• Thursday, March 05th, 2009

ΕΙΝΑΙ γεγονός αναμφισβήτητο ότι η ιδέα της Δημοκρατίας γεννήθηκε και εφαρμόσθηκε στις πόλεις – κράτη της Αρχαίας Ελλάδας, για να διαδοθεί ακολούθως μέχρι των ημερών μας σε ολόκληρο τον κόσμο. Τούτο είναι αυταπόδεικτο και από την παγκοσμίως χρησιμοποιουμένη ονομασία της Δημοκρατίας, η οποία συντίθεται από τις δύο ελληνικές λέξεις «Δήμος +Κράτος», που σημαί-νουν αντιστοίχως «Λαός+Εξουσία».

Ωστόσο το δημοκρατικό πολίτευμα με την ιδανική του μορφή εφαρμόσθηκε στην πόλη – κράτος των Αθηνών, οπότε κυρίαρχο όργανο της κρατικής εξουσίας ήταν η «Εκκλησία του Δήμου», δηλαδή η συνέλευση των πολιτών. Με το πολίτευμα αυτό μάλιστα το Αθηναϊκό Κράτος μεγαλούργησε κατά την περίοδο του «χρυσού αιώνα» του Περικλέους, ο οποίος δήλωνε υπερηφάνως: «Χρμεθα γρ πολιτείᾳ ο ζηλοσ τος τν πλας νμους, παρδειγμα δ μλλον ατο ντες τισν μιμομενοι τρους. Κα νομα μν δι τ μ ς λγους λλ’ ς πλεονας οκεν δημοκρατα κκληται» (Θουκιδ. Επιτάφ. Β΄ 37). Δικαίως λοιπόν η Αθήνα λογίζεται διαχρονικώς ως η κοιτίδα της Δημοκρατίας.

Βασικό δε στοιχείο της ευνομουμένης Δημοκρατίας αποτελεί η αρχή της Δικαιοκρατίας, σύμφωνα με την οποία το νομικό πρόσωπο του κράτους, κατά την άσκηση της κυρίαρχης εξουσίας του, αυτοϋπόκειται στο δίκαιον, ώστε να αποβαίνει κράτος δικαίου και όχι αυθαιρεσίας. Προς τούτο μάλιστα καθιερώθηκε η κορυφαία αρχή της διακρίσεως των  εξουσιών, σύμφωνα με την οποία η κρατική εξουσία ασκείται από τρεις ξεχωριστές και ανεξάρτητες μεταξύ τους λειτουργίες: τη νομοθετική (βουλευτική) που θέτει τους κανόνες δικαίου, την εκτελεστική που κυβερνάει μέσα στα όρια των κανόνων αυτών, και τη δικαστική (δικαιοδοτική) που απονέμει τη δικαιοσύνη. Την παραπάνω αρχή της διακρίσεως των εξουσιών εναργώς διατύπωσε ο μεγάλος κλασσικός φιλόσοφος Αριστοτέλης: «Ἔστι δὴ τρία μόρια τῶν πολιτειῶν πασῶν· ἓν μὲν τί τὸ βουλευόμενον περὶ τῶν κοινῶν, δεύτερον δὲ τὸ περὶ τὰς ἀρχάς, τρίτον δέ τί τὸ δικάζον». (Πολιτ. Δ΄ ια΄). Και αποτελεί –αν όχι κακοβουλία– οπωσδήποτε βαρύτατο σφάλμα η άποψη μερικών που αποδίδουν την αρχή αυτή στο Γάλλο φιλόσοφο του Διαφωτισμού Montesquieu.

Σήμερα όμως, αν επισκοπήσουμε τα πολιτικά δρώμενα στη σύγχρονη Ελλάδα, θα καταλήξουμε ασφαλώς στην απογοητευτική διαπίστωση, ότι ουδεμία από τις ανωτέρω αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος εφαρμόζεται σ’ αυτήν, εφόσον ούτε η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών έχει ορθώς θεσμοθετηθετηθεί, ούτε κατ’ επέκταση η αρχή της δικαιοκρατίας λειτουργεί και συνεπώς ούτε κράτος δικαίου υφίσταται και η αυταρέσκως διατυμπανιζομένη Ελληνική Δημοκρατία μόνο κατ’ ευφημισμό είναι δημοκρατία.

Για να γίνει τούτο κατανοητό, παρατίθεται συνοπτικώς ο τρόπος της κατά το Σύνταγμα εκλογής και λειτουργίας των παραπάνω εξουσιών: Κατ’ αρχήν θεσπίζεται το τρίπτυχο της κρατικής εξουσίας (νομοθετικής – εκτελεστικής – δικαστικής) [άρθρο 26], όμως η περαιτέρω πλοκή της λειτουργίας τους προκαλεί τέτοια εμπλοκή και σύγχυση στην ανεξαρτησία τους που οδηγεί στην υποβάθμιση της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία εξαντλείται αποκλειστικώς στην εκλογή των βουλευτών ως αντιπροσώπων του Έθνους (έμμεση δημοκρατία) [άρθρο 51]. Ακολούθως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναθέτει τον σχηματισμό Κυβερνήσεως στον αρχηγό του πλειοψηφούντος κόμματος και διορίζει την Κυβέρνηση που προτείνει ο τελευταίος και η οποία οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής (αρχή της δεδηλωμένης) [άρθρα 37, 84]. Ακόμη η Βουλή ψηφίζει τα νομοσχέδια και τους νόμους του Κράτους (άρθρα 73 επ.) και εκλέγει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατά τρόπο που και ο θεσμός αυτός καθίσταται αντικείμενο κομματικής εκμεταλλεύσεως (άρθρο 30).

Στην πράξη ο αρχηγός του πλειοψηφούντος κόμματος επιλέγει τα μέλη της Κυβερνήσεως κατά κανόνα από την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματός του, οι βουλευτές της οποίας έχουν επίσης επιλεγεί από αυτόν και οι οποίοι οφείλουν απόλυτη πειθαρχία στην κομματική γραμμή που χαράσσει ο ίδιος, ο οποίος έχει και το δικαίωμα διαγραφής τους από το κόμμα οποιαδήποτε στιγμή. Καταφαίνεται έτσι ο υποσκελισμός της νομοθετικής εξουσίας από την εκτελεστική, η οποία στηρίζεται στο κόμμα, του οποίου ο αρχηγός είναι απόλυτος μονάρχης. Αδιάψευστη επιβεβαίωση τούτου αποτελεί η παγία τακτική: οποιοδήποτε νομοσχέδιο ή νόμος προτείνεται από την Κυβέρνηση –ανεξαρτήτως της ορθότητάς του– να καταψηφίζεται από την αντιπολίτευση και να υπερψηφίζεται από τους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος, με διαγραφή μάλιστα από αυτό οποιουδήποτε διαφωνήσει.

Και ναι μεν κατά το άρθρο 61 του Συντάγματος «ο βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται για γνώμη που έδωσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του, παρά μόνο για συκοφαντική δυσφήμηση, ύστερα από άδεια της Βουλής», ωστόσο επικράτησε η άποψη ότι η ασυλία αυτή καλύπτει όλα τα αδικήματα των βουλευτών που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, έστω και εκτός της ασκήσεως των καθηκόντων τους, σπανιότατα δε η Βουλή παρέχει άδεια διώξεως γι’ αυτά. Το ίδιο ισχύει αναλόγως και για τα μέλη της Κυβερνήσεως, συμφώνως και με το Νόμο περί ευθύνης Υπουργών.

Εμφανίζεται ακόμη σοβαρό σύνδρομο παθογένειας της δημοκρατίας, όταν κάποτε συγκλονίζεται η συνείδηση του λαού από παντός είδους κρατικές αυθαιρεσίες ή σκάνδαλα σε βαθμό άρσεως της λαϊκής εντολής και παρά ταύτα η κυβερνητική πλειοψηφία συνεχίζει αδιστάκτως τη διακυβέρνηση της Χώρας, ενόψει και της θεσμικής αδυναμίας παρεμβάσεως του Προέδρου της Δημοκρατίας. Έχει δε η πολιτική αβελτηρία ανελιχθεί σε τέτοιο βαθμό αναλγησίας, ώστε ευτελίζει και αυτή τη λειτουργία του Κοινοβουλίου, με την κατά καιρούς αποχώρηση – αποχή διαφόρων κοινοβουλευτικών ομάδων από τις συνεδριάσεις του, το οποίο ωστόσο καταφρονείται και ατομικώς από καθένα μέλος του με την απαξιωτική απουσία τους από αυτό.

Εξάλλου ορίζεται ότι η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστές που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία (άρθρο 87), όμως οι προαγωγές στις θέσεις των προέδρων και αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων της Χώρας, καθώς και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου γίνονται κατ’ επιλογή από το Υπουργικό Συμβούλιο, όλοι δε οι ανωτέρω συμμετέχουν στη συγκρότηση των υπηρεσιακών δικαστικών συμβουλίων (άρθρο 90), δυνάμενοι ούτω να επηρεάσουν την όλη δικαστική λειτουργία, με συνέπεια και αυτή να βρίσκεται σε εξάρτηση από την εκτελεστική εξουσία.

Αν σε όλα αυτά προστεθεί και η προβληματική θέσπιση και λειτουργία των διαφόρων θρυλουμένων Ανεξάρτητων Αρχών, στις οποίες ανατέθηκε η προστασία θεμελιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων των πολιτών καθ’ υποσκελισμό των τριών ως άνω θεσμικών εξουσιών της δικαιοκρατικής δημοκρατίας, καταλήγουμε ασφαλώς στο θλιβερό συμπέρασμα, ότι το πολίτευμα της Ελλάδας προσομοιάζει –αν όχι με αρχηγική μοναρχία– ασφαλώς όμως με κομματική Δικτατορία και μόνο κατ’ επίφαση είναι Δημοκρατία.

——————————

* Δημοσιεύθηκε στο 38297/6-2-2009 φύλλο της εφημερίδας «ΕΣΤΙΑ».

cf80ceb5cf81ceb9cebacebbceaecf822

Category: 'Αρθρα
You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, or trackback from your own site.
Leave a Reply