρέπει να βρίσκο­νται διαρκώς επί του οχήματος και να επιδεικνύονται στα εξουσιοδοτημένα όργανα ελέγχου κατά τον καθ’ οδόν έλεγχο:

α) Το συμφωνητικό μίσθωσης του οχήματος ή επικυ­ρωμένο απόσπασμα αυτού που περιέχει ιδίως το όνομα του εκμισθωτή και του μισθωτή, την ημερομηνία και τη διάρκεια της σύμβασης, καθώς και τα στοιχεία του οχήματος.

β) Εφόσον ο οδηγός δεν είναι εκείνος που μισθώνει το όχημα, οποιοδήποτε έγκυρο έγγραφο αποδεικνύει την εργασιακή σχέση του οδηγού με το μισθωτή.

Προκειμένου για οχήματα που έχουν τεθεί σε κυ­κλοφορία ή έχουν λάβει άδεια κυκλοφορίας σε άλλο κράτος- μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα έγγραφα που αναφέρονται στα στοιχεία α’ και β’ μπορούν να αντικαθίστανται από κάθε αντίστοιχο έγγραφο που εκδίδεται στο κράτος – μέλος.

12. (Άρθρο 5 της Οδηγίας 2006/1/ΕΚ):

Με την επιφύλαξη των προηγούμενων υποπαραγράφων της παρούσας παραγράφου, οι διατάξεις της πα­ρούσας παραγράφου, δεν θίγουν την εφαρμογή των κανόνων που αφορούν: α) την οργάνωση της αγοράς των οδικών εμπορευματικών μεταφορών για λογαριασμό τρίτων και για ίδιο λογαριασμό, β) τις τιμές και τους όρους μεταφοράς στις οδικές εμπορευματικές μεταφορές, γ) τη διαμόρφωση των τιμών μίσθωσης, δ) την εισαγωγή των οχημάτων, ε) τους όρους πρόσβασης στη δραστηριότητα ή στο επάγγελμα της επιχείρησης εκμίσθωσης.

13.    Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγω­νιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων μπο­ρούν να ρυθμίζονται και να μεταβάλλονται διοικητικά θέματα σχετικά με την έκδοση των αδειών κυκλοφο­ρίας μισθωμένων οχημάτων, τα συνοδευτικά έγγραφα της μεταφοράς με μισθωμένα οχήματα και κάθε άλλη τεχνική λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του νόμου.

14.    Συμβάσεις μίσθωσης που έχουν συναφθεί πριν τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου εξακολουθούν να ισχύουν έως τη λήξη ή την καταγγελία τους από τα συμβαλλόμενα μέρη.

15.    Από τη θέση σε ισχύ του νόμου καταργούνται:

α) Το π.δ. 91/1988 (Α’ 42), όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 209/1991 (Α’ 79). β) Το π.δ. 209/1991 (Α’ 79). γ) Η υ.α. Β4/οικ27851/3242/2011 (Β’ 1290). δ) Κάθε άλλη διάταξη νόμου ή γενική ή ειδική κανονι­στική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του.

Άρθρο δεύτερο

1. Στο τέλος του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 50 του ν. 4002/2011 (Α’ 180) προστίθεται τρίτο εδάφιο ως εξής:

«Εξαιρετικά, η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στα έσοδα από τα τυχερά παίγνια που διεξάγει η ΟΠΑΠ Α.Ε. δυνάμει της από 15.12.2000 σύμβασης μεταξύ του Ελλη­νικού Δημοσίου και της ΟΠΑΠ Α.Ε., όπως αυτή ισχύει και τροποποιήθηκε με την από 12.12.2011 πρόσθετη πράξη μεταξύ της ΟΠΑΠ και του Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτι­κής Περιουσίας Δημοσίου Α.Ε. σύμφωνα με τα ανωτέρω, θα ισχύει μέχρι την 12.10.2020».

2. Στο τέλος του νέου ως άνω τρίτου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 50 του ν. 4002/2011 (Α’ 180) προστίθεται τέταρτο εδάφιο ως εξής:

«Μετά τη λήξη κάθε οικονομικής χρήσεως τα αδιάθετα ποσά των κερδών των τυχερών παιγνίων, αποδίδονται στο Ελληνικό Δημόσιο».

3. Προστίθεται νέα παράγραφος 5Α στο άρθρο 50 του ν. 4002/2011 (Α’ 180), ως εξής:

«5. Σε ό,τι αφορά τα παίγνια μέσω παιγνιομηχανημάτων για τα οποία έχει χορηγηθεί άδεια εκμετάλλευσης στην ΟΠΑΠ Α.Ε. δυνάμει του άρθρου 39 του παρόντος και της από 4.11.2011 σύμβασης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ΟΠΑΠ Α.Ε., θα ισχύουν τα ακόλουθα:

Το ποσοστό συμμετοχής του Ελληνικού Δημοσίου επί του μικτού κέρδους από τα παίγνια αυτά δύναται να αυξάνεται μέχρι και κατά πέντε ποσοστιαίες μονά­δες διαμορφούμενο έτσι κατ’ ανώτατο όριο σε τριάντα πέντε τοις εκατό (35%), σύμφωνα με την παρακάτω μεθοδολογία.

Το χρονικό διάστημα ισχύος της άδειας χωρίζεται στις εξής 3 περιόδους:

Περίοδος Α’: από την έναρξη ισχύος της άδειας κατά το άρθρο 39 του παρόντος έως το τέλος του τέταρτου έτους της ισχύος της άδειας.

Περίοδος Β: από την έναρξη του πέμπτου έτους ισχύ­ος της άδειας μέχρι τη λήξη του όγδοου έτους ισχύος της άδειας, και

Περίοδος Γ: από την έναρξη του ένατου έτους ισχύος της άδειας μέχρι τη λήξη της ισχύος της άδειας.

Για κάθε περίοδο, η επιπλέον του ποσοστού τριάντα τοις εκατό (30%) συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου θα διαμορφώνεται ανάλογα με το ποσό των μικτών κερδών της ΟΠΑΠ Α.Ε. κατά την περίοδο από τα παίγνια μέσω παιγνιομηχανημάτων («Μικτά Κέρδη»). Αν το ποσό των Μικτών Κερδών είναι: α) μικρότερο ή ίσο από το Κάτω Όριο (όπως καθορίζεται κατωτέρω) δεν θα υπάρχει επιπλέον συμμετοχή, β) μεγαλύτερο ή ίσο από Άνω Όριο (όπως καθορίζεται κατωτέρω) η επιπλέον συμμετοχή θα ισούται με πέντε ποσοστιαίες μονάδες, γ) μεταξύ του Κάτω Ορίου και του Άνω Ορίου η επιπλέον συμμετοχή θα διαμορφώνεται σύμφωνα με τον παρα­κάτω τύπο: Επιπλέον συμμετοχή = (Μικτά Κέρδη – Κάτω Όριο)/(Άνω Όριο – Κάτω Όριο) x 5%.

Τα άνω και κάτω όρια καθορίζονται για κάθε χρονική περίοδο σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα:

 

ΚΑΤΩ ΟΡΙΟ

ΑΝΩ ΟΡΙΟ

Περίοδος Α

€2.793.000.000

€4.190.000.000

Περίοδος Β

€2.940.000.000

€4.410.000.000

Περίοδος Γ

€1.470.000.000

€2.205.000.000

Η επιπλέον του ποσοστού τριάντα τοις εκατό (30%) συμμετοχή, θα αποδίδεται στο Ελληνικό Δημόσιο εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη λήξη της αντίστοιχης πε­ριόδου».

4. Η παράγραφος 9 του άρθρου 50 του ν. 4002/2011 (Α’ 180) καταργείται.

5. Ο τίτλος του ν. 2961/2001 (Α’ 266) αντικαθίσταται ως εξής:

«Κύρωση του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρο­νομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια».

6. Ο τίτλος του τέταρτου τμήματος του ν. 2961/2001 (Α’ 266) αντικαθίσταται ως εξής: «ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΤΗΣΗΣ ΚΕΡΔΩΝ ΑΠΟ ΤΥΧΕΡΑ ΠΑΙΓΝΙΑ».

7. Η παράγραφος 1 του άρθρου 58 αντικαθίσταται ως εξής:

«Σε φόρο υποβάλλονται: α) τα κέρδη από τα λαχεία, περιλαμβανομένου του αμοιβαίου λαχειοφόρου ιπποδρομιακού στοιχήματος (SWEEPSTAKE), που κυκλοφο­ρούν στην Ελλάδα, β) τα κέρδη από τα τυχερά παίγνια που εκμεταλλεύεται η ΟΠΑΠ Α.Ε., περιλαμβανομένων αυτών που διεξάγονται μέσω των παιγνιομηχανημάτων του άρθρου 39 του ν. 4002/2011, γ) τα κέρδη από τα τυχερά παίγνια που διεξάγουν αδειοδοτημένοι πάροχοι δυνάμει του άρθρου 45 του ν. 4002/2011, δ) τα κέρδη από αμοιβαίο ιπποδρομιακό στοίχημα που διεξάγουν αδειοδοτημένοι πάροχοι και ε) τα κέρδη από τις λαχειοφόρες ομολογίες και τις λαχειοφόρες αγορές, τα οποία προκύπτουν από κληρώσεις που γίνονται στην Ελλάδα, καθώς και οι κάθε είδους παροχές που προσφέρονται σε όσους συμμετέχουν σε παιχνίδια ή διαγωνισμούς ραδιοφωνικούς, τηλεοπτικούς και λοιπούς παρεμφερείς οποιασδήποτε μορφής που διενεργούνται στην Ελλάδα».

Για τους σκοπούς της παρούσας διάταξης, κέρδος από τυχερό παίγνιο σημαίνει το ποσό που πληρώνεται ή πιστώνεται στον παίκτη ως αποτέλεσμα του τυχερού παιγνίου, αφαιρουμένου του ποσού που κατέβαλε για τη συμμετοχή του στο παίγνιο αυτό.

Ο άνω φόρος παρακρατείται και αποδίδεται κάθε μήνα στο Δημόσιο από τους κατόχους των σχετικών αδειών και τα πρόσωπα της παραγράφου 6 του άρθρου 39 του ν. 4002/2011 κατά περίπτωση.

8. Το άρθρο 60 του ν. 2961/2001 (Α’ 266) αντικαθίστα­ται ως εξής:

«1. Τα κέρδη που ορίζονται στην περίπτωση α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 58, υποβάλλονται σε φόρο ανά γραμμάτιο λαχείου, μετά την αφαίρεση αφορολό­γητου ποσού εκατό (100) ευρώ, με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) για κέρδη μέχρι χίλια (1.000) ευρώ και με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) για κέρδη από χίλια ένα (1.001) ευρώ και πάνω.

2. Τα κέρδη που ορίζονται στην περίπτωση β’, γ’ και δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 58, υποβάλλονται σε φόρο, ο οποίος υπολογίζεται με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) ως εξής:

α) στα τυχερά παίγνια ή στοιχήματα που διεξάγονται με στήλες, ανά δελτίο παιχνιδιού, και

β) στα τυχερά παίγνια που διεξάγονται με παικτικές συνεδρίες, επί του ποσού που πληρώνεται ή πιστώνεται στον παίκτη ως κέρδος, κατά τη λήξη της παικτικής συνεδρίας. Ως παίγνια που διεξάγονται με παικτικές συνεδρίες νοούνται τα τυχερά παίγνια που διεξάγονται με παιγνιομηχανήματα και τα τυχερά παίγνια τύπου καζίνο, το αποτέλεσμα των οποίων δεν παράγεται με γεννήτρια τυχαίων αριθμών, γνωστά και ως live casino games, όπως, ενδεικτικά, οι αγώνες (τουρνουά) πόκερ.

Ως παικτική συνεδρία νοείται το χρονικό διάστη­μα από τη στιγμή που ο παίκτης εισάγει την ατομική κάρτα παίκτη σε παιγνιομηχάνημα ή από τη στιγμή που συνδέεται με το κεντρικό πληροφοριακό σύστημα (ΚΠΣ) ενός παρόχου τυχερών παιγνίων στο διαδίκτυο (διαδικτυακός πάροχος), εισάγοντας τα στοιχεία της ατομικής κάρτας παίκτη, μέχρι που, κατά περίπτωση ως ανωτέρω, είτε εξάγει την ατομική κάρτα παίκτη από το παιγνιομηχάνημα είτε αποσυνδέεται από το ΚΠΣ του διαδικτυακού παρόχου. Σε κάθε περίπτωση, έκαστη παικτική συνεδρία λήγει με την πάροδο 24 ωρών από τη στιγμή που ο παίκτης εισάγει την ατομική κάρτα παίκτη σε παιγνιομηχάνημα ή από τη στιγμή που συνδέεται με το ΚΠΣ διαδικτυακού παρόχου, εισάγοντας τα στοιχεία της ατομικής κάρτας παίκτη.

3. Τα κέρδη και οι παροχές που ορίζονται στην πε­ρίπτωση ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 58 υποβάλ­λονται σε φόρο με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) μετά την αφαίρεση αφορολόγητου ποσού χιλίων (1.000) ευρώ ανά αντικείμενο».

9. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2013, ενώ σε ό,τι αφορά το αμοιβαίο ιππο­δρομιακό στοίχημα ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2014.

You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, or trackback from your own site.
Leave a Reply