Author Archive

• Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου, 2018

ΣΤΟΝ ΑΠΟΗΧΟ ΜΙΑΣ ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ
Ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία, από τις εκδόσεις «Αρμός», του πρώτου λογοτεχνικού βιβλίου του Ιωσήφ Σηφάκη με τίτλο «Η Φυσική της Μεταφυσικής», ο συγγραφέας παρουσίασε στις 15 Δεκεμβρίου 2017 και το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο «Το Κενό και το Φως» στην κατάμεστη αίθουσα του ίδιου εκδοτικού Οίκου.
Και στο βιβλίο του αυτό ο συγγραφέας συνταιριάζει «Πεζά και Έμμετρα» κείμενα, με τα ολιγάριθμα πρώτα να επέχουν κατευθυντήριο προϊδεασμό της πανδαισίας του κυρίαρχου μέρους της ποιητικής πλησμονής, που κατακλύζει επιβλητικά την επιμελημένη και πολυσέλιδη έκδοση, προσδίνοντας σ’αυτή μεγαλόπνοη ποιητική συλλογή βαθυστόχαστου οίστρου.
Και λέγω μεγαλόπνοη, καθόσον η στοχαστική της πλοκή δομείται στην παρακμιακή κένωση της έννοιας των ιδεών με συνεπακόλουθο την περιρρέουσα κοινωνική παθογένεια, για την κάθαρση της οποίας αποβαίνει αναγκαίος ο εξοβελισμός του ψεύδους με την αποκάλυψη της αλήθειας, η αναζήτηση της οποίας ανιχνεύεται στην αντιπαλότητα μεταξύ σκότους και φωτός, μεταξύ του κοινού καλού και του κακού.
Αυτή η δυσπρόσιτη αλήθεια προκαλεί την αγωνιώδη αναζήτηση του ποιητή, με βάση τον ευαγγελικό «Ὀρθό Λόγο» και τη δελφική εντολή του «Γνῶθι σαὐτόν», που οδηγεί στη Γνώση. Με τέτοιο εμπνευσμένο λογισμό ο Ιωσήφ Σηφάκης πετυχαίνει να αναδείξει τα ανθρώπινα, μετουσιώνοντας εξαίσια διανοήματα σε πράξεις και εικόνες εμπλουτισμένες με εξαίρετη γλωσσική καλλιέπεια και ευγενή συναισθήματα σε περίτεχνους στίχους που δονούν τις ευαίσθητες χορδές του κοινωνικού γίγνεσθαι.
Οι βαθυστόχαστοι στίχοι του, με κατά το πλείστον ελεύθερο μέτρο, αλλά με θαυμαστή αρμονία και ένθεη μουσικότητα, κελαρύζουν με επικό παλμό και συνάμα διάχυτο λυρισμό, αποπνέοντας ακένωτη νοσταλγία για τα περασμένα και πηγαία αγωνία για τα μελλούμενα.
Και ο Ιωσήφ Σηφάκης το κάνει αυτό με ακαταμάχητο πάθος από κάποια θεσπέσια φωνή, που σαν θεόσταλτο σωκρατικό δαιμόνιο τον προτρέπει, κεντρίζοντας τα μύχια της ψυχής του:
«Έξαφνα μυστική κατέρχεται φωνή,
επιτακτική προστάζει: «πέτα στην κορυφή».

Συνεπαρμένος από αυτή τη θεία προσταγή ο ποιητής υπόσχεται πιστά να  την  υπηρετήσει με ακάματη αφοσίωση:

«Θα επιστρέφω διηνεκώς / με τα μελτέμια
καβάλα στου Αιγαίου τα κύματα
εσπερινό Δεκαπενταύγουστου,
στα νησιά που κοιμούνται
σε στρώματα πουπουλένια,
κατάσαρκα φορώντας τα διάφανα
φωτεινά τους πουκάμισα».

* * *
Σε επαλήθευση όλων των προαναφερομένων διανθίζουμε επιλεκτικά μερικούς αντιπροσωπευτικούς στίχους του ποιητή, με ευπρόσιτη ανίχνευση των διανοημάτων τους, σε συσχετισμό κυρίως με τα ελληνικά, αλλά και τα πανανθρώπινα κοινωνικά δρώμενα:

[«Μία ψυχή δέν μπορεῖ νά δεῖ τό ὡραῖο ἂν δέν εἶναι
ὡραία αὑτὴ ἡ ἴδια» (Πλωτῖνος, Περὶ τοῦ καλοῦ § 9)]

Από το ποίημα Στις καθαρές ψυχές:
«Είτε λιάζει είτε βρέχει / η καθαρή ψυχή έχει
ακέραιη την μερίδα / της επιούσιας χάριτος,
το χαμόγελο των ουρανών».

Από το ποίημα Σιγκαπούρη:
«Άνθρωποι βιαστικοί, κι όμως στην πένα
ίσια μαλλιά και φροντισμένα,
βήματα σίγουρα, λόγια σπουδαία
εκείνων που πιστεύουν πως γνωρίζουν
πόθεν έρχονται και πού βαδίζουν».

* * *
[«Homo homini lupus est» (o άνθρωπος για τον άνθρωπο
είναι λύκος) [Ρωμαίος Τίτος Μάκιος Πλαύτος, 195 π.Χ.]

Από το ποίημα Χρεωκοπία:
«Αυτό που ευσχήμως λένε / κρίση οικονομική
κρύβει μιαν άλλη / πιο βαθειά και διαρκή.
Μια προ πολλού / σοβούσα συμφωνία
των χρεωκοπημένων συνειδήσεων
συνάμα πλάνη αθλία
και απάτη επονείδιστη δολία».

* * *
[«Προσέχετε μὴ πλανηθείτε ἀπὸ ἐκείνους πού ἐμφανίζονται σέ σᾶς
μὲ ἔνδυμα ἀθωότητας προβάτου, ἐνὼ ἀπὸ μέσα εἶναιἄγριοι καὶ ἅρπαγες
σὰν λύκοι· ἀπὸ τίς πράξεις τους θά τούς ἀναγνωρίσετε» (Ματθ. Ζ΄ 15)]

Από το ποίημα Γελοίο και φρίκη:
«Χαίρετε πρόβατα, χαίρετε αμνοί,
χαίρε αγέλη αποίμαντη Ελληνική.
Αν την κατάστασή μας / καταλάβαιναν τα πλήθη
θα κράζαν με κραυγές ουρανομήκεις
πως το γελοίο που αποσβολωμένοι ζούμε
μπορεί να ειν’ το τραγικό προοίμιο της φρίκης».

* * *
[«Οι μεν λοιποί ζώσιν ίνα εσθίωσιν, αυτός δε εσθίω ίνα ζω»= Οι άλλοι ζουν για να τρώγουν, εγώ τρώγω για να ζήσω (Σωκράτης)]

Από το ποίημα Πρώτα και τώρα:
«Πρώτα δούλευες / για να ζήσεις
τώρα ζεις για να δουλεύεις.
Πρώτα πάλευες / ανιδιοτελώς το ψέμα
τώρα ψεύδεσαι / ιδιοτελώς σιωπώντας».

* * *
[«Ὦ κάκιστα ζῷα, τῶν οἰκιῶν ὑμῶν ἐμπιπραμένων,
αὐτοὶ ᾄδετε» (Αἴσωπος ο μυθοποιός)]

Από το ποίημα Εθνικό πανηγύρι:
«Προς τί ακραία αισιοδοξία,
φαιδρότης εορταστική
η μουσική να παιανίζει στην πλατεία
παρέλαση, υπερηφάνεια εθνική;»

* * *
[«Οἱ καιροί οὐ μενετοί»=Οι περιστάσεις δεν περιμένουν.
(Θουκυδίδης Α΄ 142)]

Από το ποίημα Ανίατα Έλληνες:
«Θα μένουν πάντα λίγοι / ανίατα Έλληνες
μαχόμενοι άνισα στα στενά,
αλώβητη η κιβωτός να περάσει
τις Συμπληγάδες και να γράψει
γλαύκους μακρόσυρτους / ενάλιους δρόμους».

* * *
[«Μακάριοι οἱ νεκροὶ… τὰ δὲ ἔργα αὐτῶν
ἀκολουθεῖ μετ’ αὐτῶν» (Ἰωάνν. Αποκάλ. ΙΔ΄13)]

Από το ποίημα Φεύγουν οι φίλοι:
«Φεύγουν οι φίλοι / ενίοτε πλήρεις ημερών
τους κύκλους κλείνοντας αρμονικά,
αφήνοντας εις τη μνήμη
την γαλήνη/των τέλειων έργων».

* * *
[«Η παιδεία, καθάπερ ευδαίμων χώρα, πάντα τ’ αγαθά φέρει»=
Η παιδεία, σαν μια εύφορη χώρα, δίνει όλα τα αγαθά» (Σωκράτης)]

Από το ποίημα Χαμένοι:
«Χαμένη πατρίδα / χαμένη ζωή
Χαμένη ελπίδα / χαμένη ψυχή.
Πού νους να νοιαστεί / για πνεύμα, παιδεία
για να κρεμαστεί/ενός εστί χρεία».
* * *

[«Είμαστε αλήθεια ζωντανοί, ώ Έλληνες, καθώς μας πήρε τώρα η συμφορά κι έγινε η ζωή μας εφιάλτης;Ή μήπως ζούμε εμείς κι έχει η ζωή πεθάνει;» (Παλλαδᾶς ὁ Ἀλεξανδρεύς ποιητής, 4ος αἰ.μ.Χ.)]

Από το ποίημα Ζωντανοί νεκροί:
«Αναπολώ συχνά / αυτούς που φύγαν,
που πάψαν να πονούν / αυτούς που πήγαν
στην αντίπερα όχθη / ένθα απέδρασαν οδύνες
στεναγμοί και μόχθοι.
Μείνανε μόνο λίγοι να πονούν
τον πόνο των πολλών κι όλων των άλλων
που ζωντανοί-νεκροί απαθείς ζουν
ατάραχοι μεσ’ στης ζωής τον σάλο».

* * *
[«Οὔτε χρημάτων ἕνεκα ἐθέλουσιν ἄρχειν οἱ ἀγαθοὶ οὔτε τιμῆς»=
Οι έξοχοι πολιτικοί δεν πρέπει να επιδιώκουν την εξουσία για τα χρήματα, ούτε για τη δόξα» (Πλάτωνος Πολιτεία Α΄ιθ΄)]

Από το ποίημα Οι Παρακμιακοί:
«Μόνιμο διακύβευμα, φροντίδα
να είναι πάντα στο παιχνίδι, στην παρτίδα
πάντα με το αζημίωτο για το καλό στη χώρα
άλλοι προσμένοντας να πιάσουν την καλή
κι άλλοι απλώς για να περνά η ώρα».

* * *
[«Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν. Ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν» (Ἰωάνν. Κεφ Α΄ 1-5)]

Από το ποίημα Παραδίνομαι:
«Παραδίνομαι / στα αγκάθια και στην αλήθεια τους,
στα νησιά που ταξιδεύουν στο διάστημα των ιδεών,
στο φως και στους αγγέλους του,
και στην επίγνωση του καλού και του κακού,
στον Θεό και την αγάπη του».

Από το ποίημα Εξιλαστήριες δοκιμασίες:
«Έγινε η αγωνία φλόγα κι έμπνευση
στης αναζήτησης τους δρόμους άξιο ταίρι,
Τύχη ή Πρόνοια μόνο ο Θεός το ξέρει».

* * *
[«Πολλαὶ μὴν πόλεις ἐνίοτε καὶ καθάπερ πλοῖα καταδυόμεναι διόλλυνται και διολοῦνται διὰ τὴν τῶν κυβερνητῶν καὶ ναυτῶν μοχθηρίαν»=Πολλές πολιτείες-κράτη κατά καιρούς καταβυθίζονται όπως τα πλοία και καταστρέφονται και θα καταστραφούν, εξαιτίας της αχρειότητας των κυβερνητών και των συνεργατών τους (Πλάτωνος Πολιτικός 302a-d)]

Από το ποίημα Κόσμων κένωση:
«Κενή αντιπροσωπευτική δημοκρατία,
άλλοθι τραγικό για αυθαιρεσία…
Κενός ο δημόσιος λόγος,
κίβδηλο νόμισμα διαβρώνει
την πίστη στο κοινό καλό
που σώζει και ενώνει…
Θα διαγράψουν λέξεις ξεχασμένες
που πέσαν σε αχρησία οι καημένες
όπως ευθύνη, πίστη, πρόοδος, θυσία
να ευημερήσει η γλωσσική οικονομία».

Από το ποίημα Σοφιστής στην Σπάρτη:
«Σε σύναξη πολυπληθή / εκλήθη να ομιλήσει
και θέλοντας τα πλήθη / ίσως να τιμήσει
να κολακέψει / και με γλυκά ακούσματα
τα ώτα τους να τέρψει».

Από το ποίημα Η ζωή εν τάφω:
«Έδωσε η Δημοκρατία στους ανθρώπους ευκαιρία
γνώση και κρίση του Καλού και του Κακού
ν’ αξιωθούν υπέρτερη
των αυτόματων εντόμων κοινωνία.
Κρίμα, δεν εννόησαν οι κουτοί
αδύνατη η Ελευθερία εάν χαθεί η Αρετή».

* * *
[«Όταν οι ταγοί του πνεύματος σωπαίνουν πάει να ειπεί πως οι λαοί βρίσκονται σε λήθαργο και  δεν έχουν πια τη δύναμη να αντισταθούν» (Κ.Μ.)]

Από το ποίημα Ηλιθιοκρατία:
«Διερωτώνται δήθεν συνετοί και φωτισμένοι
αδυνατούν να καταλάβουν
οι καημένοι, πως συμβαίνει
και η τυφλή των ηλιθίων φάρα
θριαμβεύει κυβερνά την οικουμένη».

* * *
[«Ἴτε παῖδες Ἑλλήνων, ἐλευθεροῦτε πατρίδ', ἐλευθεροῦτε δὲ παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τε πατρῴων ἕδη, θήκας τε προγόνων: νῦν ὑπέρ πάντων ὁ αγών»=Εμπρός των Ελλήνων παιδιά, ελευθερώστε την πατρίδα, τις γυναίκες και τα παιδιά σας, τα ιερά των πατρίων θεών και τους τάφους των προγόνων: τώρα ο αγώνας είναι υπέρ πάντων» (Αισχύλου Πέρσαι 401-405)]

Από το ποίημα Με κούρασε:
«Να σκιρτήσουν συντονισμένες οι συνειδήσεις
ν’ αστράψει ουρανομήκης ιαχή
να βρέξει ένα Πνευματικό Εμβατήριο
στις ξερές ψυχές να αναντρανίσουν».

* * *
[«Καὶ ἰδοὺ ἵππος λευκός, καὶ ὁ καθήμενος ἐπ᾿ αὐτόν
ἐν δικαιοσύνῃ κρίνει καὶ πολεμεῖ»(Ιω. Αποκάλ. Ιθ’ 11)]

Από το ποίημα Ήρωες:
«Σεμνοί διάγουν βίο ταπεινό και αφανή
και όμως ολίγοι ξέρουν πως χωρίς αυτούς
απρόβλεπτη, εγωκεντρική τροχιά θα άλλαζε η γη.
Γι’ αυτό μεγάλη χάρη τους ζητούν οι ουρανοί».

Κωνσταντίνος Μουλαγιάννης
Αρεοπαγίτης ε.τ.-Συγγραφέας

• Δευτέρα, 26 Ιουνίου, 2017

Ξένα τ’απόδημα πουλιά διαλέγουν ξένους τόπους,
να βρούνε εύκρατους καιρούς, το μάννα να γευτούνε.
Διαβαίνουν χώρες ξωτικές, πελάγη ταραγμένα
και τους κινδύνους αψηφούν, μεγάλες κακουχίες.

Ξένα τα κήτη θαλασσών και των ψαριών τα σμάρια,
αποζητούν ευάρεστες ακτές να ζευγαρώσουν,
κάνουν ταξίδια μακρινά, ωκεανούς διασχίζουν.

Ξενιτευτές κι οι πρόσφυγες, ικέτες μετανάστες,
που δεν γνωρίζουν σύνορα, κατατρεγμένοι ξένοι
από ανάγκης τον καιρό, της φτώχειας την ανέχεια,
θεομηνίες φοβερές, τη φρίκη του πολέμου,
ωσάν κοπάδια των πουλιών που φεύγουν τρομαγμένα.
Ξένες κι οι κόρες Δαναού, ικέτιδες στο Άργος,
που ξένιος Δίας πρόσφερε σ’ αυτές φιλοξενία.

Ξένος γεννήθη κι ο Χριστός, παράδοξος σε φάτνη,
σαν ξένος δίδαξε στη γη ειρήνη και αγάπη,
θεράπευε πολλές ψυχές κι ασθένειες των ανθρώπων
κι ευλογημένους κήρυξε αυτούς που θάλπουν ξένους.
Παράφρονες τον δίκασαν, τον σταύρωσαν σαν ξένο
και για το κρίμα έφριξε, ο ήλιος μας εκρύβη.
Σαν ξένο τον απίθωσαν σε τάφο για τους ξένους
και φύλαξή του έταξαν φρουρά με κουστωδία.
Μα κείνος είν’ αχώρητος, στους ουρανούς ανέστη
και τον προσμένουν οι πιστοί σαν ξένος να κατέβη,
για να ξορκίσει το κακό, τον φόβο του θανάτου.

Και όλοι ξένοι είμαστε, σαν ξένοι οδοιπόροι,
της γης θνητοί ταξιδευτές, θα φύγουμε σαν ξένοι
σε ξένους τόπους κι άγνωρους, κανένας δεν τους ξέρει,
αφού δεν ήρθε νοσταλγός για να τους μολογήσει
κι ονείρων τα φαντάσματα ελπίδα μόνο στέλνουν.

Ξένος πλανήτης και η γη στο σύμπαν περιστρέφει,
ανθρώπων ο παράδεισος και τιμωρός απλήστων,
που θα ρημάξει κάποτε στου άπειρου τη δίνη,
με των καιρών το πέρασμα κι ανθρώπινη μωρία.

Ξένοι διαβάτες που περνούν από τις Θερμοπύλες,
μαθαίνουν πως η λευτεριά κερδίζεται με αίμα,
κι αυτό το θείο άγγελμα στα πέρατα κηρύττουν:
«Είναι λαμπρός ο θάνατος στο πρόσταγμα ιδέας
κι αυτοί που θυσιάζονται, αθάνατοι θα μένουν·
κι αξίζει τέτοιος θάνατος, παρά ζωή μιζέριας».

* Α΄ βραβείο ποιήσεως Αμφικτυονίας Ελληνισμού παγκόσμιου διαγωνισμού 2017
• Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου, 2016

Κατηγορία: 'Αρθρα  | Αφήστε σχόλιο
• Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου, 2016

Κατηγορία: 'Αρθρα  | Αφήστε σχόλιο
• Κυριακή, 2 Οκτωβρίου, 2016

Κατηγορία: 'Αρθρα  | Αφήστε σχόλιο
• Παρασκευή, 19 Αυγούστου, 2016

Κατηγορία: 'Αρθρα  | Αφήστε σχόλιο
• Παρασκευή, 12 Αυγούστου, 2016

Κατηγορία: 'Αρθρα  | Αφήστε σχόλιο
• Τρίτη, 19 Ιουλίου, 2016

Κατηγορία: 'Αρθρα  | Αφήστε σχόλιο
• Τρίτη, 12 Ιουλίου, 2016

Κατηγορία: 'Αρθρα  | Αφήστε σχόλιο
• Κυριακή, 3 Ιουλίου, 2016

Θρησκείες