• Sunday, March 08th, 2009

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΚΙ Ο ΧΑΡΟΣ

ceb1ceafcf83cf89cf80cebfcf82

Όλοι τον ήλιο καρτερούν σ’ Ανατολή και Δύση,

άλλοι στα σπίτια τα ψηλά κι άλλοι σε χαμοκέλια.

Άλλοι στην τάβλα γεύονται πολλών λογιών καλούδια

και άλλοι στη φτωχολογιά πεινάνε και διψάνε.

Κι ένας καημένος γέροντας, βαριά τουραγνισμένος,

γλυκό ψωμί δεν έφαγε χειμώνα – καλοκαίρι.

Και μιαν ημέρα κιότισε, τα ξύλα ζαλωμένος,

σ’ άσπρο λιθάρι έκατσε, λίγο να ξαποστάσει.

Τον πήρε το παράπονο, παρηγοριά δεν έχει,

ψιλό τραγούδι αρχίνησε, σα να ’ταν μοιρολόγι:

«Ποιανού να ’πω τον πόνο μου και τον πικρό καημό μου;

Να σας τον ’πω, ψηλά βουνά, αγέρας τον σκορπάει,

να τον ειπώ στα τρίστρατα, θα φύγουν οι διαβάτες.

Ανάθεμά την για ζωή, κι ο Χάρος ας με πάρει…».


Τ’ ακούει ο Χάρος στ’ άραχνα, ο μαύρος καβαλάρης,

πού ’χει δρεπάνι κοφτερό, της αστραπής τα μάτια.

Δίνει βιτσιά τ’ αλόγου του, τα όρη συνοριάζει,

ράχη σε ράχη περπατεί, τους κάμπους διασκελίζει

και στέκει αντίπερα γοργά κι από αγνάντια κράζει:

–Τι με γυρεύεις, γέροντα; που ’γω ’μαι κυνηγάρης

κι οπού ’βρω τρεις παίρνω τους δυο, κι οπού ’βρω δυο τον ένα,

κι οπού ’βρω ένα μοναχό, κι αυτόν τον ξεκληρίζω!


Ωσάν τον είδε ο γέροντας κι ωσάν τον αφουγκράται,

τρέμουν τα φυλλοκάρδια του κι αυτή τη διάτα δίνει:

Απόστασα ο καψερός και τη ζαλιά μου πάρε,

γιατί με τόσα βάσανα πάλι η ζωή γλυκιά ’ναι!

divider102

ΤΡΕΙΣ ΘΕΟΙ ΚΑΙ Ο ΚΡΙΤΗΣ

ce91ce98ce97ce9dce91_ce9cce97cea4ce99cea3_athena_metisce91‘Κείνα τα χρόνια τα παλιά που οι θεοί γλεντούσαν

και είχαν τα ψηλά θρονιά στου Όλυμπου τα μέρη,

ένας στον άλλον έλεγε κι ένας στον άλλον λέγει:

«Δεν κάνουμε κι ένα καλό στη γη που περπατούμε;»


Αστράφτει ο Δίας και βροντά κι ο ταύρος εγεννήθη

για σύμβολο της δύναμης και της γονής μπροστάρης.

Κι ο Προμηθέας έπλασε τον άνθρωπο με χώμα

και του ’δωσε τη φρόνηση, με τους θεούς να μοιάζει.

Και η Εργάνη Αθηνά τού χάρισε το σπίτι,

να ζει σ’ αυτό με προκοπή, όπως καλά ταιριάζει.


Φωνάζουν τότε τον κριτή κι αυτός ψεγάδια βρίσκει:

–Τα μάτια ο ταύρος έπρεπε στα κέρατά του να ’χει,

να βλέπει όποιον κυνηγά και να μη σκουντουφλάει.

Κι ο άνθρωπος τη γνώμη του αν κρέμαγε απ’ έξω,

θα βλέπαμε τους άδικους, για να προφυλαχτούμε.

Μα και τα σπίτια αν είχανε καρούλια να κυλάνε,

τα στέκια μας θ’ αλλάζαμε από κακούς γειτόνους.

divider108

Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ

_1_2Τ’ αλωναριού τα κάματα, τ’ Αυγούστου τα λιοπύρια

που τα μυρμήγκια κουβαλούν, σπυρί-σπυρί συνάζουν

κι αναπαρώνουν στη φωλιά ταγή για το χειμώνα,

ένα τζιτζίκι έσερνε μακρόσυρτο τραγούδι

κι ολημερίς ανέμελα ξεφάντωνε στα κλώνια.


Κι απάνω στο τραγούδημα και το τρανό γιορτάσι

τρία μεγάλα σύγνεφα ξανάφαναν αντίκρυ·

το ένα φέρνει τη βροχή, τ’ άλλο τ’ αστροπελέκι,

το τρίτο το γοργότερο στον τζίτζικα χαμπέρι:

–Για πάψε το ξεφάντωμα κι άλλαξε το τραγούδι,

γιατί ’ρθε το χινόπωρο, το πρωτοβρόχι πιάνει…


Και κείνος άλλαξε σκοπό κι άλλο τραγούδι λέγει:

–Δεν έχω στέκι να σταθώ, βοσκή για να βοσκήσω,

κι εσείς παλιοί μου γνώριμοι, μυρμήγκια προκομμένα,

πάρτε με στη φωλίτσα σας και βάλτε μου να φάγω…


Μα κείνα τ’ απαρνήθηκαν κι αλλιώς τ’ αποκρινόνται:

–Όποιος κοιμάται την αυγή, πεινάει το μεσημέρι,

και των φρονίμων τα παιδιά ζυμώνουν πριν πεινάσουν,

μα ’συ ζητάς τα κόπια μας, γιατί ’σουν ακαμάτης…


Ακόμη ο λόγος έστεκε κι η καταχνιά πλακώνει,

ο ουρανός σκοτείνιασε, χαλαζοβρόχι πέφτει

κι ώσπου να γίνει ξαστεριά, ο τζίτζικας εχάθη!

divider106

Ο ΛΑΓΟΣ ΚΑΙ Η ΧΕΛΩΝΑ

_2_1_21

Πέρα στα λόγγια τα δασιά, σ’ απόσκιο μυρωμένο

(αφουγκρασθείτε να σας ’πω μύθο χαριτωμένο),

εκεί που χόρευε λαγός και λιανοτραγουδούσε,

με τη χελώνα αντάμωσε και την περιγελούσε:


–Ώρα καλή, κυρά-Γοργή, σε τούτα τα λημέρια,

μα σε περνώ στο τρέξιμο, γι’ αυτό κι ο κόσμος λέει

τον γρήγορο «σαν το λαγό» και τον αργό «χελώνα»!

Εκείνη σαν τ’ αγροίκησε, πολύ της κακοφάνη.

Γυρνά και λέγει του λαγού : –Μην είσαι παινεσιάρης,

μ’ αν θέλεις πάμε στοίχημα κι έλα να παραβγούμε…


Πιάνουν καλούν τους φίλους τους κι όλους τους συντοπίτες.

Βάνουν τον κούκο μάρτυρα, κριτή την κουκουβάγια

και σημαδούρα το βουνί, ποιός θά ’βγει στην κορφή του.

Θέτουν και το ξεκίνημα στο χάραμα του ήλιου

και μπαίνουν σε στενό στρατί, προσήλιο μονοπάτι.

Κάνει η χελώνα περασιά, διαβαίνει πιθαμίτσες,

περνά λοξές νεροσυρμές, πετρούλες, λιθαράκια,

σέρνει γοργή περπατησιά, σταματημό δεν έχει.

Τρέχει ο λαγός, ποδοβολά, οργυάδες διασκελίζει,

μα τη χελώνα δεν ψηφά, σε περιβόλι μπαίνει,

τρυγάει βραγιές, δροσολογά, χορταίνει με καλούδια,

βρίσκει κλαράκι φουντωτό, στον ίσκιο του πλαγιάζει.

Κι όντας στο γέρμα τ’ ουρανού ο ήλιος βασιλεύει,

παίρνει τη στράτα, στο βουνί με βιάση αντιπερνάει.

Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, βλέπει τα νικητήρια

με τη χελώνα στην πρωτιά και γύρω χαροκόπι.


Κι ο κούκος λέει από ψηλά, το λέει κι η κουκουβάγια:

«Για να πετύχεις δεν αρκεί μονάχα η γρηγοράδα,

πρέπει και να ’σαι δουλευτής, να ’χεις και φρονιμάδα».

divider105

ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ ΚΑΙ Η ΑΡΚΟΥΔΑ

grizzly-bearΉσαν δυο φίλοι γκαρδιακοί σε κάθε χαροκόπι·

αντάμα τρώγαν κι έπιναν, αντάμα τραγουδούσαν

κι αντάμα κίνησαν να βρουν της ξέγνοιας πανηγύρι.


Μα ’κει σιμά στα σύδεντρα, μεσοστρατίς στο λόγγο,

θεριό ξεφανερώθηκε, μια τριχωτή αρκούδα.

Σαλτάρει τότε ο πιο γερός, σε χαρουπιά σκαλώνει

κι απόμεινε ανήμπορος ο άλλος και σαστίζει.

Πιάνει ξαπλώνει καταγής ωσάν αποθαμένος

και κόβει την ανάσα του, σαν ζύγωσε η αρκούδα.

Εκείνη με τη σουγλερή μουσούδα τον μυρίζει,

Κάνει δυο – τρεις γυροβολιές και σιγοξεμακραίνει

(λένε πως κείνο το θεριό δεν τρώγει πεθαμένους).


Τότε κι ο άλλος ξεπηδά και τον συχνορωτάει

τι τάχατες ψιθύρισε στ’ αυτί του η αρκούδα.

Κι εκείνος με βαριά καρδιά αυτά του κατακρένει:

Να μη διαλέγω σύντροφους απρόσεχτα και φίλους,

γιατί στη δύσκολη στιγμή γινόνται απαρνητές μου.

divider106

Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ

sept10_stafylia061Πίσω-μπροστά τ’Αη-Δημητριού,στο τέλειωμα του τρύγου,

που τρέχουν τα γλυκά κρασιά κι οι μούστοι στα βαγένια,

βγήκε μια λαίμαργη αλεπού στα ξάρια πεινασμένη,

μα δεν απόμεινε να ’βρει ούτε τσαμπί στ’ αμπέλια.


Και ’κει που ορεγότανε θρεμμένα κοκορέλια,

βλέπει ψηλή κληματαριά με ροζακιά σταφύλια,

που κρέμονταν ολόγιομα και γούρμα σαν το μέλι.

Πολύ τα λιγουριάστηκε και πήδουλους αρχίζει·

πηδά λοξά, πηδά ψηλά, κανένα δεν αγγίζει,

πηδά και πιο ψηλότερα, κατάχαμα βροντιέται.

Και χολιασμένη ξεπερνά με τέτοια παρηγόρια:

«Του κάκου παιδευόμουνα, αφού ’ναι αγουρίδες».

divider106

Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΝΑΚΙ

Στης Άνοιξης τα λούλουδα, σε πράσινο λιβάδι,

αρνάκι κορφολόγαγε ολόδροσο χορτάρι.

Κι αφού καλά το γεύθηκε, τους πήδουλους αρχίζει

κι ανέμελα στις φυλλωσιές της λογγωσιάς ξακρίζει,

εκεί που κελαηδούν πουλιά, ρυάκι κελαρύζει.


Σκύβει τ’ αρνάκι στο νερό να πιεί να ξεδιψάσει,

μα το θωρεί αγριωπός ο λύκος κυνηγάρης,

για να το φάγει ‘ρέγεται και αφορμή γυρεύει,

πάνω σε βράχο κάθεται κι από ψηλά του κρένει:

–Γιατί θολώνεις το νερό και δεν μπορώ να πίνω;

Τ’ αρνάκι ανταριάστηκε κι απολογή του δίνει:

–Μα πίνω με τ’ ακρόχειλα, μηδέ μπορώ ’δω κάτω

ν’ αναταράξω το νερό εκεί ψηλά που στέκεις.

Κι ο λύκος εσκαρφίσθηκε καινούργια κατηγόρια:

–Μα πέρσι τον πατέρα μου, τον γέρο περιγέλας.

–Πέρσι δεν είχα γεννηθεί, εκείνο απολογιέται.

Και τότες ξεφανέρωσε ο λύκος τη βουλή του:

–Εσύ μπορεί ν’ απολογάς, μα ’γω σε κατατρώγω!

Ευθύς τ’ αρπάζει απ’ το λαιμό και το κατασπαράζει.


Το ίδιο έχουν φέρσιμο κι οι πονηροί ανθρώποι,

που κουλαντρίζουν το κακό, συνάνθρωπους πληγιάζουν

κι απολογίες δίκαιες ποτέ δεν λογαριάζουν.

Category: Ποιήματα
You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, or trackback from your own site.
Leave a Reply