• Wednesday, March 04th, 2009

ceb7cf81ceb1cebacebbceaecf82-cebaceb1ceb9-cebaceadcebdcf84ceb1cf85cf81cebfcf821’ΦΕΤΟΣ θα πήγαινε κι ο γερο-Κωνσταντής στης Κάπελης* τη Ράχη·  έταξε και στο εγγόνι του το Λάμπη, ότι θα τον έπαιρνε αντάμα, για να τού δείξει τους δροσουλήτες. Φόρεσε στραβά το κόκκινο φεσάκι του και την άσπρη πλισεδένια φουστανέλα με την ασημοπλουμισμένη φέρμελη, ποδέθηκε τα φουντωτά τσαρούχια του και ζώθηκε ακόμη τη φαρδιά μπαλάσκα με τη διμούτσουνη πιστόλα του. Οι χωριανοί τού το γύρεψαν σαν στερνή χάρη, τώρα στα γεράματά του, να τους συντροφέψει ώς τη Ράχη, για να υποδεχθούν τους επίσημους, που θα συνάζονταν ν’ αποθέσουν στεφάνια από βαγιόκλαδα και μυρτιές, που είχαν φτιάξει τα σχολιαρόπαιδα, όπως έκαναν κάθε χρονιά του Ευαγγελισμού τη μέρα.

Καιρούς και ζαμάνια ορθώνεται περήφανη της Κάπελης η Ράχη, πιο πανώρια και ψηλή από τις άλλες ξέχωρα, που διαφεντεύει ολοχρονίς τριγύρω στην καρακαμπιά, ώς τα πέρατα που σβήνει το γέρμα τ’ ουρανού. Βουβή κι αγέραστη φιλιώνει με τα χιονόκαιρα και τα λιοπύρια, θαρρείς ατράνταχτος της λευτεριάς δραγάτης, που ξέμακρα ο Ρουφιάς* τού στέλνει την άχνα-του προσκυνητάδες με τούφες από σύγνεφα, που αριοτυλίγουν την κορφή της.

Εδά δεν καμαρώνει κανένα τεσσαράγκωνο κάστρο με τρύπιες πολεμίστρες να θυμίζουν τους ταμπουρωμένους υπερασπιστές του, μα οι σημερινοί στέριωσαν και στεφανώνουν μια ξάσπρουλη μαρμαρολιθιά, που χάραξαν στα πλευρά της λαβωμένους ξελευτερωτές· ένα τοξότη, ένα φουστανελά, ακόμη και φαντάρο.

ΕΙΧΕ και δεν είχε σηκωθεί δυο βοϊδόσκοινα ο ήλιος ανάμεσα στ’ αστραφτερά συγνεφάκια κι έστελνε τις ζεστές αχτίνες του στις λαμπερές δροσοσταλίδες, όντας σώθηκε η γιορτή στης Κάπελης τη Ράχη και πόρισαν οι συναγμένοι. Μα ο γερο-Κωνσταντής παράμεινε· ξέκοψε με το εγγόνι του παράμερα κι έκατσε πάνω σ’ ένα στουρνολίθι, ακουμπώντας στον κορμό μιας γέρικης βελανιδιάς.

Και τι ’ναι, παππούλη, οι δροσουλήτες; ρώτησε το παιδόπουλο.

Ο γέρος το κράτησε στην αγκάλη ανάμεσα στα γόνατά του, του χάιδεψε την πλάτη με το κοκαλιάρικο χέρι του και του αποκρίθηκε, σαν να περίμενε το ρώτημα:

–Οι ξωμάχοι του τόπου διηγούνται, γιόκα μου, πως κάποιο από τούτα τ’ ανοιξιάτικα πρωινά ξαναφαίνουν ξαπλωταριά στη Ράχη αρίθμητες σκιές, θαρρείς λεφούσι* καβαλάρηδες και πεζοπόροι, που πιλαλάνε αλαφιαστά κι ανεμίζουν δόρατα και γιαταγάνια, κι άλλοι με γκράδες* σημαδεύουν. Κι όσο κανείς σιμώνει, τόσο τα φαντάσματα της δροσολογιάς ξεμακραίνουν, θαρρείς και ψάχνουν αν είναι ο τόπος λεύτερος κι ημερωμένα πια χάνονται στ’ ακροούρανα. Άλλοι λένε πως τούτες οι ξωθιές ξεπετάγονται από την αυγινή πάχνη της δροσοσταλιάς, κι άλλοι από τις μακρουλές σκιές των δέντρων ή των μακρινών διαβατάρικων συγνεφιών της ανατολής· μα οι παλιότεροι είχαν να ’μολογάνε πως είναι ήρωες της λευτεριάς, που στοίχειωσαν και πλανιούνται από τα παμπάλαια χρόνια στην απλωσιά της Ράχης κι αλλοίμονο αν τη βρούνε σκλαβωμένη· θεριεύουν, ανταριάζονται και κονταροχτυπάνε τον κατακτητή, ώσπου να τον ξεκληρίσουν και να τον αποδιώξουν στα τρίσβαθα του ρούφουλα.

–Και πάλεψαν καμιά φορά με τους κατακτητές οι δροσουλήτες; ρώτησε πάλι ο Λάμπης.

–Πολλές φορές, γιόκα μου· το Εικοσιένα που η γενιά μας ολάκερη ξεσηκώθηκε με τα γιαταγάνια κι απόσωσε την τούρκικη σκλαβιά, στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, που οι φαντάροι μας πολέμησαν γενναία τους άδικους εχθρούς, κι άλλες φορές παλιότερα που δεν φθάνει ανθρώπου θυμητάρι.

–Και νίκησαν οι δροσουλήτες, παππούλη;

–Ναι, παιδί μου. Πάντα νίκησαν και θα νικούν, γατί ’ναι στοιχειωμένοι…

Για λίγο σώπασαν κι οι δυο. Ολόγυρα ακούγονταν λογής – λογής λαλήματα από τα θεοπούλια κι η βελανιδιά ανάδευε τους κλώνους της σαν να χάιδευε απαλά τα πηχτά μαλλιά του εφτάχρονου παλληκαριού, που αγνάντευε πέρα κατά το Ρουφιά, θαρρείς κι ανάμεσα στ’ ανταριασμένο ρουκούλημα της ποταμιάς του ξεδιάκρενε κλαγγή από δόρατα και γιαταγάνια, και σάμπως ντουφεκιές ακόμη. Σε μια στιγμή τα μάτια του στραφτάλισαν και μίλησε, δείχνοντας πέρα κατά την ξάκρια του λόγγου:

–Για ιδές, παππούλη, κείνη τη σκιά που πρόβαλε μπροστά στις άλλες· τι μεγάλη που ’ναι!… Είναι ο πιο τρανός καβαλάρης· και πώς τρέχει τ’ άλογό του! Ανεμίζει και το γιαταγάνι. Κι όλοι οι άλλοι γιατί τραβούν ξωπίσω του;…

–Είναι ο βασιλιάς τους, γιόκα μου, κατάφερε ν’ αποκριθεί ο γέρος με τη ματιά του βουρκωμένη. Ο βασιλιάς της αγάπης, που σύντα ζωντανέψει, θα λείψουν από τον κόσμο οι πόλεμοι κι όλοι οι άνθρωποι θα ’ναι ευτυχισμένοι…

–ΓΙΑΓΙΑΚΑ, πότε θα ζωντανέψει ο δροσουλήτης βασιλιάς; ρώτησε ο Λάμπης τη γρια-Κωνσταντινιά σαν κάθισαν αποσπερίς σιμά στο παραγώνι. Θέλω πολύ να ζωντανέψει, καλή μου γιαγιά, να μη σεργιανάει σαν σκιά ο καψερός! Να ’βλεπες τι ωραίος που ’ναι!…

–Σύντα νικήσει ο κάλεσιος το λάγιο* και ψοφήσει, τότε θ’ αναστηθεί κι ο βασιλιάς της αρετής του κόσμου, αποκρίθηκε ’κείνη γνέθοντας στη ρόκα της τη χιονερή τουλούπα.

Στερνά ξιστόρησε πως στις μαύρες νυχτιές της χειμωνιάς, που το πηχτό σκοτάδι τυλίγει ολάκερη την πλάση και τ’ αστροπελέκια σφυροκοπούν τη Ράχη και καμιά ανάσα δεν ξεθαρρεύει στ’ ανοιχτά, τότες ξερνάει κι ο Ρουφιάς το κολασμένο λάγιο κριάρι της κακίας από τα τάρταρα του μανιασμένου πέλαγου, που πηγαίνει να κονέψει στο ξάγναντο της Ράχης. Μα ξεπροβαίνει και το κάλεσιο της λευτεριάς γκεσέμι,* που παραφυλάει στα σύδεντρα της Κάπελης, και πιάνονται στο πάλεμα σαν ανήμερα θεριά. Παίρνουν φόρα από πολλές οργυές και χτυπιούνται απανωτά με τα πελώρια κουλουριαστά τους κέρατα, ώσπου ματώνουν, αποσταίνουν και ξελακίζουν στην κρυψώνα τους, το ένα κιοτισμένο από το άλλο. Ο θρύλος έπλασε και τραγούδι για την ανελέητη πάλη τους:

«Πάψε, Ρουφιά, το βουητό, πάψε και την αντάρα,

ν’ ακούσουμε τι γίνεται στου Πούσι* και στου Λάλα:

Εκεί παλεύουν  τα  στοιχειά στα  θρυλικά μπεντένια,*

ο λάγιος και ο κάλεσιος, τ’ αφίλιωτα κριάρια,

του σκότους και της λευτεριάς τα  φοβερά γκεσέμια*».

–Και ποιο κριάρι παραβγαίνει, γιαγιά; ξαναρώτησε το εγγόνι της.

–Κάθε φορά, γιόκα μου, που η δοξασμένη πατρίδα μας παλεύει τους βαρβάρους, νικάει ο κάλεσιος. Κάποτε όμως παραβγαίνει κι ο λάγιος όσο κρατάει η μπόρα κι η χώρα μαραζώνει στην αβανιά, μα και τότες ξαστερώνει και ξελαχιουρίζει ο λάγιος, γιατί δεν αντέχει το φως της μέρας.

–Και ζει, γιαγιά, το λάγιο ακόμη;

–Ζει και τριδονίζεται* στ’ αραχνιασμένα τρίσβαθα, ώσπου φέρνει τη διχόνοια στους ανθρώπους κι αρχινάνε τ’ άγρια μπουμπουνητά. Μονάχα αντρειωμένοι το γκρεμοτσάκισαν κάμποσες φορές, μα δεν κατάφεραν να το ξεκληρίσουν. Πάνε χρόνια τώρα που κι ο παππούλης σου το σκάγιασε με την παλιότσαγκρα* στον πόλεμο της λευτεριάς, μα βρέθηκε με το ζερβί του χέρι λαβωμένο, γιατί ’ναι –βλέπεις– δαιμονικό τ’ αφορισμένο λάγιο…

–Και πώς θ’ αφανισθεί;

–Σύντα μονοιάσει όλη η γης και βασιλέψει η ειρήνη, δεν θά ’βρει στέκι πουθενά για τον απάνω κόσμο κι ο ήλιος θα το σβήσει.

–Γιαγιάκα, σαν θα τρανέψω, θα πάρω την παλιότσαγκρα να πάω να καρτερέσω, το λάγιο να λαβώσω στα στήθια μέσα στην καρδιά και στην κακή την κεφαλή του, για να ξεμείνει ανήμπορο στο χάραμα του ήλιου, να τυφλωθεί καταλιακού, να πέσει του θανάτου με βόγγητα κι αφρούς… Να αναστηθεί κι ο ξακουσμένος βασιλιάς της αρετής του κόσμου!…

____________

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ: Κάπελη, Πούσι=τοπωνύμια του όρους Φολόη κοντά στο χωριό Λάλα, όπου διεξήχθη πολύμηνη μάχη στην αρχή της επαναστάσεως του 1821, Ρουφιάς=ο Αλφειός ποταμός, λεφούσι=πλήθος, γκρας=παλαιό οπισθογεμές όπλο, λάγιο=μελανόχρωμο (κριάρι), γκεσέμι=κερασφόρος οδηγός ποι- μνίου,  μπεντένι= έπαλξη, τριδονίζεται= διαβολίζεται,  τσάγκρα= παλαιό  κυνηγετικό ντουφέκι.

divider10

You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, or trackback from your own site.
Leave a Reply