Κατηγορία ◊ Δανειακές Συμβάσεις-Μνημόνια ◊

• Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου, 2012

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4093 (ΦΕΚ 222 τ. Α΄ 12-11-2012)

Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμο­γής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαι­σίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016.

Άρθρο πρώτο

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α΄: ΕΓΚΡΙΣΗ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟΥ ΠΛΑΙ­ΣΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ 2013-2016

Εγκρίνεται το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονο­μικής Στρατη-γικής 2013 – 2016, το οποίο επισυνάπτεται ως Παράρτημα I στον παρόντα νόμο, αποτελεί αναπό­σπαστο μέρος του νόμου αυτού και στο οποίο περιλαμ­βάνονται για το τρέχον έτος και τα τέσσερα επόμενα έτη, κατά κύριο λόγο, τα εξής:

- Οι μεσοπρόθεσμοι στόχοι για τη Γενική Κυβέρνηση και τους επί μέρους φορείς της.

- Η περιγραφή και αξιολόγηση των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών εξελίξεων και προβλέψεων για το προηγούμενο έτος το τρέχον έτος, το έτος προϋπολο­γισμού και τα επόμενα τρία έτη.

- Οι παραδοχές των οικονομικών και δημοσιονομικών προβλέψεων (μισθολογικές και συνταξιοδοτικές εξελί­ξεις, παροχές, δαπάνες αγαθών και υπηρεσιών, δαπάνες επενδύσεων και δαπάνες τόκων).

- Οι κύριες πηγές κινδύνου για τις δημοσιονομικές προβλέψεις.

- Ο στόχος για το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης.

- Τα συνολικά ανώτατα όρια δαπανών για τη Γενική Κυβέρνηση, καθώς και τα ανώτατα όρια του Κρατικού Προϋπολογισμού, των ΟΤΑ και των ΟΚΑ για την περίοδο.

- Οι δαπάνες και τα έσοδα σε Κεντρική Κυβέρνηση, τοπική αυτοδιοίκηση, κοινωνική ασφάλιση για τα αντί­στοιχα έτη.

- Οι προβλεπόμενες δαπάνες της Κεντρικής Κυβέρ­νησης ανά Υπουργείο για τον Προϋπολογισμό του επό­μενου έτους, καθώς και οι συνολικές δαπάνες τους για την υπό εξέταση περίοδο.

- Τα έσοδα και οι δαπάνες της Κεντρικής Κυβέρνησης ανά οικονομική κατηγορία και οι προβλέψεις για τα φο­ρολογικά έσοδα, καθώς και οι δαπάνες για την περίοδο, οι εκτιμήσεις ανά οικονομική κατηγορία των ακαθάρι­στων εξόδων, εσόδων, και ελλείμματος ή πλεονάσματος του Κοινωνικού Προϋπολογισμού και των Ενοποιημένων Προϋπολογισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης.

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β΄: ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Β.1. α. Οι διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 91/1943 (Α’ 129), 1 και 2 του ν.δ. 99/1974 (Α’ 295) και της παρ. 19 του άρθρου 4    του ν. 3513/2006 (Α’ 265) παύουν να ισχύουν για όσους από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα αποκτούν για πρώτη φορά την ιδιότητα του Βουλευτή ή του Δημάρ­χου, από την επομένη της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου. Τα πρόσωπα αυτά ασφαλίζονται για κύρια σύνταξη, πρόσθετη ασφάλιση και υγειονομι­κή περίθαλψη, στους φορείς που ασφαλίζονταν πριν την εκλογή τους στα αξιώματα αυτά και ο χρόνος της θητείας τους λογίζεται ως χρόνος ασφάλισης στους φορείς αυτούς. Σε περίπτωση που δεν υφίσταται προγενέστερη κατά τα ανωτέρω ασφάλιση, για τα εν λόγω πρόσωπα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 2 του ν. 3865/2010 (Α’ 120). Οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές, όπως αυ­τές καθορίζονται από τη νομοθεσία του κάθε φορέα, βαρύνουν του μεν ασφαλισμένου τους ίδιους, του δε εργοδότη τη Βουλή ή το Δήμο, κατά περίπτωση, παρακρατούνται από τη βουλευτική αποζημίωση ή την αντιμι­σθία και αποδίδονται ανά μήνα στους οικείους φορείς. Όσα από τα ανωτέρω πρόσωπα πριν την εκλογή τους υπάγονταν στο ασφαλιστικό- συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου, οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται επί των συντάξιμων αποδοχών της οργανικής τους θέ­σης, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθο­ρίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου των προηγούμενων εδαφίων.

β. Οι διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998 (Α’ 57), αντικαθίστανται ως εξής:

«14. Οι συντάξεις των συνταξιούχων του Δημοσίου, γενικά, συμπεριλαμβανομένων όσων λαμβάνουν βου­λευτική σύνταξη ή χορηγία, οι οποίοι υπηρετούν ή προ­σλαμβάνονται σε θέσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α’ 65) και λαμβάνουν σύνταξη ή χορηγία, κατά περίπτωση και αποδοχές συγχρόνως, καταβάλ­λονται μειωμένες κατά 70% με εξαίρεση τις συντάξεις που καταβάλλονται με βάση τις διατάξεις των νόμων 1897/1990 (Α’ 120) και 1977/1991 (Α’ 185), τις εξ ιδίου δι­καιώματος πολεμικές συντάξεις που καταβάλλονται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων, καθώς και τις εξ ιδίου δικαιώματος συντάξεις παθόντων στην υπηρεσία και εξαιτίας αυτής. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν ανά­λογη εφαρμογή και για όσους λαμβάνουν σύνταξη ή χορηγία από το Δημόσιο και καταλαμβάνουν θέση εξω­κοινοβουλευτικού Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού ή Υφυπουργού. Οι διοριζόμενοι σε θέσεις προέδρων ή μελών Διοικητικών Συμβουλίων, φορέων του δημόσιου τομέα, οι οποίοι λαμβάνουν σύνταξη από το Δημόσιο ή από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης μπορούν, αντί της υπαγωγής τους στις ρυθμίσεις του προηγού­μενου εδαφίου, να επιλέξουν με υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 που απευθύνουν τόσο προς την υπηρεσία τους, όσο και προς τον οικείο ασφαλιστικό φορέα, την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις της παρ. 9 του άρθρου 6 του ν. 2469/1997 (Α’ 38)».

γ. Οι διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998, όπως τροποποιούνται με τις διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης έχουν εφαρμογή και για όσους λαμβάνουν ταυτόχρονα με τη σύνταξη ή τη χο­ρηγία, κατά περίπτωση, βουλευτική αποζημίωση ή αντι­μισθία ως αιρετά όργανα των Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού.

δ. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρ­θρου 58 του π.δ. 169/2007, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Οι ανωτέρω διατάξεις έχουν εφαρμογή και: α. για όσους λαμβάνουν, εξ’ ιδίου δικαιώματος ή κατά μεταβίβαση, βουλευτική σύνταξη ή χορηγία αιρετού ορ­γάνου των Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού, καθώς και β. για όσους λαμβάνουν σύνταξη από το Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένης και της βουλευτικής ή χορηγία και συγχρόνως βουλευτική αποζημίωση ή αντιμισθία, ως αιρετά όργανα των Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού, κατά περίπτωση».

ε. Χρόνος ασφάλισης σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, καθώς και στο Δημόσιο δεν μπορεί να χρησι­μεύσει για τη θεμελίωση ή την προσαύξηση βουλευτικής σύνταξης ή σύνταξης αιρετού οργάνου των Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού.

στ. Οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 3865/2010 αντικαθίστανται, από 1.1.2011, ως εξής:

«2. Οι δήμαρχοι διατηρούν το καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης στο οποίο υπάγονταν πριν την εκλογή τους στις ανωτέρω θέσεις, οι δε αναλογούσες κρατήσεις, υπολογίζονται επί της αντιμισθίας που λαμβάνουν, βα­ρύνουν τους ίδιους και αποδίδονται, ανά μήνα, στον οικείο φορέα».

ζ. Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 14 του ν. 3865/2010, από 1.1.2011 έχουν εφαρμογή για τα πρό­σωπα της παρ. 1 του άρθρου 93 του ν. 3852/2010 (Α’ 87), με εξαίρεση τους δημάρχους, καθώς και για τα πρόσωπα του άρθρου 182 του ίδιου ως άνω νόμου, τα οποία λαμβάνουν αντιμισθία.

η. Οι αναλογούσες εισφορές ασφαλισμένου των προ­σώπων της παρ. 1 των άρθρων 93 και 182 του ν. 3852/2010 βαρύνουν τους ίδιους.

θ. Οι καταβαλλόμενες κατά την 1.1.2013 και εφεξής κανονιζόμενες συντάξεις των βουλευτών και των αιρετών οργάνων των Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού που λαμβάνουν και δεύτερη κύρια σύνταξη από οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης ή το Δημόσιο, μειώνονται κατά 20%. Το ποσοστό της μείωσης ορίζεται σε 30% εάν τα ανωτέρω πρόσωπα λαμβάνουν και τρίτη σύνταξη συμπεριλαμβανομένης και της βουλευτικής ή της χορηγίας. Η κατά τα ανωτέρω μείωση γίνεται επί του ακαθαρί­στου ποσού της μηνιαίας βασικής σύνταξης, όπως αυτό ισχύει κατά την 31.12.2012, προ της παρακράτησης της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς της παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 4002/2011 (Α’ 180), καθώς και των μειώσεων που επιβλήθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 1 του ν. 4024/2011 (Α’ 226), του άρθρου 1 του ν. 4051/2012 (Α’ 40) και της υποπαραγράφου της παρ. 3 του άρθρου αυτού, για τον υπολογισμό των οποίων, σύμφωνα με τις οικείες διατά­ξεις, η βουλευτική σύνταξη ή χορηγία λαμβάνεται υπόψη μειωμένη κατά 20% ή 30%, κατά περίπτωση.

ι. Η εξ ιδίου δικαιώματος σύνταξη για όσα από τα πρόσωπα της προηγούμενης περίπτωσης θα θεμελιώ­σουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από την 1.1.2013 και μετά, καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας τους, με εξαίρεση όσα από αυτά είναι ανίκανα για κάθε βιοποριστικό επάγγελμα κατά ποσοστό 67% και άνω.

ια. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, κατά το μέρος που αφορούν βουλευτικές συντάξεις, έχουν εφαρμογή και για τις συντάξεις των Προέδρων και Αντιπροέδρων της Κυβέρνησης, καθώς και για αυτές των Προέδρων της Βουλής.

Β.2.α. Στο τέλος του άρθρου 56 του π.δ. 169/2007 προστί­θεται παράγραφος 15 ως εξής:

«15. α. Για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαί­ωμα από 1.1.2013 και μετά, το όριο ηλικίας καταβολής της σύνταξής τους που προβλέπεται από τις διατάξεις:

αα. των υποπεριπτώσεων βα’ και βγ’ της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, αυξάνεται στο 67ο έτος,

 ββ. της περίπτωσης β’ της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, αυξάνεται στο 62ο έτος.

β. Η σύνταξη όσων θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δι­καίωμα από 1.1.2013 και μετά, καταβάλλεται ολόκληρη με τη συμπλήρωση σαράντα (40) ετών πλήρους πραγ­ματικής συντάξιμης υπηρεσίας και του 62ου έτους της ηλικίας τους».

β. Η υποπερίπτωση γγ’ της περίπτωσης β’ της παρ. 3 του άρθρου 56 του π.δ. 169/2007 καταργείται.

γ. Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α’ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2084/1992 (Α’ 165), όπως ισχύουν, αντικαθίστανται ως εξής:

«α) Αν απομακρυνθεί της υπηρεσίας και έχει 15ετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και το 67ο έτος της ηλικίας του.

Για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από 1.1.2013 και μετά, η σύνταξη καταβάλλεται με τη συμπλήρωση 40 ετών πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας και του 62ου έτους της ηλικίας τους».

δ. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2084/1992 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Ο υπάλληλος δικαιούται μειωμένη σύνταξη μετά τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του και των χρονικών προϋποθέσεων των άρθρων 3 και 7 του νόμου αυτού».

ε. Οι διατάξεις των προηγούμενων περιπτώσεων της παρούσας υποπαραγράφου Β. 2. έχουν εφαρμογή και για τους δικαστικούς λειτουργούς και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από 1.1.2013 και μετά.

Ειδικά οι δικαστικοί λειτουργοί και τα μέλη του Νομι­κού Συμβουλίου του Κράτους που αποχωρούν υποχρε­ωτικά από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 88 του Συντάγματος, δεν υπάγο­νται σε όσες από τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προβλέπουν καταβολή της σύνταξης με τη συμπλήρω­ση του 67ου έτους της ηλικίας και συνταξιοδοτούνται άμεσα μετά την υποχρεωτική αποχώρησή τους από την υπηρεσία.

στ. Η σύνταξη όσων από τα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3660/2008 (Α’ 78) θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης με βάση τις διατάξεις του ίδιου άρθρου, από 1.1.2013  και μετά, καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους.

ζ. Το δεύτερο εδάφιο της υποπερίπτωσης εε’ της πε­ρίπτωσης β’ της παρ. 3 του άρθρου 56 του π.δ. 169/2007 αντικαθίσταται ως εξής:

«Για το προσωπικό εσωτερικής φύλαξης και εξωτε­ρικής φρούρησης των γενικών, ειδικών και θεραπευ­τικών καταστημάτων κράτησης και των ιδρυμάτων αγωγής ανηλίκων, που θεμελιώνει δικαίωμα σύνταξης από 1.1.2013 και μετά η σύνταξη καταβάλλεται ακέραια με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους ή με τη συμπλήρωση τριάντα επτά (37) ετών συντάξιμης υπηρεσίας ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας.»

η. Οι διατάξεις του πρώτου και δευτέρου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 19 του ν. 2084/1992 αντικαθίστανται από 1.1.2013 ως εξής:

«7. Υπάλληλοι και λειτουργοί του Δημοσίου, καθώς και στρατιωτικοί που έχουν ασφαλισθεί, για κύρια σύ­νταξη, σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό πριν την 1.1.1993, δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1 και 26 του π.δ. 169/2007, εφόσον αποχωρούν με αίτησή τους και έχουν συμπληρώσει 15ετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και το 67ο έτος της ηλικίας τους. Η συμπλή­ρωση της ανωτέρω 15ετούς συντάξιμης υπηρεσίας δεν συνιστά θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, κατά την έννοια των διατάξεων των προηγουμένων περι­πτώσεων».

θ. Στις περιπτώσεις που η σύνταξη, ανεξαρτήτως του χρόνου θεμελίωσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας, το όριο ηλικίας αυτό αυξάνεται στο 67ο έτος, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που το σχετικό δικαίωμα έχει αναγνωρισθεί με πράξη της αρμόδιας Διεύθυνσης Συντάξεων.

ι. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 3865/2010 (Α’ 120) και τις οικείες διατάξεις του Κανονισμού της Βουλής έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τους υπαλλήλους της Βουλής.

Β.3.α. Η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων και μερισμάτων, άνω των 1.000 ευρώ, που καταβάλλονται από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία, μειώνεται ως εξής:

Για συνολικό ποσό σύνταξης ή αθροίσματος συντά­ξεων:

αα. Άνω των 1.000,00 ευρώ και έως 1.500,00 ευρώ, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 5% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπο­λείπεται των 1.000,01 ευρώ.

ββ. Από 1.500,01 ευρώ έως και 2.000,00 ευρώ, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 10% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.425,01 ευρώ.

γγ. Από 2.000,01 ευρώ και άνω, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 15% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.800,01 ευρώ.

β. Για τον προσδιορισμό του ποσοστού μείωσης λαμβάνεται υπόψη το ποσό της μηνιαίας βασικής σύντα­ξης ή των μηνιαίων βασικών συντάξεων όπως αυτά θα έχουν διαμορφωθεί την 31.12.2012 μετά την τυχόν πα­ρακράτηση της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς της παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 4002/2011, καθώς και των τυχόν μειώσεων που επιβλήθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 1 του ν. 4024/2011 και του άρθρου 1 του ν. 4051/2012.

γ. Σε περίπτωση συρροής συντάξεων το ποσό της μείωσης επιμερίζεται αναλογικά σε κάθε φορέα ή τομέα και αποτελεί έσοδο του οικείου ασφαλιστικού φορέα ή τομέα.

δ. Εξαιρούνται των ανωτέρω μειώσεων οι συνταξιού­χοι του Δημοσίου, γενικά, οι οποίοι είναι ανίκανοι για την άσκηση κάθε βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό 80% και άνω, καθώς και τα πρόσωπα της περίπτωσης β’ της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του ν. 3865/2010.

Β.4. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, κα­θώς και το επίδομα αδείας που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2592/1998 (Α’ 57) και του άρθρου Μόνου του ν. 3847/2010 (Α’ 67) καταργούνται.

Β.5. α. Από 1.1.2013 οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 5 και της παρ. 6 του άρθρου 31 του π.δ. 169/2007 αντικα­θίστανται ως εξής:

«α. Το συνολικό ποσό σύνταξης ή συντάξεων που λαμβάνουν οι άγαμες ή διαζευγμένες θυγατέρες, από το Δημόσιο, των οποίων το συνταξιοδοτικό δικαίω­μα γεννήθηκε πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 3865/2010, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 720€. Στις περιπτώσεις καταβολής δύο συντάξεων που το άθροι­σμά τους υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό, η περικοπή του υπερβάλλοντος ποσού, διενεργείται επί της μεγαλύτε­ρης σύνταξης και εάν αυτή δεν επαρκεί περικόπτεται ανάλογα και η δεύτερη σύνταξη.

β. Από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού καταργείται η καταβολή του επιδόματος εξομάλυνσης του άρθρου 1 του ν. 3670/2008 (Α’ 117) στις συντάξεις των προσώπων της προηγούμενης περίπτωσης.

γ. Στις περιπτώσεις που στη σύνταξη συντρέχουν πε­ρισσότεροι του ενός δικαιούχοι, το ποσό της περίπτω­σης α’ επιμερίζεται σε αυτούς σε ίσες μερίδες. Ειδικά στην περίπτωση που συνδικαιούχος στη σύνταξη είναι επιζών σύζυγος, το μερίδιό του δεν παραβλάπτεται από τον κατά τα ανωτέρω περιορισμό του ποσού που ανα­λογεί στο μερίδιο των προσώπων της περίπτωσης α’.

δ. Η καταβολή της σύνταξης των άγαμων ή διαζευγ­μένων θυγατέρων αναστέλλεται, εάν όπως προκύπτει από τη φορολογική τους δήλωση του προηγούμενου οικονομικού έτους, έχουν και άλλα εισοδήματα, εκτός από την κύρια και επικουρική σύνταξή τους, τα οποία υπερβαίνουν το αναγόμενο σε ετήσια βάση ποσό της περίπτωσης α’.

Εάν τα ανωτέρω εισοδήματα δεν υπερβαίνουν το ανα­γόμενο σε ετήσια βάση ποσό της περίπτωσης α’ και το συνολικό ετήσιο πραγματικό ακαθάριστο εισόδημα των προσώπων αυτών, όπως αυτό προκύπτει από τη φορολογική τους δήλωση του προηγούμενου οικονομι­κού έτους, με συνυπολογισμό και του ποσού της κύριας σύνταξης, υπερβαίνει το αναγόμενο σε ετήσια βάση ποσό της περίπτωσης α’, η κύρια σύνταξη μειώνεται κατά το υπερβάλλον ποσό.

ε. Από την αναστολή ή την περικοπή της σύνταξης σύμφωνα με τα οριζόμενα στις περιπτώσεις δ’ και ε’ δεν επωφελούνται τα τυχόν συνδικαιούχα πρόσωπα.

στ. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν έχουν εφαρμογή για όσα από τα πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτές είναι ανήλικα ή ανάπηρα κατά ποσοστό 67% και άνω ή σπουδάζουν και υπό τις προϋποθέσεις της περίπτωσης δ’ της παρ. 1 του άρθρου 5 του Κώδικα αυτού».

β. Από 1.1.2013 οι καταβαλλόμενες από το Δημόσιο στα ανωτέρω πρόσωπα συντάξεις αναπροσαρμόζονται οίκοθεν από τις αρμόδιες Διευθύνσεις Συντάξεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υποπαράγραφο αυτή.

γ. Οι διατάξεις της υποπαραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή και για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του π.δ. 167/2007 (Α’ 208) και του π.δ. 168/2007 (Α’ 209).

δ. Οι διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 των άρθρων 5 και 31, αντίστοιχα, του π.δ. 169/2007, της παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 3865/2010, καθώς και αυτές της παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 3865/2010 κατά το μέρος που πα­ραπέμπουν στις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3620/2007, καταργούνται. Σχετικές αιτήσεις που έχουν υποβληθεί στις αρμόδιες Διευθύνσεις Συντάξεων, μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού, εξετάζονται με βάση τις καταργούμενες διατάξεις.

Β.6. Οι διατάξεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 2 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου: «Μέτρα ενίσχυσης των χαμηλοσυνταξιούχων» (Α’ 211) που κυρώθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2453/1997 (Α’ 4), όπως ισχύει, αντι­καθίσταται από 1.1. 2014 ως εξής:

«Έχουν συμπληρώσει το 64ο έτος της ηλικίας τους».

Β.7. Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων των προηγουμένων υποπαραγράφων, καταργείται κάθε διάταξη που αντίκειται σε όσα ρυθμίζονται με τις δια­τάξεις των προηγούμενων υποπαραγράφων.

Β.8. Η ισχύς των διατάξεων των προηγουμένων παραγρά­φων αρχίζει από 1.1.2013, εκτός εάν διαφορετικά προ- βλέπεται στις επί μέρους διατάξεις των παραγράφων αυτών.

Β.9. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται αναλόγως και για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. που διέπονται από το ίδιο με τους δη­μοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθεστώς, είτε οι συντάξεις τους βαρύνουν το Δημόσιο είτε τους οικείους φορείς, καθώς και για το προσωπικό του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος και των υπαλλήλων των ασφα­λιστικών Ταμείων του προσωπικού των Σιδηροδρομι­κών Δικτύων, που διέπονται από το καθεστώς του ν.δ. 3395/1955 (Α’ 276).

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ΄: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Γ. 1.- Μισθολογικές διατάξεις του Δημόσιου τομέα:

1. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνά­μεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013.

2. Αναστέλλεται μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή των δι­ατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β’ του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α’ 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31.10.2012.

3. Από 1.1.2013 η αντιμισθία των προέδρων των δημο­τικών και περιφερειακών συμβουλίων μειώνεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) επί του ποσού που καταβάλ­λεται στις 31.12.2012.

4. Από 1.1.2013 τα μέλη των δημοτικών συμβουλίων, των οικονομικών επιτροπών των δήμων, των επιτροπών ποιότητας ζωής και των λοιπών επιτροπών των δημοτι­κών συμβουλίων των δήμων, καθώς και των διοικητικών επιτροπών του άρθρου 164 του ν. 3852/2010 (Α’ 87) δεν λαμβάνουν αποζημίωση για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις των ανωτέρω οργάνων.

5. Από 1.1.2013, οι αποδοχές, οι αποζημιώσεις, τα έξοδα παράστασης και οι πάσης φύσεως αμοιβές των Διοι­κητών, Υποδιοικητών, των Προέδρων, Αντιπροέδρων, Διευθυνόντων Συμβούλων, καθώς και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των Ιδρυμάτων και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου των Δήμων και των Περι­φερειών, καθώς και των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου αυτών, συμπεριλαμβανομένων των Συνδέσμων των Ο.Τ.Α., αλλά και των ανωνύμων εταιρειών, στις οποίες οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης κατέχουν ποσοστό πάνω από το 50% του μετοχικού κεφαλαίου, μειώνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).

6. α. Ο βασικός μισθός του Γενικού Γραμματέα Υπουρ­γείου και του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοί­κησης της παραγράφου 1Α του διατακτικού της απόφα­σης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με αριθμό α2/57332/0022/27.7.2012 (ΥΟΔΔ 358), διαμορφώνεται, από

1.1.2013, στο ποσό των τριών χιλιάδων τετρακοσίων πε­νήντα ευρώ (3.450 €).

β. Ο βασικός μισθός του Ειδικού Γραμματέα Υπουργεί­ου της παραγράφου 1Β της απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με αριθμό 2/57332/0022/27.7.2012 (ΥΟΔΔ 358), διαμορφώνεται, από 1.1.2013, στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €).

7. α. Η περίπτωση δ’ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 αντικαθίσταται, από 1.1.2013, ως εξής:

«δ) Οι υπάλληλοι της Βουλής, σύμφωνα με τα ειδικό­τερα οριζόμενα στον Κανονισμό της, το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και της Προεδρίας της Δημοκρατίας».

β. Από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 διαγράφονται, από 1.1.2013, οι λέξεις «το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών».

γ. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας και Οικο­νομικών καθορίζεται το σύστημα βαθμολογικής εξέλιξης και το μισθολόγιο που εφαρμόζεται για το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών από 1.1.2013 και εφεξής, σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες της Υπηρεσίας αυτής».

8. Οι αποδοχές, οι αποζημιώσεις, τα έξοδα παράστα­σης και οι αμοιβές εν γένει, που καταβάλλονται στους Προέδρους, Αντιπροέδρους και τα μέλη των Ανεξάρ­τητων Διοικητικών Αρχών (ΑΔΑ), καθώς και στους Διοι­κητές, Υποδιοικητές, στους Προέδρους, Αντιπροέδρους, Διευθύνοντες Συμβούλους και στα μέλη του Δ.Σ. των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ν.Π.Ι.Δ. της περίπτωσης 12 της παρού­σας υποπαραγράφου, επιφυλασσομένων των διατάξεων της περίπτωσης 5, μειώνονται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%), από 1.1.2013. Η παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3833/2010 (Α’ 40) καταργείται από 1.1.2013.

9. Το χρονοεπίδομα που προβλέπεται στην παράγρα­φο 1 του διατακτικού της κοινής υπουργικής απόφασης με αριθμό 2/17132/0022/28.2.2012 (Β’ 498) καταργείται από 1.1.2013.

10.  Οι διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 55 του ν. 4075/2012 (Α’ 89) καταργούνται από τότε που ίσχυσαν.

11.  Από 1.1.2013 καταργείται η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 58 του ν. 3528/2007 (Α’ 26) προσαύξηση αποδοχών σε όσους χορηγείται άδεια υπηρεσιακής εκπαίδευσης στο εσωτερικό. Στους υπαλλήλους που χορηγείται άδεια για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο εξωτερικό, για τον υπο­λογισμό της προσαύξησης λαμβάνεται υπόψη μόνο ο βασικός μισθός.

12.  Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δι­καίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, δι­ορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α’ του ν. 3429/2005 (α’ 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α’ 212).

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρ­νησης, οι οποίες μπορούν να ανατρέχουν στην έναρ­ξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, μπορούν να ρυθμίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής των προηγούμενων εδαφίων.

Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2.

13. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 29 του ν. 3205/2003 (Α’ 297) αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:

«1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός όλων των βαθμών της ιεραρχίας των δικαστικών λειτουργών του Συμβουλί­ου της Επικρατείας (Σ.τ.Ε.), των Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων, του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ε.Σ.), των Τα­κτικών Διοικητικών Δικαστηρίων (Τ.Δ.Δ.) και της Γενι­κής Επιτροπείας αυτών, καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του βαθμού του Πρωτοδίκη και των αντίστοιχων με αυτόν βαθμών, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

 α. Πρόεδρος Σ.τ.Ε., Πρόεδρος και Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου (Α.Π.), Πρόεδρος του Ε.Σ., Γενικός Επί­τροπος της Επικρατείας του Ε.Σ., Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των Τ.Δ.Δ. 1.70

β. Αντιπρόεδρος του Σ.τ.Ε., του Α.Π. και του Ε.Σ., Επίτροπος της Επικρατείας του Ε.Σ. και Επίτροπος της Επικρατείας των Τ.Δ.Δ. 1.62

γ. Σύμβουλος της Επικρατείας, Αρεοπαγίτης, Αντει­σαγγελέας του Α.Π., Σύμβουλος και Αντεπίτροπος του Ε.Σ., Αντεπίτροπος Επικρατείας των Τ.Δ.Δ., Πρόεδρος και Εισαγγελέας Εφετών και Πρόεδρος Εφετών Διοικη­τικών Δικαστηρίων 1.42

δ. Πάρεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Εφέτης, Αντεισαγγελέας Εφετών, Πάρεδρος του Ε.Σ. και Εφέτης Διοικητικών Δικαστηρίων 1.27

ε. Πρόεδρος και Εισαγγελέας Πρωτοδικών, Πρόεδρος Πρωτοδικών Διοικητικών Δικαστηρίων και Ειρηνοδίκης Α’ Τάξης 1.13

 στ. Εισηγητής του Σ.τ.Ε. και του Ε.Σ., Πρωτοδίκης, Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών, Πρωτοδίκης Διοικητικών Δικαστηρίων και Ειρηνοδίκης Β’ Τάξης 1,00

 ζ. Δόκιμος Εισηγητής του Σ.τ.Ε. και του Ε.Σ., Πάρεδρος Πρωτοδικείου, Πάρεδρος Εισαγγελίας, Πάρεδρος Πρω­τοδικείου των Διοικητικών Δικαστηρίων και Ειρηνοδίκης Γ’ Τάξης. 0.85 η. Ειρηνοδίκης Δ’ Τάξης 0.77

2. Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της προηγούμενης παραγράφου ο μηνιαίος βασικός μισθός του Πρωτοδίκη ορίζεται σε χίλια επτακόσια εβδομήντα οκτώ (1.778) ευρώ».

14.    Οι παράγραφοι 3, 5, και 6 του άρθρου 30 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:

«3. Για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπε­ραίωση των υποθέσεων, καθώς και για την αντιστάθμιση δαπανών στις οποίες υποβάλλονται κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους (δημιουργία και ενημέρω­ση βιβλιοθήκης, οργάνωση γραφείου), οριζόμενο κατά βαθμό ως εξής:

α. Ειρηνοδίκες Γ’ και Δ’ Τάξης, Δόκιμος Εισηγητής του Σ.τ.Ε. και αντίστοιχοι, τριακόσια δέκα έξι ευρώ (316 €).

β. Εισηγητής  Σ.τ.Ε. και αντίστοιχοι, τετρακόσια είκοσι ευρώ (420 €).

γ. Πρόεδρος Πρωτοδικών και αντίστοιχοι, τετρακόσια πενήντα έξι ευρώ (456 €).

δ. Πάρεδρος Σ.τ.Ε. και αντίστοιχοι, τετρακόσια εξήντα ευρώ (460 €).

ε. Πρόεδρος Εφετών, Σύμβουλος της Επικρατείας και αντίστοιχοι, τετρακόσια εβδομήντα ευρώ (470 €).

στ. Αντιπρόεδρος και αντίστοιχοι, τετρακόσια ογδό­ντα πέντε ευρώ (485 €).

ζ. Πρόεδρος και αντίστοιχοι, πεντακόσια ευρώ (500 €)».

«5. Πάγια αποζημίωση, λόγω των ειδικών συνθηκών προσφοράς υπηρεσιών (πολύωρη παραμονή στην έδρα, απασχόληση χωρίς ωράριο εργασίας, κατ’ οίκον εργα­σία, προσφορά υπηρεσιών σε παραμεθόριες και προ­βληματικές περιοχές), οριζόμενη κατά βαθμό ως εξής: Για δικαστικούς λειτουργούς από το βαθμό του Προ­έδρου Πρωτοδικών και αντίστοιχων, μέχρι και το βαθ­μό του Προέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου πεντακόσια εξήντα ευρώ (560 €).

Για δικαστικούς λειτουργούς από το βαθμό του Ειρη­νοδίκη Δ’ Τάξης μέχρι και το βαθμό του Εισηγητή του Σ.τ.Ε. και αντίστοιχων, τετρακόσια εξήντα ευρώ (460 €).

6. Αποζημίωση εξόδων παράστασης στους δικαστές που φέρουν βαθμό Προέδρου, Αντιπροέδρου και Συμ­βούλου Επικρατείας ή αντίστοιχους, οριζόμενη κατά βαθμό ως εξής:

Πρόεδρος Σ.τ.Ε. και αντίστοιχοι, διακόσια σαράντα δύο € (242).

Αντιπρόεδρος Σ.τ.Ε. και αντίστοιχοι, εκατόν εξήντα ένα € (161).

Σύμβουλος Επικρατείας και αντίστοιχοι, εκατόν είκοσι ένα € (121).

Η αποζημίωση αυτή δεν παρέχεται σε δικαστικούς λειτουργούς που δεν φέρουν τους ανωτέρω βαθμούς ανεξαρτήτως της τυχόν μισθολογικής εξομοίωσης προς αυτούς».

15. α. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 32 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:

«1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβου­λίου του Κράτους καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του βαθμού του Δικαστικού Αντιπροσώπου, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

α. Πρόεδρος                                                       1,70

β. Αντιπρόεδρος                                               1,62

γ. Σύμβουλος                                                     1,42

δ. Πάρεδρος                                                        1,27

ε. Δικαστικός Αντιπρόσωπος Α’ Τάξεως   1,13

στ. Δικαστικός Αντιπρόσωπος                    1,00

ζ. Δόκιμος Δικαστικός Αντιπρόσωπος       0,85.

2. Για τη διαμόρφωση των βασικών μισθών της προη­γούμενης παραγράφου ο μηνιαίος βασικός μισθός του Δικαστικού Αντιπροσώπου ορίζεται σε χίλια επτακόσια εβδομήντα οκτώ ευρώ (1.778 €)».

β. Οι παράγραφοι 3, 5 και 6 του άρθρου 33 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής:

«3. Για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπε­ραίωση των υποστηριζόμενων ενώπιον των δικαστηρίων υποθέσεων του Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και για την αντιστάθμιση δαπανών στις οποίες υποβάλλονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οριζόμενο κατά βαθμό ως εξής:

α. Δόκιμος Δικαστικός Αντιπρόσωπος τριακόσια δέκα έξι € (316).

β. Δικαστικός Αντιπρόσωπος τετρακόσια είκοσι ευρώ (420 €).

γ. Δικαστικός Αντιπρόσωπος Α’ Τάξης τετρακόσια πενήντα έξι  €(456 ).

δ. Πάρεδρος τετρακόσια εξήντα ευρώ (460 €).

ε. Σύμβουλος τετρακόσια εβδομήντα ευρώ (470 €).

στ. Αντιπρόεδρος τετρακόσια ογδόντα πέντε ευρώ (485 €).

ζ. Πρόεδρος πεντακόσια ευρώ (500 €)».

«5. Πάγια αποζημίωση, λόγω της πολύωρης παραμονής στα δικαστήρια, της απασχόλησής τους χωρίς ωράριο εργασίας, καθώς και των ειδικών συνθηκών προσφοράς υπηρεσιών σε παραμεθόριες περιοχές, οριζόμενη κατά βαθμό ως εξής:

Δικαστικός Αντιπρόσωπος Α’ Τάξης μέχρι Πρόεδρο πεντακόσια εξήντα ευρώ (560 €).

Δόκιμος και Δικαστικός Αντιπρόσωπος τετρακόσια εξήντα ευρώ (460 €).

6. Αποζημίωση εξόδων παράστασης οριζόμενη κατά βαθμό ως εξής:

Πρόεδρος διακόσια σαράντα δύο ευρώ (242 €), Αντι­πρόεδρος εκατόν εξήντα ένα ευρώ (161 €), Σύμβουλος εκατόν είκοσι ένα ευρώ (121 €)».

16. Ι) Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 34 του ν. 3205/2003 (Α’ 297) αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής:

«1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός όλων των βαθμών της ιεραρχίας των Ιατροδικαστών του Υπουργείου Δικαιο­σύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθο­ρίζεται με βάση το βασικό μισθό του βαθμού Ιατροδι­καστή Δ’ Τάξεως, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

Ιατροδικαστής Α΄ Τάξεως

1,45

Ιατροδικαστής Β΄ Τάξεως

1,31

Ιατροδικαστής Γ΄ Τάξεως

1,16

Ιατροδικαστής Δ΄ Τάξεως

1,00

2. Για τη διαμόρφωση των βασικών μισθών της προηγούμενης παραγράφου, ο μηνιαίος βασικός μισθός του Ιατροδικαστή Δ Τάξεως ορίζεται σε χίλια είκοσι τρία ευρώ (1.023 €)».

ΙΙ) Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 35 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:

«3. Ειδικό επίδομα ιατροδικαστικής υπηρεσίας για την ανθυγιεινή και επικίνδυνη εργασία τους, καθώς και για την απασχόλησή τους πέρα από το υποχρεωτικό ωράριο, κατά τις απογευματινές και νυκτερινές ώρες ή κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, οριζόμενο για όλους τους Ιατροδικαστές σε οκτακόσια είκοσι έξι ευρώ (826 €).

4. Στους Ιατροδικαστές του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων χορηγείται, λόγω των ειδικών συνθηκών προσφοράς υπηρεσιών, της απασχόλησής τους χωρίς ωράριο εργασίας, καθώς και για τη δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης, πά­για αποζημίωση οριζόμενη κατά μήνα, για όλους τους βαθμούς της ιεραρχίας, σε διακόσια ενενήντα δύο ευρώ (292 €)».

17.  Ι) Η παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 3205/2003 αντικα­θίσταται, από 1.8.2012, ως εξής:

«1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός όλων των βαθμίδων των μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) των Πανεπιστημίων με πλήρη απασχόληση, καθορίζε­ται με βάση το βασικό μισθό του Λέκτορα, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

α. Καθηγητής                                                    1,37

β. Αναπληρωτής Καθηγητής                        1,25

γ. Επίκουρος Καθηγητής                               1,08

δ. Λέκτορας                                                        1,00

Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της παραγράφου αυτής ο μηνιαίος βασικός μισθός του Λέ­κτορα ορίζεται σε χίλια εξήντα πέντε ευρώ (1.065 €)».

ΙΙ) Οι περιπτώσεις β’, γ’, δ’ και στ’ της παρ. 2 και η παρ. 4 του άρθρου 36 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:

«2.β. Διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής πα­νεπιστημιακής απασχόλησης εντός των Πανεπιστημίων, οριζόμενο ως εξής:

i.   Καθηγητής                                                    390 €

ii.  Αναπληρωτής Καθηγητής                       368 €

iii.  Επίκουρος Καθηγητής                             335 €

iv.   Λέκτορας                                                     300 €

Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους δικαιούχους και κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής τους άδειας.

γ. Πάγια αποζημίωση, για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως εξής:

i.   Καθηγητής                                                      273 €

ii   Αναπληρωτής Καθηγητής                         184 €

iii.  Επίκουρος Καθηγητής                               128 €

iv.   Λέκτορας                                                       128 €

δ. Ειδικό ερευνητικό, για την εκτέλεση μεταδιδακτορι­κής έρευνας και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, οριζόμενο ως εξής:

i.   Καθηγητής                                                       226 €

ii   Αναπληρωτής Καθηγητής                          215 €

iii.  Επίκουρος Καθηγητής                                200 €

iv.  Λέκτορας                                                         184 €

στ. Έξοδα παράστασης στους Πρυτάνεις, Αντιπρυτάνεις, Κοσμήτορες και Προέδρους Τμημάτων, οριζόμενα ως εξής:

i.   Πρύτανης                                                        250 €

ii.  Αντιπρύτανης                                               200 €

iii. Κοσμήτορας ή Πρόεδρος Τμήματος      210 €

4. Τα ποσά των περιπτώσεων i των εδαφίων β’, γ’ και δ’ της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου προσαυξά­νονται κατά εβδομήντα ευρώ (70 €) με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε (25) ετών υπηρεσίας».

18. α. Η παρ. 1 του άρθρου 3 του π.δ. 118/2002 (Α’ 99) αντικαθίσταται, από 1.8.2012, ως εξής:

«1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των μελών Ε.Ε.ΔΙ.Π., καθορίζεται ανά βαθμίδα σε ποσοστό επί του εκάστοτε βασικού μισθού του μέλους Δ.Ε.Π. Α.Ε.Ι. της βαθμίδας του Λέκτορα, ως εξής:

Βαθμίδα

Κλάδος Ι

          Κλάδος ΙΙ

 
 

ΠΕ

ΠΕ

ΤΕ

Δ

0,90

0,85

0,81

Γ

0,92

0,89

0,85

Β

Α

0,96

0,98

0,92

0,97

0,89

0,92

β. Οι περιπτώσεις iii και iv της παρ. 2 του άρθρου 3 του π.δ. 118/2002 αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:

«iii) Επίδομα διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής πανεπιστημιακής απασχόλησης εντός του Πα­νεπιστημίου οριζόμενο στο ποσό των εκατόν ενενήντα πέντε (195) ευρώ μηνιαίως για την κατηγορία ΠΕ του κλάδου Ι, στο ποσό των εκατόν πενήντα (150) ευρώ για την κατηγορία ΠΕ του κλάδου ΙΙ και στο ποσό των εκατόν τριάντα πέντε (135) ευρώ για την κατηγορία ΤΕ του κλάδου ΙΙ.

iv) Πάγια μηνιαία αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και συμμετοχής σε συνέδρια οριζόμενη στο ποσό των ογδόντα τριών (83) ευρώ για την κατηγορία ΠΕ του κλάδου Ι, στο ποσό των εξήντα τεσσάρων (64) ευρώ για την κατηγορία ΠΕ του κλάδου ΙΙ και στο ποσό των πενήντα ενός (51) ευρώ για την κατηγορία ΤΕ του κλάδου ΙΙ».

γ. Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 3 του π.δ. 118/2002 αντικαθίστανται, από 1.8.2012, ως εξής:

«4. Στους κατόχους διδακτορικού διπλώματος χο­ρηγείται ειδικό ερευνητικό επίδομα για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας οριζόμενο στο ποσό των ογδόντα εννέα (89) ευρώ μηνιαίως για τα μέλη Ε.Ε.ΔΙ.Π. κλάδου Ι και στο ποσό των εξήντα οκτώ (68) ευρώ για τα μέλη Ε.Ε.ΔΙ.Π. κλάδου ΙΙ.

5. Τα σύμφωνα με τα στοιχεία (iii) και (iv) της παραγρά­φου 2 του παρόντος άρθρου χορηγούμενα επιδόματα και μηνιαίες αποζημιώσεις, όπως επίσης και το χορηγού­μενο ειδικό ερευνητικό επίδομα κατά την παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, προσαυξάνονται κατά δέκα (10) ευρώ για κάθε πενταετία πραγματικής υπηρεσίας που συμπληρώνεται στην καταληκτική βαθμίδα ύστερα από την με οποιονδήποτε τρόπο ένταξη σε αυτή».

δ. Οι υποπεριπτώσεις iii και iv της περίπτωσης β’ της παρ. 6 του άρθρου 3 του π.δ. 118/2002 αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής:

«iii) Επίδομα διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής πανεπιστημιακής απασχόλησης εντός του Πανε­πιστημίου οριζόμενο στο ποσό των εκατόν πέντε (105) ευρώ μηνιαίως.

iv) Πάγια μηνιαία αποζημίωση για δημιουργία και ενη­μέρωση βιβλιοθήκης και συμμετοχή σε συνέδρια οριζό­μενη στο ποσό των τριάντα (30) ευρώ».

19.    Η παράγραφος 1 και οι περιπτώσεις β’, γ’, δ’, στ’ και η’ της παραγράφου 2 του άρθρου 30 του ν. 3187/2003 (Α’ 233) αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής:

«1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός όλων των βαθμίδων των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Σ.Ε.Ι. καθορίζεται με βάση το βασικό μηνιαίο μισθό του Λέκτορα, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

α. Καθηγητής                              1,37    

β. Αναπληρωτής Καθηγητής 1,22

γ. Επίκουρος Καθηγητής        1,11

δ. Λέκτορας                                 1,00

Ο βασικός μηνιαίος μισθός του Λέκτορα ορίζεται σε εννιακόσια πενήντα τέσσερα (954) ευρώ».

«2.β. Διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής απασχόλησης εντός των Α.Σ.Ε.Ι., το οποίο ορίζεται ως εξής:

Ι. Καθηγητής                               380 ευρώ

ΙΙ. Αναπληρωτής Καθηγητής 363 ευρώ

ΙΙΙ. Επίκουρος Καθηγητής       294 ευρώ

ΙV. Λέκτορας                                208 ευρώ

γ. Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, η οποία ορίζεται ως εξής:

Ι. Καθηγητής                               260 ευρώ

ΙΙ. Αναπληρωτής Καθηγητής 180 ευρώ

ΙΙΙ. Επίκουρος Καθηγητής      120 ευρώ

ΙV. Λέκτορας                               115 ευρώ

δ. Ειδικό ερευνητικό επίδομα για την εκτέλεση μεταδι­δακτορικής έρευνας και την ταχύτερη και αποτελεσμα­τικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, το οποίο ορίζεται ως εξής:

Ι. Καθηγητής                               218 ευρώ

ΙΙ. Αναπληρωτής Καθηγητής 195 ευρώ

ΙΙΙ. Επίκουρος Καθηγητής       170 ευρώ

ΙV. Λέκτορας                                111 ευρώ

στ. Έξοδα παράστασης στους Διευθυντές Τομέων και στον Πρόεδρο Ακαδημαϊκών Θεμάτων οριζόμενα σε εκατόν σαράντα (140) ευρώ.

η. Τα ποσά των περιπτώσεων Ι των στοιχείων β’, γ’ και δ’ της παραγράφου αυτής προσαυξάνονται κατά σα­ράντα (40) ευρώ με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε ετών υπηρεσίας».

20. Η παρ. 4 του άρθρου 30 του ν. 3187/2003 αντικα­θίσταται από 1.8.012 ως εξής:

«4. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των μελών Ε.Ε.ΔΙ.Π. των Α.Σ.Ε.Ι. καθορίζεται ανά βαθμίδα ως γινόμενο του εκάστοτε βασικού μισθού του μέλους Δ.Ε.Π. Α.Σ.Ε.Ι. της βαθμίδας του Λέκτορα, επί τους κατωτέρω συντελεστές ως εξής:

Βαθμίδα

Κλάδος Ι

         Κλάδος ΙΙ

 

 

ΠΕ

ΠΕ

ΤΕ

Δ

0,93

0,81

0,80

Γ

0,94

0,88

0,84

Β

0,95

0,92

0,88

Α

0,98

0,97

0,92».

21. Ι) Η παρ. 1 του άρθρου 37 του ν. 3205/2003 αντικα­θίσταται από 1.8.2012 ως εξής:

«1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των μελών Εκπαιδευτι­κού Προσωπικού των Ανώτατων Τεχνολογικών Εκπαι­δευτικών Ιδρυμάτων (Ε.Π. Τ.Ε.Ι.), καθώς και των μελών Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.), καθορίζεται με βάση το βασικό μηνιαίο μισθό του Καθηγητή Εφαρ­μογών, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

α. Καθηγητής                                                    1,37

β. Αναπληρωτής Καθηγητής                       1,25

γ. Επίκουρος Καθηγητής                              1,13

δ. Καθηγητής Εφαρμογών                           1,00

ε. Μέλος Ε.ΔΙ.Π.                                                1,00

Ο βασικός μηνιαίος μισθός του Καθηγητή Εφαρμογών ορίζεται σε εννιακόσια εξήντα ευρώ (960 €)».

ΙΙ) Οι περιπτώσεις β’, γ’, δ’ και στ’ της παραγράφου 2 και η παράγραφος 3 του άρθρου 37 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής:

«2.β. Διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής απασχόλησης εντός των Τ.Ε.Ι., οριζόμενο, ως ακολούθως:

i.   Καθηγητής:                                                    383 €

ii.  Αναπληρωτής Καθηγητής:                       350 €

iii.   Επίκουρος Καθηγητής:                            285 €

iv.   Καθηγητής Εφαρμογών:                         200 €

v.    Μέλος Ε.ΔΙ.Π.:                                                86 €

Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους δικαιούχους και κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής τους άδειας.

γ. Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης, και για συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως ακολούθως:

i.   Καθηγητής                                                    218 €

ii.   Αναπληρωτής Καθηγητής                      180 €

iii.  Επίκουρος Καθηγητής                             125 €

iv.  Καθηγητής Εφαρμογών                           110 €

v.  Μέλος Ε.ΔΙ.Π.                                                   66 €

δ. Ερευνητικό επίδομα τεχνολογικής έρευνας οριζό­μενο ως εξής:

αα. Για τους κατέχοντες μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών:

i.   Καθηγητής:                                                    205 €

ii.   Αναπληρωτής Καθηγητής:                      185 €

iii.   Επίκουρος Καθηγητής:                            165 €

iv.   Καθηγητής Εφαρμογών:                         115 €

ββ. Για τους μη κατέχοντες μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών:

i.   Καθηγητής:                                                     135 €

ii.   Αναπληρωτής Καθηγητής:                       120 €

iii.   Επίκουρος Καθηγητής:                             105 €

iv.   Καθηγητής Εφαρμογών:                             70 €

στ. Έξοδα παράστασης στους Προέδρους, Αντιπροέ­δρους, Διευθυντές Σχολών και Προϊσταμένους Τμήματος οριζόμενα κατά μήνα ως ακολούθως:

i.   Πρόεδρος                                                       250 €

ii.   Αντιπρόεδρος                                              210 €

iii.   Διευθυντής Σχολής                                   210 €

iv.   Προϊστάμενος Τμήματος και Διευθυντής

Κέντρου Ξένων Γλωσσών και Φυσικής Αγωγής  100 €

III) Τα ποσά των περιπτώσεων i των στοιχείων β’, γ’ και δ’ της παραγράφου αυτής προσαυξάνονται κατά πενήντα ευρώ (50 €) με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε ετών υπηρεσίας.

Τα ποσά των περιπτώσεων ii των στοιχείων β’, γ’ και δ’ ββ. της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού προσαυξάνο­νται κατά τριάντα πέντε ευρώ (35 €) με τη συμπλήρωση 25 ετών υπηρεσίας για όσους κατέχουν προσωποπαγή θέση Αναπληρωτή Καθηγητή.

Την ανωτέρω προσαύξηση δικαιούνται, μετά τη συμπλήρωση 25 ετών υπηρεσίας, και όσοι κατέχουν προσωποπαγή θέση Αναπληρωτή Καθηγητή και δεν διαθέτουν διδακτορικό δίπλωμα σπουδών, αλλά μόνο μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών».

22. Ι) Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 38 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:

«1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των Ερευνητών που υπηρετούν σε Εθνικά Ερευνητικά Κέντρα και ανεξάρτη­τα Ερευνητικά Ινστιτούτα, τα οποία διέπονται από τις διατάξεις του ν. 1514/1985 (Α’ 13), καθώς και σε κέντρα έρευνας της Ακαδημίας Αθηνών καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό της βαθμίδας του Ερευνητή Δ’, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

α. Ερευνητής Α’     1,37

β. Ερευνητής Β’     1,25

γ. Ερευνητής Γ’     1,08

δ. Ερευνητής Δ’     1,00

Για τη διαμόρφωση των ανωτέρω νέων βασικών μι­σθών, ο βασικός μηνιαίος μισθός του Ερευνητή Δ’ ορί­ζεται σε χίλια είκοσι ευρώ (1.020 €).

2. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των Ειδικών Λειτουρ­γικών Επιστημόνων (Ε.Λ.Ε.) των ανωτέρω Ερευνητικών Κέντρων και ανεξάρτητων Ερευνητικών Ινστιτούτων καθορίζεται, με βάση το βασικό μισθό του Ειδικού Λει­τουργικού Επιστήμονα Δ’, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

α. Ε.Λ.Ε. Α’                          1,28

β. Ε.Λ.Ε. Β’                          1,16

γ. Ε.Λ.Ε. Γ’                           1,06

δ. Ε.Λ.Ε. Δ’                           1,00

Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της πα­ραγράφου αυτής, ο μηνιαίος βασικός μισθός του Ε.Λ.Ε. Δ’ ορίζεται σε εννιακόσια σαράντα πέντε ευρώ (945 €)».

ΙΙ) Οι περιπτώσεις β’, γ’ και ε’ της παρ. 3 και οι παρά­γρ. 5 και 6 του άρθρ. 38 του ν. 3205/2003, αντι­καθίστανται από 1.8.2012 ως εξής:

«3.β. Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως εξής:

i. Ερευνητές Α’

273 €

Ερευνητές Β’

184 €

Ερευνητές Γ’

128 €

Ερευνητές Δ’

128 €

ii. Ε.Λ.Ε. Α’

263 €

Ε.Λ.Ε. Β’

143 €

Ε.Λ.Ε. Γ’

  75 €

Ε.Λ.Ε.Δ’

  75 €

γ. Ειδικό ερευνητικό, για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας, καθώς και την ταχύτερη και αποτελεσμα­τικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, οριζόμενο, ως εξής:

i. Ερευνητές Α’

226 €

 

Ερευνητές Β’

215 €

 

Ερευνητές Γ’

200 €

 

Ερευνητές Δ’

184 €

 

ii. Ε.Λ.Ε. Α’

190 €

 

Ε.Λ.Ε. Β’

152 €

 

Ε.Λ.Ε. Γ’

117 €

 

Ε.Λ.Ε.Δ’

  90 €».

 

       

«ε. Ραδιενέργειας, στους Ερευνητές και στους Ειδι­κούς Λειτουργικούς Επιστήμονες του Εθνικού Κέντρου Έρευνας Φυσικών Επιστημών (Ε.Κ.Ε.Φ.Ε.) «ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ», οριζόμενο, κατά ζώνη, ως εξής:

Ζώνη Α’                                                 238 €

Ζώνη Β’                                                 132 €

Ζώνη Γ’                                                   79 €

Το επίδομα αυτό καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπη­ρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους που δικαιολογείται η καταβολή του, η οποία θα βεβαιώνεται, κάθε μήνα, από τον οικείο προϊστάμενο.

Σε περίπτωση απομάκρυνσης των υπαλλήλων για οποιονδήποτε λόγο από τα καθήκοντα, τις θέσεις και τις συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν τη χορήγηση του επιδόματος αυτού, διακόπτεται ισοχρόνως και η κατα­βολή του με ευθύνη του οικείου προϊσταμένου. Η κα­τανομή του προσωπικού σε ζώνες (Α’, Β’, Γ’) θα γίνεται στην αρχή κάθε εξαμήνου».

«5. Οι αποδοχές των Διευθυντών των ερευνητικών κέντρων, των ινστιτούτων τους και των αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων, καθώς και του Προέδρου της Ε.Ε.Α.Ε. είναι ο βασικός μισθός του ερευνητή Δ’ με συ­ντελεστή 1,7 στρογγυλοποιούμενος στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ, μαζί με όλα τα Επιδόματα, τις παροχές και τις αποζημιώσεις, όπως αυτές ορίζονται στις παραγρά­φους 3 και 4 του παρόντος άρθρου με τις προϋποθέσεις καταβολής τους. Πέραν των αποδοχών αυτών, στους Διευθυντές αυτούς καταβάλλεται και Επίδομα θέσης ευθύνης, ύψους τετρακοσίων ευρώ (400 €) το μήνα για τους Διευθυντές των Ινστιτούτων των ερευνητικών κέ­ντρων και των αυτοτελών ερευνητικών ινστιτούτων και πεντακοσίων ευρώ (500 €) για τους Διευθυντές των ερευνητικών κέντρων. Διευθυντές που είναι μέλη Δ.Ε.Π. εισπράττουν ολόκληρο το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, ανάλογα με τα έτη προϋπηρεσίας που αναγνωρίζονται από το οικείο Α.Ε.Ι.

6. Προκειμένου περί Ερευνητών Α’ τα ποσά των πε­ριπτώσεων i των εδαφίων β’ και γ’ της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού προσαυξάνονται κατά εβδομήντα ευρώ (70 €), με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε (25) ετών υπηρεσίας».

23.  α. Η παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3205/2003, αντι­καθίσταται από 1.8.2012 ως εξής:

«1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός του ερευνητικού προσω­πικού του Κ.Ε.Π.Ε. καθορίζεται με βάση το βασικό μηνιαίο μισθό του Συνεργάτη Β’, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

α. Ερευνητής Α’

1,37

β. Ερευνητής Β’

1,28

γ. Ερευνητής Γ’

1,18

δ. Ερευνητής Δ’

1,10

ε. Ερευνητής Ε’

1,08

στ. Ερευνητής ΣΤ’

1,06

ζ. Συνεργάτης Α’

1,04

η. Συνεργάτης Β’

1,00

θ. Συνεργάτης Γ’

0,90

ι. Συνεργάτης Δ’

0,88

ια. Συνεργάτης Ε’

0,84

Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της παραγράφου αυτής, ο μηνιαίος βασικός μισθός του Συνερ­γάτη Β’ ορίζεται σε οκτακόσια πενήντα ευρώ (850 € )».

β. Οι υποπεριπτώσεις i και ii των περιπτώσεων β’ και γ’ της παρ. 2 του άρθρου 40 ν. 3205/2003, αντικα­θίστανται από 1.8.2012 ως εξής:

«β. Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως εξής:

i.   Για ερευνητές, σε διακόσια ευρώ (200 €).

ii.  Για συνεργάτες, σε εκατόν ογδόντα ευρώ (180 €).

γ. Επίδομα για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη

προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, οριζόμενο ως εξής:

i.   Ερευνητές τριακόσια ευρώ (300 €).

ii.  Συνεργάτες διακόσια ευρώ (200 €)».

24. α. Ο βασικός μηνιαίος μισθός της παρ. 1 του άρ­θρου 41 του ν. 3205/2003 ορίζεται, από 1.8.2012, σε χίλια τετρακόσια δέκα € (1.410).

β. Το άρθρο 29 του ν. 3370/2005 (Α’ 176) αντικαθίστα­ται από 1.8.2012 ως εξής:

«Άρθρο 29.–Στους Καθηγητές της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγεί­ας χορηγείται μηνιαίως επίδομα διδακτικής προετοιμα­σίας ύψους τριακοσίων ογδόντα (380) ευρώ, επίδομα βιβλιοθήκης ύψους διακοσίων εξήντα (260) ευρώ και ειδικό ερευνητικό επίδομα ύψους διακοσίων (200) ευρώ. Στους Επιμελητές και Επιστημονικούς Συνεργάτες της Ε.Σ.Δ.Υ. με διδακτορικό, καθώς και στο λοιπό διδακτικό προσωπικό με διδακτορικό χορηγείται μηνιαίως επίδομα διδακτικής προετοιμασίας ύψους τριακοσίων (300) ευρώ, επίδομα βιβλιοθήκης ύψους εκατόν είκοσι (120) ευρώ και ειδικό ερευνητικό επίδομα ύψους εκατόν ογδόντα (180) ευρώ. Στους Επιμελητές και Επιστημονικούς Συνεργά­τες της Ε.Σ.Δ.Υ. χωρίς διδακτορικό χορηγείται μηνιαίως επίδομα διδακτικής προετοιμασίας ύψους εκατόν είκοσι (120) ευρώ, επίδομα βιβλιοθήκης ύψους εκατόν (100) ευρώ και ειδικό ερευνητικό επίδομα ύψους εκατόν πενήντα (150) ευρώ».

25. Ι) Η παρ. 1 του άρθρου 42 του ν. 3205/2003 αντικα­θίσταται από 1.8.2012 ως εξής:

«1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των συμβούλων και των παρέδρων του πρώην Παιδαγωγικού Ινστιτούτου (Π.Ι.) καθορίζεται με βάση το βασικό μηνιαίο μισθό του Παρέδρου με θητεία, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

α. Σύμβουλος                   1,23

β. Μόνιμος Πάρεδρος    1,11

γ. Πάρεδρος με θητεία και Ειδικός Πάρεδρος 1,00

Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της παραγράφου αυτής, ο μηνιαίος βασικός μισθός του Παρέδρου με θητεία ορίζεται σε χίλια εξήντα πέντε ευρώ (1.065 €)».

ΙΙ) Οι  περιπτώσεις  β’ και  γ’ της  παραγράφου 2  του  άρθρου 42  του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής:

«β. Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως εξής:

i.   Σύμβουλος                                                     270 €

ii.   Μόνιμος Πάρεδρος                                     180 €

iii.  Πάρεδρος με θητεία                                   123 €

iv.   Ειδικός Πάρεδρος                                        85 €

γ. Ειδικό ερευνητικό, για την εκτέλεση μεταδιδακτορι­κής έρευνας και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, οριζόμενο σε:

i.   Σύμβουλος                   217 €

ii.  Μόνιμος Πάρεδρος   199 €

iii. Πάρεδρος με θητεία 178 €

iv. Ειδικός Πάρεδρος     100 €».

26. Η παράγραφος 14 και οι περιπτώσεις β’ και γ’ της παρ. 15 του άρθρου 11 του ν. 3966/2011 (Α’ 118) αντικαθί­στανται από 1.8.2012 ως εξής:

«14. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των Συμβούλων Α’, Συμβούλων Β’, Συμβούλων Γ’ και Εισηγητών του Ι.Ε.Π. καθορίζεται με βάση το βασικό μηνιαίο μισθό του Ει­σηγητή, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

α) Σύμβουλος Α’:      1,35

β) Σύμβουλος Β’:      1,25

γ) Σύμβουλος Γ’:       1,11

δ) Εισηγητής:             1,00

Για τη διαμόρφωση των βασικών μισθών της παρα­γράφου αυτής, ο μηνιαίος βασικός μισθός του Εισηγητή ορίζεται σε χίλια εξήντα πέντε (1.065 €) ευρώ».

«15. β) Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέ­ρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, ορι­ζόμενη ως εξής:

Σύμβουλος Α’:      270 ευρώ

Σύμβουλος Β’:      184 ευρώ

Σύμβουλος Γ’:      128 ευρώ

Εισηγητής:            128 ευρώ.

γ) Ειδικό ερευνητικό, για την εκτέλεση έρευνας και την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των ερευνητικών προγραμμάτων, οριζόμενο σε:

Σύμβουλος Α’:      220 ευρώ

Σύμβουλος Β’:      215 ευρώ

Σύμβουλος Γ’:      200 ευρώ

Εισηγητής:           184 ευρώ».

27. α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 43 του ν. 3205/2003, αντικαθίσταται από 1.8.2012 ως εξής:

«1. Οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των ιατρών του Εθνικού Συστή­ματος Υγείας (ΕΣΥ) ορίζονται στα παρακάτω ποσά:

α. Συντονιστής Διευθυντής   1.665 €

β. Διευθυντής                             1.580 €

γ. Επιμελητής Α’                        1.513 €

δ. Επιμελητής Β’                        1.321 €

ε. Ειδικευόμενος                        1.007 €».

β. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής:

«3. Νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδι­κών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου οριζόμενο κατά βαθμό ως εξής:

α. Συντονιστής Διευθυντής, Διευθυντής 238 €

β. Επιμελητής Α’        205 €

γ. Επιμελητής Β’        174 €

δ. Ειδικευόμενος        190 €

4. Πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης, οριζόμενη κατά βαθμό, ως εξής:

α. Συντονιστής Διευθυντής, Διευθυντής 225 €

β. Επιμελητής Α’        195 €

γ. Επιμελητής Β’        164 €

δ. Ειδικευόμενος        123 €».

γ. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, αντικαθίσταται από 1.8.2012 ως εξής:

«6. Θέσης - Ευθύνης στους Συντονιστές Διευθυντές και σε όσους Διευθυντές ασκούν χρέη Συντονιστή, για όσο χρόνο ασκούν τα καθήκοντα των βαθμών τους, οριζόμενο σε εκατόν πενήντα έξι (156) ευρώ».

δ. Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της περίπτωσης δ’ της παρ. 4 του άρθρ. 45 του ν. 3205/2003, αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής:

«Τα ανωτέρω προκύπτοντα συνολικά ποσά αμοιβής δεκαεπτάωρης ή εικοσιτετράωρης ενεργού εφημερίας, κατά περίπτωση, προσαυξάνονται κατά τριάντα ευρώ (30 €).

Το ωρομίσθιο των εφημεριών υπολογίζεται με συ­ντελεστή 0,0042 επί του βασικού μισθού που κατέχει ο δικαιούχος».

ε. Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης ε’ της παρ. 4 του άρθρου 45 του ν. 3205/2003 αντικαθίσταται από 1.8.2012  ως εξής:

«ε. Στους ιατρούς που υπηρετούν με βαθμό Συντονι­στή Διευθυντή σε Νοσοκομεία της Α’ Ζώνης και στους Διευθυντές των πανεπιστημιακών κλινικών εργαστηρίων και μονάδων, ως αποζημίωση εφημεριών καταβάλλεται μηνιαίο ποσό, ίσο με το τριάντα τοις εκατό (30%) του εκάστοτε ισχύοντος βασικού μισθού του Συντονιστή Δι­ευθυντή Ε.Σ.Υ, στρογγυλοποιούμενο στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ».

στ. Το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρ­θρου 45 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής:

«Οι ιατροί και οδοντίατροι των νοσοκομείων και των κέντρων υγείας του Ε.Σ.Υ., όπως αναφέρονται στο άρ­θρο 43 του παρόντος, συμμετέχουν σε μικτή εφημερία, αποτελούμενη από ενεργό 6ωρη εφημερία, μετά το πέ­ρας του τακτικού ωραρίου, που συνεχίζεται με εφημερία ετοιμότητας μέχρι τη συμπλήρωση του 17ώρου.

Η αμοιβή της εφημερίας αυτής καθορίζεται συνολικά σε εβδομήντα εκατοστά (70/100) της αντίστοιχης συνο­λικής αμοιβής της 17ωρης ενεργού εφημερίας».

28. Ι) Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 46 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής:

«1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός όλων των βαθμών της ιεραρχίας των υπαλλήλων του διπλωματικού κλάδου του Υπουργείου Εξωτερικών, του επιστημονικού προ­σωπικού της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας, της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και των υπαλλήλων του κλάδου Εμπειρογνωμόνων του ίδιου Υπουργείου, καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του Ακολούθου Πρεσβείας, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ: α. Πρέσβης  1,79

β. Πληρεξούσιος Υπουργός Α’ Τάξεως, Ειδικός Νομικός Σύμβουλος και Εμπειρογνώμονας Πρεσβευτής Σύμβουλος Α’ Τάξεως 1,67

γ. Πληρεξούσιος Υπουργός Β’ Τάξεως, Νομικός Σύμβουλος και Εμπειρογνώ­μονας Πρεσβευτής Σύμβουλος Β’ Τάξεως 1,56

δ. Σύμβουλος Πρεσβείας Α’ Τάξεως, Αναπληρωτής Νομικός Σύμβουλος και Εμπειρογνώμονας Α’ Τάξεως 1,44

ε. Σύμβουλος Πρεσβείας Β’ Τάξεως και Εμπειρογνώμονας Β’ Τάξεως 1,33

στ. Γραμματέας Πρεσβείας Α’ τάξεως και Εισηγητής της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας 1,25

ζ. Γραμματέας Πρεσβείας Β’ Τάξεως 1,17

η. Γραμματέας Πρεσβείας Γ’ Τάξεως 1,09

 θ. Ακόλουθος Πρεσβείας και Ακόλουθος Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων 1,00

2. Για τη διαμόρφωση των νέων βασικών μισθών της προηγούμενης παραγράφου ο μηνιαίος βασικός μισθός του Ακολούθου Πρεσβείας ορίζεται σε χίλια εξήντα ένα ευρώ (1.061 €)».

ΙΙ) Το κίνητρο απόδοσης της παρ. 3 του άρθρου 47 του ν. 3205/2003 καθορίζεται από 1.8.2012, σε εκατόν τριάντα ευρώ (130 €).

ΙΙΙ) Οι παράγραφοι 5 και 6 του άρθρου 47 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής:

«5. Ξενίας - παράστασης και ξένων γλωσσών, οριζό­μενο ως εξής:

α. Για το βαθμό του Ακολούθου Πρεσβείας διακόσια τριάντα ένα ευρώ (231 €).

β. Για το βαθμό του Γραμματέα Πρεσβείας Γ’ μέχρι και για το βαθμό του Γραμματέα Πρεσβείας Α’, καθώς και για το βαθμό του Εισηγητή της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας διακόσια τριάντα ένα ευρώ (231 €).

γ. Για το βαθμό Συμβούλου Πρεσβείας Β’ και Εμπει­ρογνώμονα Β’ διακόσια σαράντα επτά ευρώ (247 €).

δ. Για το βαθμό Συμβούλου Πρεσβείας Α’, του Ανα­πληρωτή Νομικού Συμβούλου και του Εμπειρογνώμονα Α’ τριακόσια πέντε € (305).

ε. Για το βαθμό του Πληρεξούσιου Υπουργού Β’, του Νομικού Συμβούλου, του Εμπειρογνώμονα Πρεσβευτή Συμβούλου Β’ και για όλους τους ανώτερους βαθμούς τριακόσια δέκα οκτώ ευρώ (318 €).

6. Πάγια αποζημίωση, λόγω των ειδικών συνθηκών προσφοράς διπλωματικών ή επιστημονικών υπηρεσιών και της απασχόλησής τους πέραν του κανονικού ωρα­ρίου εργασίας οριζόμενη κατά βαθμό ως εξής:

α. Ακόλουθος Πρεσβείας εκατόν δώδεκα ευρώ (112 €).

β. Γραμματέας Πρεσβείας Γ’ Τάξεως εκατόν δώδεκα ευρώ (112 €).

γ. Γραμματέας Πρεσβείας Β’ Τάξεως εκατόν πενήντα τέσσερα € (154).

δ. Γραμματέας Πρεσβείας Α’ τάξεως και Εισηγητής της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας εκατόν ενενήντα τέσ­σερα ευρώ (194 €).

ε. Σύμβουλος Πρεσβείας Β’ Τάξεως και Εμπειρογνώ­μονας Β’ Τάξεως διακόσια πενήντα έξι ευρώ (256 €).

στ. Σύμβουλος Πρεσβείας Α’ Τάξεως, Αναπληρωτής Νομικός Σύμβουλος και Εμπειρογνώμονας Α’ Τάξεως τριακόσια δέκα τρία ευρώ (313 €).

ζ. Πληρεξούσιος Υπουργός Β’ Τάξεως, Νομικός Σύμ­βουλος και Εμπειρογνώμονας Πρεσβευτής Σύμβουλος Β’ Τάξεως τριακόσια ενενήντα τρία ευρώ (393 €).

η. Πληρεξούσιος Υπουργός Α’ Τάξεως, Ειδικός Νομικός Σύμβουλος και Εμπειρογνώμονας Πρεσβευτής Σύμβου­λος Α’ Τάξεως τετρακόσια εβδομήντα ευρώ (470 €).

θ. Πρέσβης πεντακόσια πέντε ευρώ (505 €)».

29. Ι) Η παρ. 1 του άρθρου 48 του ν. 3205/2003 αντι­καθίσταται από 1.8.2012 ως εξής:

«1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός των Αρχιερέων της Εκ­κλησίας της Ελλάδος καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του Τιτουλάριου Επισκόπου και Βοηθού Επισκό­που, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

 α. Αρχιεπίσκοπος 1,32

β. Μητροπολίτης και Τιτουλάριος Μητροπολίτης 1,17

γ. Τιτουλάριος Επίσκοπος και Βοηθός Επίσκοπος 1,00

Για τη διαμόρφωση των βασικών μισθών, ο μηνιαίος βασικός μισθός του Τιτουλάριου Επισκόπου και Βοη­θού Επισκόπου ορίζεται σε χίλια ογδόντα εννέα ευρώ (1.089 €)».

ΙΙ) Οι  περιπτώσεις γ’ και  δ’ της  παραγράφου  2 του  άρθρου 48 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής:

«γ. Αποκλειστικού ειδικού λειτουργήματος οριζόμενο σε εκατόν εξήντα πέντε ευρώ (165 €).

δ. Αποζημίωση εξόδων παράστασης οριζόμενη ως εξής: Αρχιεπίσκοπος, εκατό ευρώ (100 €).

Εν ενεργεία Μητροπολίτης, πενήντα ευρώ (50 €)».

30. Ι) Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 49 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής:

«1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός των μελών του μόνιμου καλλιτεχνικού προσωπικού της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών (Κ.Ο.Α.), της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης (Κ.Ο.Θ.) και της Ορχήστρας της Λυρικής Σκηνής (Ο.Λ.Σ.) καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό της κατηγορί­ας του Μουσικού, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

Αρχιμουσικός Εξάρχων                                  1,47

Κορυφαίος Α’                                                     1,41

Κορυφαίος Β’                                                     1,30

Μουσικός                                                            1,00

2. Για τη διαμόρφωση των ανωτέρω βασικών μισθών της προηγούμενης παραγράφου ο μηνιαίος βασικός μισθός του μουσικού ορίζεται σε οκτακόσια ογδόντα έξι ευρώ (886 €)».

ΙΙ) Οι  περιπτώσεις γ’ και  δ’ της παραγράφου 3  του  άρθρου 49 του ν. 3205/2003, αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:

«γ. Ειδικό μουσικό επίδομα, οριζόμενο σε τριακόσια ενενήντα έξι ευρώ (396 €).

δ. Ειδικό επίδομα για τη διευκόλυνση αγοράς, συντή­ρησης και επισκευής οργάνων, οριζόμενο σε τριακόσια είκοσι τρία ευρώ (323 €)».

31. α. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 50 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής:

«2. Οι συντελεστές προσδιορισμού των βασικών μι­σθών της παραγράφου 1 είναι οι εξής:

Αρχηγός Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (Α/Γ.Ε.ΕΘ.Α.) 2,14

Αρχηγός Γενικού Επιτελείου Στρατού, Ναυτικού, Αεροπορίας (Α/Γ.Ε.Σ., Γ.Ε.Ν., Γ.Ε.Α.), Ελληνικής Αστυνομίας, Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος 1,94

Γενικός Επιθεωρητής Στρατού, Διοικητής 1ης Στρατιάς, Αρχηγός Στόλου και Αρχηγός Τακτικής Αεροπορίας 1,81

Αντιστράτηγος και αντίστοιχοι                       1,69

Υποστράτηγος και αντίστοιχοι                        1,60

Ταξίαρχος και αντίστοιχοι                                 1,50

Συνταγματάρχης και αντίστοιχοι                    1,31

Αντισυνταγματάρχης και αντίστοιχοι           1,18

 Ταγματάρχης και αντίστοιχοι                          1,11

Λοχαγός και αντίστοιχοι                                    1,06

Υπολοχαγός και αντίστοιχοι                             1,04

Ανθυπολοχαγός και αντίστοιχοι                      1,00

Ανθυπασπιστής και αντίστοιχοι                      0,94

Αρχιλοχίας και αντίστοιχοι                                0,91

Επιλοχίας και αντίστοιχοι                                  0,88

Λοχίας και αντίστοιχοι                                        0,82

Δεκανέας και αντίστοιχοι                                   0,57

Μόνιμος Στρατιώτης και Αστυφύλακας που δεν έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις 0,32

3. Για τη διαμόρφωση των βασικών μισθών ο μηνιαίος βασικός μισθός του Ανθυπολοχαγού και αντιστοίχων ορίζεται σε οκτακόσια εβδομήντα πέντε ευρώ (875 €)».

β. Οι παράγραφοι 3 έως και 8α του άρθρου 51 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής:

«3. Εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών, ποσού εκα­τό ευρώ (100 €) για όλους τους στρατιωτικούς εν γένει.

Για τους έγγαμους χωρίς τέκνα, που αναγνωρίζονται ως προστατευόμενα μέλη της οικογένειας για τον προσδιορισμό του φόρου εισοδήματος, το ανωτέρω ποσό ορίζεται σε εκατόν πενήντα ευρώ (150 €).

Για έγγαμους ή διαζευγμένους ή σε διάσταση ή σε χηρεία ή άγαμους οι οποίοι έχουν τέκνα, που αναγνω­ρίζονται ως προστατευόμενα μέλη της οικογένειας για τον προσδιορισμό του φόρου εισοδήματος, το ποσό του επιδόματος αυτού ορίζεται σε διακόσια ευρώ (200).

Σε περίπτωση συζύγων που αμείβονται και οι δύο με τις διατάξεις του παρόντος, τα προστατευόμενα μέλη οικογένειας (τέκνα) λαμβάνονται υπόψη μόνο για τον έναν εξ αυτών.

Στη βάση υπολογισμού των μηνιαίων αποδοχών των μαθητών των παραγωγικών σχολών των Ενόπλων Δυ­νάμεων, καθώς και των Εφέδρων και των Δοκίμων Εφέ­δρων Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων, το επίδομα εξομάλυνσης ορίζεται σε εκατό ευρώ (100).

4. Ειδικής απασχόλησης για την Εθνική Άμυνα, Δημό­σια Τάξη και Ασφάλεια:

α. Για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων ορίζεται, κατά περίπτωση, ως εξής:

i. Για ανώτατους αξιωματικούς σε διακόσια πενήντα ευρώ (250€) και για λοιπούς αξιωματικούς και ανθυπασπιστές σε εκατόν εβδομήντα ευρώ (170€).

ii.    Για υπαξιωματικούς και μόνιμους στρατιώτες σε εκατόν τριάντα ευρώ (130 €).

β. Για το αστυνομικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυ­νομίας, καθώς και για το προσωπικό του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος που ορίζεται κατά περίπτωση ως εξής:

i. Για ανώτατους αξιωματικούς σε διακόσια είκοσι πέντε ευρώ (225 €) και για λοιπούς αξιωματικούς και ανθυπαστυνόμους ή αντίστοιχους σε εκατόν πενήντα πέντε ευρώ (155 €).

ii.    Για υπαξιωματικούς και αστυφύλακες ή αντίστοιχους σε εκατόν δέκα πέντε ευρώ (115 €).

Από τη χορήγηση του ανωτέρω επιδόματος εξαιρού­νται οι τελούντες σε κατάσταση πολεμικής ή μόνιμης διαθεσιμότητας και οι έφεδροι και δόκιμοι έφεδροι αξιω­ματικοί και οπλίτες θητείας και βραχείας ανακατάταξης (μέχρι τριών ετών).

5. Θέσης υψηλής ή αυξημένης ευθύνης οριζόμενο κατά βαθμό ως εξής:

α. Για τον Αρχηγό Γ.Ε.ΕΘ.Α. σε πεντακόσια τριάντα πέντε € (535).

β. Για τους Αρχηγούς Γ.Ε.Σ., Γ.Ε.Ν., Γ.Ε.Α., το Γενικό Επιθεωρητή Στρατού, το Διοικητή της 1ης Στρατιάς, τον Αρχηγό Στόλου και τον Αρχηγό τακτικής Αερο­πορίας, καθώς και για τους Αρχηγούς της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος σε τριακόσια πενήντα ευρώ (350 €).

γ. Για τον Αντιστράτηγο ή αντίστοιχο σε διακόσια ογδόντα πέντε ευρώ (285 €).

δ. Για τον Υποστράτηγο ή αντίστοιχο σε διακόσια δέκα € (210).

ε. Για τον Ταξίαρχο ή αντίστοιχο, σε εκατόν τριάντα τρία € (133).

στ. Για τον Συνταγματάρχη ή αντίστοιχο, με εξαίρεση τους προαγόμενους μισθολογικά στο βαθμό, σε ενενή­ντα πέντε € (95).

ζ. Για τον Αντισυνταγματάρχη και Ταγματάρχη ή αντί­στοιχους, με εξαίρεση τους μισθολογικά προαγόμενους στους βαθμούς αυτούς, σε σαράντα τρία ευρώ (43 €).

η. Για τους κατώτερους Αξιωματικούς (Λοχαγούς, Υπολοχαγούς και Ανθυπολοχαγούς ή αντίστοιχους) με εξαίρεση τους μισθολογικά προαγόμενους στους βαθ­μούς αυτούς, σε τριάντα δύο ευρώ (32 €).

θ. Για Ανθυπασπιστές, Υπαξιωματικούς και Μόνιμους Στρατιώτες, σε είκοσι έξι ευρώ (26 €).

6.   Έξοδα παράστασης τα οποία ορίζονται ως εξής:

α. Για τον Αρχηγό Γ.Ε.ΕΘ.Α. σε τριακόσια πενήντα ευρώ (350 €).

β. Για τους Αρχηγούς Γ.Ε.Σ., Γ.Ε.Ν., Γ.Ε.Α. και τον αρχη­γό της ΕΛ.ΑΣ., του Λ.Σ. και Π.Σ. σε διακόσια δέκα πέντε ευρώ (215 €).

γ. Για τον Γενικό Επιθεωρητή Στρατού, τον Διοικητή της Πρώτης Στρατιάς, τον Αρχηγό του Στόλου και τον Αρχηγό της Τακτικής Αεροπορίας σε εκατόν πενήντα ευρώ (150€).

7.   Ευθύνης Διοίκησης Διεύθυνσης ορίζεται ως εξής:

α. Για τους Ανώτατους Αξιωματικούς, με εξαίρεση τους προαγόμενους μισθολογικά, σε ενενήντα πέντε ευρώ (95 €).

β. Για τον Συνταγματάρχη ή αντίστοιχο, με εξαίρεση τους προαγόμενους μισθολογικά στο βαθμό, σε εβδο­μήντα έξι € (76).

γ. Για τον Αντισυνταγματάρχη και Ταγματάρχη ή αντί­στοιχους, με εξαίρεση τους προαγόμενους μισθολογικά στους βαθμούς αυτούς, σε πενήντα επτά ευρώ (57 €).

δ. Για Κατώτερους Αξιωματικούς (Λοχαγούς, Υπολοχαγούς και Ανθυπολοχαγούς ή αντίστοιχους) με εξαί­ρεση τους μισθολογικά προαγόμενους στους βαθμούς αυτούς, σε τριάντα οκτώ ευρώ (38 €).

ε. Για Ανθυπασπιστές, Υπαξιωματικούς και Μόνιμους Στρατιώτες σε είκοσι οκτώ ευρώ (28€).

8. Αυξημένης Επιχειρησιακής Ετοιμότητας Μονάδων:

α. Για τους Αξιωματικούς και Υπαξιωματικούς των Ενό­πλων Δυνάμεων ορίζεται σε σαράντα τρία ευρώ (43€)».

32. Η παρ. 10 του άρθρου 51 του ν. 3205/2003 αντικα­θίσταται από 1.8.2012, ως εξής:

«10. Στα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, στο αστυ­νομικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας και στο ένστολο προσωπικό του Πυροσβεστικού και του Λιμε­νικού Σώματος, χορηγείται μηνιαίως επίδομα ειδικών συνθηκών, ποσό ίσο με εξήντα πέντε ευρώ (65 €). Από τη χορήγηση του ανωτέρω επιδόματος εξαιρούνται οι έφεδροι και δόκιμοι έφεδροι αξιωματικοί και οπλίτες θητείας».

33. Το ποσό της παραγράφου 2 του άρθρου 2 της αριθμ. 8002/32/122-α/6.9.2007 (Β’ 1803) κοινής υπουργικής απόφασης και της παραγράφου 3 του άρθρου 2 της αριθμ. 2/2381/0022/5.5.2009 (Β’ 928) όμοιας, διαμορφώνε­ται από 1.8.2012 σε δύο ευρώ και εξήντα λεπτά (2,60 €)».

34. α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 16 του ν. 3432/2006 (Α’ 14) αντικαθίσταται από 1.8.2012 ως εξής:

«1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των μελών του τακτι­κού Διδακτικού και Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού των Ανωτάτων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών καθορίζεται με βάση το βασικό μηνιαίο μισθό του Λέκτορα, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

α. Καθηγητής                                                                      1,36

β. Αναπληρωτής Καθηγητής                                          1,20

γ. Επίκουρος Καθηγητής                                                 1,11

δ. Λέκτορας                                                                          1,00

ε. Μέλος Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού                0,94.

Ο βασικός μηνιαίος μισθός του Λέκτορα ορίζεται σε εννιακόσια εβδομήντα πέντε ευρώ (975 €).»

β. Οι περιπτώσεις β’, γ’, δ’ και στ’ της παραγράφου 2 και η παράγραφος 3 του άρθρου 16 του ν. 3432/2006 αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:

«β. Διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής απα­σχόλησης εντός των Α.Ε.Α., οριζόμενο, ως ακολούθως:

αα. Καθηγητής                                                    383 €

ββ. Αναπληρωτής Καθηγητής                        350 €

γγ. Επίκουρος Καθηγητής                               278 €

δδ. Λέκτορας                                                        192 €

εε. Μέλος Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού 85 €

Το ανωτέρω επίδομα, καταβάλλεται στους δικαι­ούχους και κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής τους άδειας.

γ. Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης, και για συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως ακολούθως:

αα. Καθηγητής                                                  218 €

ββ. Αναπληρωτής Καθηγητής                      180 €

γγ. Επίκουρος Καθηγητής                             125 €

δδ. Λέκτορας                                                      107 €

εε. Μέλος Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού 64 €

δ. Ερευνητικό επίδομα, οριζόμενο  ως ακολούθως:

Για τους κατέχοντες μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών:

αα. Καθηγητής                                                   200 €

ββ. Αναπληρωτής Καθηγητής                       180 €

γγ. Επίκουρος Καθηγητής                               156 €

δδ. Λέκτορας                                                        104 €

Για τους μη κατέχοντες μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών:

αα. Καθηγητής                                                   145 €

ββ. Αναπληρωτής Καθηγητής                       145 €

γγ. Επίκουρος Καθηγητής                              124 €

δδ. Λέκτορας                                                         91 €

στ. Έξοδα παράστασης στον Πρόεδρο του Ακαδημαϊκού Συμβουλίου και στον Διευθυντή Σπουδών οριζόμενα, κατά μήνα, ως ακολούθως: αα. Πρόεδρος Ακαδημαϊκού Συμβουλίου 250€

ββ. Διευθυντής Σπουδών   200€

3. Τα ποσά των περιπτώσεων αα’ των στοιχείων β’, γ’ και δ’ της προηγούμενης παραγράφου προσαυξάνονται κατά σαράντα ευρώ (40 €) με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε ετών υπηρεσίας».

35. Ι) Η παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 3450/2006 (Α’64), αντικαθίσταται από 1.8.2012 ως εξής:

«1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των μελών του Εκπαι­δευτικού Προσωπικού και του Ειδικού Διδακτικού Προ­σωπικού των Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού (Α.Ε.Ν.) καθορίζεται με βάση το βασικό μηνιαίο μισθό του Καθη­γητή Εφαρμογών, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους παρακάτω συντελεστές και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

α. Καθηγητής                                                     1,36

β. Αναπληρωτής Καθηγητής                        1,21

γ. Επίκουρος Καθηγητής                               1,11

δ. Καθηγητής Εφαρμογών                            1,00

ε. Μέλος Ε.ΔΙ.Π.                                                 0,94

Ο βασικός μηνιαίος μισθός του Καθηγητή Εφαρμογών ορίζεται σε εννιακόσια εβδομήντα πέντε ευρώ (975 €)».

ΙΙ) Οι περιπτώσεις β’, γ’, δ’ και στ’ της παραγράφου 2 και η παράγραφος 3 του άρθρου 11 του ν. 3450/2006 αντικαθίστανται από 1.8.2012 ως εξής:

«β. Διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής απα­σχόλησης εντός των Α.Ε.Ν., οριζόμενο, ως ακολούθως:

i)   Καθηγητής                              383 ευρώ

ii)  Αναπληρωτής Καθηγητής 350 ευρώ

iii) Επίκουρος Καθηγητής        278 ευρώ

iv) Καθηγητής Εφαρμογών     192 ευρώ

v) Μέλος Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού 85 ευρώ.

Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους δικαιούχους και κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής τους άδειας.

γ. Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και για συμμετοχή σε συνέδρια, οριζόμενη ως ακολούθως:

i)  Καθηγητής                                218 ευρώ

ii) Αναπληρωτής Καθηγητής   180 ευρώ

iii) Επίκουρος Καθηγητής         125 ευρώ

iv) Καθηγητής Εφαρμογών      107 ευρώ

v) Μέλος Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού 64 ευρώ.

δ. Ειδικό επίδομα ναυτικής εκπαίδευσης και μεταπτυ­χιακής έρευνας, για μέλη που έχουν τακτικές θέσεις:

αα. Για τους κατέχοντες μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών:

i)  Καθηγητής 200 ευρώ

ii)  Αναπληρωτής Καθηγητής   181 ευρώ

iii) Επίκουρος Καθηγητής 156 ευρώ

iv) Καθηγητής Εφαρμογών 104 ευρώ

ββ. Για τους μη κατέχοντες μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών:

i) Επίκουρος Καθηγητής   100 ευρώ

ii) Καθηγητής Εφαρμογών 73 ευρώ

στ. Έξοδα παράστασης στους Διευθυντές Σχολών και Αναπληρωτές Διευθυντών Σχολών οριζόμενα, κατά μήνα, ως ακολούθως:

i) Διευθυντές Σχολών   128 ευρώ

ii) Αναπληρωτές Δ/ντών Σχολών, εφόσον στη Σχολή λειτουργούν τουλάχιστον πέντε τμήματα 62 ευρώ.

3. Τα ποσά των περιπτώσεων i των στοιχείων β’, γ’ και δ’ της προηγούμενης παραγράφου προσαυξάνονται κατά σαράντα ευρώ (40 €) με τη συμπλήρωση είκοσι πέντε ετών υπηρεσίας».

36. Ι) Η παρ. 1 του άρθρου 52 του ν.3205/2003, αντικα­θίσταται από 1.8.2012 ως εξής:

«1. Ο βασικός μηνιαίος μισθός των μελών Ε.Π. των Α.Ε.Ν. καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του Επιμε­λητή, με τους παρακάτω συντελεστές, στρογγυλοποιούμενος στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

α. Καθηγητής                                       1,17

β. Επίκουρος Καθηγητής                  1,06

γ. Επιμελητής                                       1,00

δ. Καθηγητής ειδικών μαθημάτων 0,98.

Για τη διαμόρφωση των βασικών μισθών της παρα­γράφου αυτής ο βασικός μισθός του Επιμελητή ορίζεται σε εννιακόσια τριάντα τρία ευρώ (933 €).

ΙΙ) Οι περιπτώσεις β’, γ’, δ’ και ε’ της παρ. 2 του άρ­θρου 52 του ν. 3205/2003 αντικαθίστανται από 1.8.2012, ως εξής:

«β. Διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής απα­σχόλησης εντός των Α.Ε.Ν. οριζόμενο ως εξής:

i.    Καθηγητής                                           221 €

ii.   Επίκουρος Καθηγητής                     177 €

iii.   Επιμελητής                                         134 €

iv.    Καθηγητής ειδικών μαθημάτων 112 €

γ. Πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης, οριζόμενη ως εξής:

i.   Καθηγητής                                           208 €

ii.  Επίκουρος Καθηγητής                     158 €

iii. Επιμελητής                                           113 €

iv.    Καθηγητής ειδικών μαθημάτων 110 €

δ. Ειδικό επίδομα ναυτικής εκπαίδευσης, οριζόμενο για όλες τις βαθμίδες σε εκατόν πέντε ευρώ (105 €).

ε. Έξοδα παράστασης σε Διευθυντές και Αναπληρωτές Διευθυντές Σχολών, οριζόμενα ως εξής:

i. Διευθυντές Σχολών ογδόντα πέντε ευρώ (85 €)

ii. Αναπληρωτές Διευθυντές Σχολών, εφόσον στη Σχο­λή λειτουργούν τουλάχιστον πέντε τμήματα σαράντα τρία ευρώ (43 €)».

37. Ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών ή συντάξεων, που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της πα­ρούσας υποπαραγράφου, καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

38. α. Στο τέλος της περίπτωσης α’ της παραγράφου 5 του άρθρου 38 του ν. 3986/2011 (Α’ 152) προστίθεται, από τότε που ίσχυσε, το ακόλουθο εδάφιο:

«Στους αμειβόμενους με ειδικά μισθολόγια που διορί­ζονται, προσλαμβάνονται, κατατάσσονται ή μετατάσσο­νται μετά την 30.6.2011 αναγνωρίζεται η προϋπηρεσία τους μέχρι και την εν λόγω ημερομηνία, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, για τη χορήγηση επιδόματος χρόνου υπηρεσίας».

β. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 27 του 4024/2011 (Α’ 226) προστίθενται οι λέξεις: «και μέχρι την τροποποί­ηση των διατάξεων του Β’ Μέρους του ν. 3205/2003 με τις οποίες επέρχονται μειώσεις στα ειδικά μισθολόγια».

39. Η καταβολή των δύο τελευταίων δόσεων της έκτα­κτης παροχής στους εν ενεργεία δικαστικούς λειτουρ­γούς και μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που προβλέπεται από τις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 5 του ν. 3620/2007 (Α’ 276), όπως ισχύει και περιγράφεται στην απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονο­μικών και Δικαιοσύνης με αριθμό 2/38031/0022/7.6.2010 (Β’ 898), θα πραγματοποιηθεί ως εξής:

α) η τέταρτη (4η) δόση τον Μάρτιο του 2013, β) η πέμπτη (5η) δόση τον Μάρτιο του 2014, γ) η 5η δόση για τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς και μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κρά­τους θα καταβληθεί τον Νοέμβριο του 2014.

 

Γ.2. –Πληρωμή δαπανών παρελθόντων οικονομικών ετών 

– Εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων:

 1. α. Δαπάνες Φορέων της Γενικής Κυβέρνησης του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α’ 247), όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (Α’ 141) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 50 του ν. 3943/2011 (Α’ 66) που έχουν πραγ­ματοποιηθεί μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2011, καθ’ υπέρβαση των εγγεγραμμένων πιστώσεων χωρίς την τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται από τις περί αναλήψεως υποχρεώσεων διατάξεις, οι οποίες περαιτέρω κατέστη­σαν ήδη και αναφέρονται ως ληξιπρόθεσμες οφειλές, δύνανται να πληρωθούν κατ’ εξαίρεση, σε βάρος των πι­στώσεων του προϋπολογισμού των οικείων φορέων του τρέχοντος ή και του επόμενου οικονομικού έτους, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις νομιμότητας και κανονικότητας αυτών.

β. Για την εγγραφή και μεταφορά των αναγκαίων πιστώσεων στους προϋπολογισμούς των οικείων φο­ρέων, προς εξόφληση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων, απαιτείται η υπογραφή μνημονίου κατανόησης μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών/Γ.Λ. Κράτους και του οι­κείου Υπουργείου, με το οποίο αναλαμβάνεται ρητά η υποχρέωση από τον αρμόδιο οικονομικά υπεύθυνο για την εφεξής πιστή και απαρέγκλιτη εφαρμογή των περί αναλήψεως υποχρεώσεων διατάξεων και την αποφυγή της δημιουργίας νέων ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων. Αντίστοιχα μνημόνια υπογράφονται μεταξύ των Υπουρ­γείων και των εποπτευόμενων από αυτά φορέων.

2. Οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, που περιλαμ­βάνονται στο μητρώο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. μέχρι την ημερομη­νία έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, δύνανται να επιχορηγούνται κατ’ εξαίρεση από τον Κρατικό Προ­ϋπολογισμό αποκλειστικά και μόνο για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών τους και μέχρι του ύψους των υφιστάμενων κατά την 31η Δεκεμβρίου 2011 υποχρεώσεων αυτών.

3. Οι δαπάνες προμήθειας φαρμάκων, υγειονομικού υλικού, ορθοπεδικού υλικού και χημικών αντιδραστηρί­ων των στρατιωτικών νοσοκομείων και του ΝΙΜΤΣ, των στρατιωτικών φαρμακείων και του Κέντρου Εφοδιασμού Ναυτικού που πραγματοποιήθηκαν έως και 31.12.2011 δύνανται να εξοφληθούν κατά παρέκκλιση των διατά­ξεων των άρθρων 21, 82 και 83 του ν. 2362/1995, του ν. 2286/1995, του π.δ. 60/2007, του π.δ. 118/2007 και του π.δ. 113/2010 (Α’ 194).

4. Δαπάνες που εκκαθαρίζονται από το Νομικό Συμ­βούλιο του Κράτους και αφορούν αμοιβές και έξοδα φυσικών ή νομικών προσώπων που ενεργούν για λογα­ριασμό του Ελληνικού Δημοσίου στο εξωτερικό, όπως δικηγορικές εταιρίες, δικηγόροι, δικαστικοί επιμελητές, μεταφραστές, πραγματογνώμονες, συμβολαιογράφοι, καθώς και δαπάνες για δημοσιεύσεις στον τύπο και μετακινήσεις μελών του Ν.Σ.Κ., που σχετίζονται με δι­καστικές ενέργειες, υπάγονται στην παρ. 2 του άρθρου 9 του π.δ. 113/2000. Εκκρεμείς ληξιπρόθεσμες δαπάνες εξοφλούνται κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση 1.

5. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 7 του π.δ. 113/2010 αντί των λέξεων «Το πρώτο δεκαήμερο» τίθενται οι λέξεις «Μέσα στις πρώτες είκοσι ημέρες».

6. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου.

 

Γ.3.–Δαπάνες ΕΛ.ΣΤΑΤ.

Δαπάνες της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής ( ΕΛΣΤΑΤ) που αφορούν:

α) αμοιβές ιδιωτών συνεργατών, στατιστικών αντα­ποκριτών και υπαλλήλων Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, οι οποίοι απασχολήθηκαν σε στατιστικές έρευνες και εργασίες 2011 και 2012, β) αποζημίωση για παρασχεθείσα υπερωριακή απασχόληση των υπαλλήλων της ΕΛΣΤΑΤ στο πλαίσιο των Γενικών Απογραφών Πληθυσμού-Κατοικιών-Κτιρίων, της Απογραφής Γεωργίας-Κτηνοτροφίας και της Διαδικασίας Υπερβολικού Ελλείμματος 2011-2012, γ) αποζημίωση για μετακινήσεις εκτός έδρας υπαλλή­λων της ΕΛΣΤΑΤ για διενέργεια στατιστικών ερευνών 2011-2012, δ) αμοιβή για την ανάπτυξη διαδικτυακής εφαρμογής υποβολής στοιχείων ενδοκοινοτικού εμπο­ρίου (INTRASTAT) 2011, ε) αμοιβές εμπειρογνωμόνων για παροχή τεχνογνωσίας στην έρευνα Ισοτιμιών Αγορα­στικών Δυνάμεων και στην Απογραφή Γεωργίας- Κτη­νοτροφίας 2011, στ) αμοιβή για τη νομική εκπροσώπηση της ΕΛ.ΣΤΑΤ. στα δικαστήρια και την παροχή άλλων νομικών υπηρεσιών πρώτου εξαμήνου 2012, ζ) αμοιβή εμπειρογνώμονα για παροχή συμβουλών και τεχνογνω­σίας για τις Γενικές Απογραφές Πληθυσμού – Κατοικιών - Κτιρίων 2011, εκκαθαρίζονται και πληρώνονται σε βάρος των πιστώσεων του Προϋπολογισμού της ΕΛ.ΣΤΑΤ. τρέχοντος οικονομικού έτους.

 

Γ.4.–Ρύθμιση θεμάτων της Ε.Τ.Ε.ΑΝ. Α.Ε.

1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σε πε­ρίπτωση που έχουν καταπέσει ή καταπίπτουν εγγυήσεις που παρασχέθηκαν σε πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 3066/2002 (Α’ 252) και 3912/2011 (Α’ 17), η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε.» και τον ειδικό τίτλο «Ε.Τ.Ε.ΑΝ. Α.Ε.» εξοφλεί στο εξής τις σχετικές υποχρεώσεις της προς τα πιστωτικά ιδρύματα, με την καταβολή μετρητών, τα οποία της αποδίδονται από το Ελληνικό Δημόσιο σε αντικατάσταση ομολόγων της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 3775/2009 (Α’ 122) που διακρατεί η εταιρεία.

Για το σκοπό αυτόν, η εταιρεία, επιστρέφει στο Ελλη­νικό Δημόσιο ομόλογα του προηγουμένου εδαφίου, τα οποία δεν έχουν λήξει, ίσης ονομαστικής αξίας με το ποσό που λαμβάνει από το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς να επέρχεται μεταβολή στο μετοχικό της κεφάλαιο, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του κ.ν. 2190/1920 ή άλλου νόμου ή του καταστατικού της.

Η κατά τα ανωτέρω γενόμενη εκπλήρωση των υποχρε­ώσεων της ΕΤΕΑΝ προς τα πιστωτικά ιδρύματα επιφέρει αυτόματα ισόποση μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης του κ.ν. 2190/1920 ή άλλου νόμου ή του καταστατικού της.

Μετά την ως άνω μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, οι απαιτήσεις της Ε.Τ.Ε.ΑΝ. Α.Ε. κατά των πρωτοφειλετών για τα δάνεια των οποίων είχε παρα­σχεθεί η εγγύηση που κατέπεσε, καθίστανται απαιτή­σεις του Ελληνικού Δημοσίου και για τη βεβαίωσή τους ως δημόσιο έσοδο εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 22 του ν. 3775/2009.

2. Πιστωτικά ιδρύματα τα οποία, εντός του έτους 2012 και μέχρι την προηγούμενη ημερομηνίας έναρ­ξης ισχύος του παρόντος νόμου, έλαβαν ομόλογα, σε εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 7 του άρθρου 22 του ν. 3775/2009, δύνανται να τα επιστρέψουν στην Ε.Τ.Ε.ΑΝ. ΑΕ και να λάβουν σε μετρητά το ισόποσο της αξίας των εγγυήσεων που είχαν καταπέσει. Για το σκοπό αυτόν, αποδίδονται στην ΕΤ.Ε.ΑΝ. Α.Ε. από το Ελληνικό Δημόσιο μετρητά σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των δύο πρώτων εδαφίων της προηγούμενης περίπτωσης 1. Συνεπεία αυτής της διαδικασίας, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του κ.ν. 2190/1920 ή άλλου νόμου ή του καταστατικού της, επέρχεται στο μετοχικό κεφάλαιο της ΕΤ.Ε.ΑΝ. Α.Ε. μείωση, κατά το ποσό των μετρητών που καταβάλλει στο πιστωτικό ίδρυμα και αύξηση κατά το ποσό της ονομαστικής αξίας των ομολόγων που της επιστρέφονται.

3. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζο­νται οι ειδικότεροι όροι της διαδικασίας αντικατάστα­σης και επιστροφής των ομολόγων. Με όμοια απόφα­ση τα επιστρεφόμενα στο Ελληνικό Δημόσιο ομόλογα δύνανται να ακυρώνονται στο σύνολό τους ή μερικά. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανά­πτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, δύναται να καθορίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων των προ­ηγουμένων περιπτώσεων της υποπαραγράφου αυτής.

4. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 22 του ν. 3775/2009 (A’ 122) αντικαθίσταται ως εξής:

«10. Ομόλογα της παραγράφου 6 που εκδόθηκαν με την αριθμ. 2/58044/0023Α’/5.8.2009 απόφαση του Υπουρ­γού Οικονομίας και Οικονομικών (Β’ 1828), ονομαστικής αξίας εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) ευρώ αντι­καθίστανται με ομόλογα ίσης ονομαστικής αξίας, τα οποία φέρουν ίδιους όρους με τα αντικαθιστάμενα και ημερομηνία λήξης 10.8.2019».

5. Στη διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 22 του ν. 3775/2009, κάθε αναφορά στην ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ νοείται ως αναφορά στην Ε.Τ.Ε.ΑΝ. Α.Ε..

6. Η παρ. 11 του άρθρου 22 του ν.3775/2009 (A’ 122) καταργείται.

 

Γ.5.– Ρύθμιση θεμάτων αποπληρωμής δανείων Ο.Τ.Α. α’ και β΄ βαθμού και λοιπών φορέων τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων:

1. Η διάρκεια αποπληρωμής των χορηγηθέντων δανεί­ων από το Τ.Π.Δ. προς τους Ο.Τ.Α. Α’ και Β’ βαθμού, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου αυτών, τους Συνδέσμους αυτών και τις Δημοτικές Επιχειρήσεις αυτών επιμηκύνεται άπαξ έως οκτώ (8) έτη από τη λήξη της δανειακής σύμβασης, όπως αυτή ισχύει σήμερα, με υποβολή σχετικής αίτησης, έως 31.12.2012, του οικείου νομικού προσώπου, μετά από απόφαση του αρμοδίου οργάνου αυτού, στην οποία θα καθορίζεται ο χρόνος της επιμήκυνσης. Παραλλήλως, μετά από την υποβολή της ίδιας ως άνω αίτησης, χορηγείται, για τα αυτά δά­νεια, περίοδος χάριτος διάρκειας έως τριών (3) ετών, αρχής γενομένης από 1.1.2013, εντός της οποίας κατα­βάλλονται μόνο τόκοι, κατά τον τρόπο και στο χρόνο, που προβλέπουν οι σχετικές συμβάσεις, με μειωμένο το επιτόκιο των δανείων αυτών, κατά την εν λόγω περίοδο χάριτος, κατά μισή (0,5) ποσοστιαία μονάδα. Η περίοδος χάριτος περιλαμβάνεται στο χρόνο επιμήκυνσης, που παρέχεται δυνάμει του παρόντος.

Η παρούσα ρύθμιση τίθεται σε ισχύ από την 1.1.2013. Οι λοιποί όροι της ισχύουσας δανειακής σύμβασης δι­ατηρούνται ακέραιοι σε ισχύ.

Από την ανωτέρω ρύθμιση εξαιρούνται τα δάνεια, που έχουν χορηγηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4038/2012 (Α’ 14).

Η ανωτέρω ρύθμιση ισχύει και για τα δάνεια, που έχουν εγκριθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και θα συνομολογηθούν έως 30.6.2013.

2. Η αναφερόμενη στην παρ. 1α του άρθρου 49 του ν. 3943/2011 (Α’ 66) διάρκεια παράτασης αποπληρωμής οφειλών επιμηκύνεται έως δέκα (10) επιπλέον έτη.

3. Η αποκλειστική προθεσμία της περίπτωσης γ’ της παρ. 1 του άρθρου 49 του ν. 3943/2011 όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 4038/2012, εντός της οποίας θα πρέπει να έχει λάβει χώρα η συνομολόγηση των σχετικών δανείων, παρατείνεται έως 30.6.2013, εφόσον έχει υποβληθεί το σχετικό αίτημα το αργότερο έως 31.1.2013. Μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, τα χρεωστικά ανοίγματα, όπως εμφανίζονται στα βιβλία του Τ.Π.Δ., βεβαιώνονται ή επα­ναβεβαιώνονται οίκοθεν στην Κεντρική Υπηρεσία του Τ.Π.Δ. από 1.7.2013 υπέρ του Τ.Π.Δ., με βάση τα σχετικά στοιχεία που διαθέτει κατά του οικείου δήμου και εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε..

4. Αναστέλλεται η παρακράτηση του ένατου ενδεκατημορίου έναντι τοκοχρεολυτικών δόσεων εξυπηρέτη­σης χορηγηθέντων δανείων από το Τ.Π.Δ. προς Ο.Τ.Α. Α’ και Β’ βαθμού και τα τυχόν παρακρατηθέντα ποσά επιστρέφονται σε αυτούς κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησής τους.

Τα ως άνω οφειλόμενα ποσά, καθώς και οι τυχόν λοι­πές ανεξόφλητες, κατά την 1.1.2013, οφειλές των Ο.Τ.Α. Α’ και Β’ βαθμού, των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου αυτών, των Συνδέσμων αυτών και των Δημοτικών Επιχειρήσεων αυτών, από χορηγηθέντα δάνεια δύνανται να εξοφληθούν άτοκα, εντός του έτους 2013, κατά μέγιστο σε ένδεκα (11) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από 31.1.2013, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ..

5. Η προθεσμία του άρθρου 2 παρ. 2 του ν.4038/2012, που αφορά στη συνομολόγηση δανείου και λήγει στις 30.9.2012 παρατείνεται μέχρι 30.6.2013.

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Δ΄: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜ­ΜΑΤΕΙΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Δ.1.–Τροποποίηση του Ν. 3601/2007 και του Ν. 3864/2010:

1. α. Στο τρίτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007 (Α’ 178), οι λέξεις «Εντός τριμήνου» αντικα­θίστανται με τις λέξεις «Εντός εξαμήνου».

β. Η παρ. 4 του άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007, όπως τροποποιήθηκε με την προηγούμενη υποπερίπτωση, καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις, στις οποίες ο προ­σωρινός καθορισμός του ποσού της διαφοράς έχει ήδη γίνει κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου.

2. α. Στο άρθρο 16Γ του ν. 3864/2010 (Α’ 119) προστί­θεται παράγραφος 7 ως εξής:

«7. Τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία λαμβάνουν κεφα­λαιακή ενίσχυση σύμφωνα με τις διατάξεις του παρό­ντος καταβάλλουν άπαξ στο Ταμείο χρηματικό ποσό, συνολικού ύψους πεντακοσίων πενήντα πέντε εκατομ­μυρίων και εξακοσίων χιλιάδων ευρώ (555.600.000€), επακριβώς καθοριζόμενο ως προς το ύψος και τους όρους καταβολής για έκαστο πιστωτικό ίδρυμα στην οικεία σύμβαση προεγγραφής, την οποία το πιστωτικό ίδρυμα θα συνάψει με το Ταμείο μέχρι της 21ης Δεκεμ­βρίου 2012».

β. Στην παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3723/2008 προ­στίθεται μετά το πρώτο εδάφιο νέο εδάφιο ως εξής:

«Η ως άνω σταθερή απόδοση 10% είναι καταβλητέα σε κάθε περίπτωση, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του κ.ν. 2190/1920 όπως ισχύει, εκτός του άρθρου 44Α, πλην της περιπτώσεως και στο μέτρο κατά το οποίο η καταβολή του σχετικού ποσού θα οδηγούσε σε μείωση των κυρίων στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων του υπόχρεου πιστωτικού ιδρύματος κάτω από το προβλεπόμενο ελάχιστο όριο».

3. Όπου στις διατάξεις του ν. 3864/2010 αναφέρονται οι λέξεις «Εκτελεστικό Συμβούλιο» ή «Εκτελεστικού Συμ­βουλίου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Εκτελεστική Επιτροπή» ή «Εκτελεστικής Επιτροπής».

4. Στην παρ. 10 του άρθρου 4 του ν. 3864/2010 προ­στίθενται στοιχεία (ε) και (στ) ως εξής:

«(ε) να εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα το Ταμείο,

(στ) να ασκεί οποιαδήποτε άλλη αρμοδιότητα που δεν απονέμεται ρητά στο Γενικό Συμβούλιο».

5. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 13 του άρθρου 4 του ν. 3864/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου συγκαλούνται από τον Πρόεδρο ή σε περίπτωση απουσίας του από ένα από τα άλλα μέλη του Γενικού Συμβουλίου, εκτός του εκπροσώπου του Υπουργείου Οικονομικών και εκτός του προσώπου που ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος».

6. Στο έβδομο εδάφιο της παραγράφου 10 του άρθρου 6 του ν. 3864/2010 οι λέξεις «της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας» διαγράφονται.

7. Στο τέλος της παρ. 10 του άρθρου 6 του ν. 3864/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Με όμοια απόφαση δύναται να καθορίζονται οι ειδι­κότεροι όροι που συνομολογούνται κατά τη σύναψη των συμβάσεων προεγγραφής του Ταμείου, του πιστωτικού ιδρύματος και του ΕΤΧΣ για τη συμμετοχή του Ταμεί­ου στην κάλυψη υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών εκδόσεως του πιστωτικού ιδρύματος.»

8. Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 3864/2010 μετά τις λέξεις «των ομολογιών» προστί­θενται οι λέξεις «και των χρηματοοικονομικών μέσων, η τιμή διάθεσης των κοινών μετοχών, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης της κεφαλαιακής ενίσχυσης».

9. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 3864/2010 εφαρμόζεται και για την έκδοση των με­τατρέψιμων ομολογιών ή χρηματοοικονομικών μέσων.

10. Η παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 3864/2010 καταρ­γείται.

11. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 9 του ν. 4051/2012 (A’ 40) καταργείται και προστίθεται παρ. 10 στο άρθρο 16Β του ν. 3864/2010 ως εξής:

«10. Μέχρι το διορισμό των μελών του Γενικού Συμβου­λίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής και τη συγκρότη­ση των οργάνων αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3864/2010, το Ταμείο διοικείται από το υφιστάμενο διοικητικό συμβούλιο. Με το διορισμό των νέων οργά­νων διοίκησης καταργείται το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου και παύει η θητεία των μελών του αυτοδικαίως και αζημίως».

 

Δ.2.– Ρύθμιση θεμάτων αποκρατικοποιήσεων:

1. α. Στο τέλος του άρθρου 7 του ν. 4062/2012 (A’70), προστίθενται παράγραφοι 4 και 5 ως εξής:

«4. Περιέρχονται στο Ελληνικό Δημόσιο κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, με τα παραρτήματα και τα συστατικά τους, τα παρακάτω ακίνητα, τα οποία βρίσκονται στην έκταση του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού - Αγ. Κοσμά, όπως αυτή ορίζεται στην πα­ράγραφο 1 του άρθρου αυτού:

α. Εκτάσεις του πρώην Αεροδρομίου Ελληνικού, με τα κτίσματα, συστατικά και παραρτήματα που βρίσκο­νται σε αυτές, συνολικού εμβαδού 169.448,20 τ.μ., όπως αυτές εμφαίνονται με στοιχεία 1.1, 1.2, 1.3, 1.4, 1.1 και 1.5, 1.6, 1.7, 1.8, 1.5 στο από Οκτώβριο 2012 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1: 1000 που θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και Στέγασης του Υπουργείου Οικονομικών, αντίγραφο του οποίου δημοσιεύεται σε φωτοσμίκρυνση με το νόμο αυτό στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II - διάγραμμα 1).

β. Κτίσμα του πρώην Αεροδρομίου Ελληνικού, εμβαδού 149,80 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται με στοιχεία 2.1,

2.2, 2.3, 2.4, 2.1. στο από Οκτώβριο 2012 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1: 200 που θεωρήθηκε από τον

Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και Στέγασης του Υπουργείου Οικονομικών, αντίγραφο του οποίου δημοσιεύεται σε φωτοσμίκρυνση με το νόμο αυτόν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II- διάγραμμα 2).

γ. Έκταση του πρώην Αεροδρομίου Ελληνικού, με τα κτίσματα, συστατικά και παραρτήματα που βρίσκονται σε αυτή, εμβαδού 38.688,30 τ.μ., όπως αυτή εμφαίνεται

με στοιχεία 3.1, 3.2,   3.12, 3.13, 3.1 στο από Οκτώβριο

2012 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1: 500 που θεω­ρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και Στέγασης του Υπουργείου Οικονομικών, αντίγραφο του οποίου δημοσιεύεται σε φωτοσμίκρυνση με τον παρόντα νόμο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II- διάγραμμα 3).

Το φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, στο οποίο δημοσιεύεται ο παρών νόμος, καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποφυκοφυλακείου και στο αρμόδιο Γραφείο Κτηματογράφησης. Η ως άνω καταχώριση απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος ή αμοιβή, συμπεριλαμβανομένου κάθε τέλους, εισφοράς ή δικαιώματος υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε νο­μικού προσώπου δημοσίου δικαίου και ασφαλιστικών οργανισμών ή τρίτων και αμοιβών ή ανταποδοτικών τελών υποθηκοφυλάκων και πάσης φύσης ανταποδο­τικών τελών.

5. Περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο η πλήρης και αποκλειστική κυριότητα κάθε ακινήτου, με τα παραρτή­ματα και τα συστατικά του, το οποίο βρίσκεται εντός της έκτασης του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού - Αγ. Κοσμά, όπως αυτή περιγράφεται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού».

β. Στο τέλος της υποπαραγράφου α’ της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ν. 4062/2012 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Με όμοιο προεδρικό διάταγμα μπορούν επίσης να τροποποιούνται ή αναθεωρούνται γενικά πολεοδομικά σχέδια, πολεοδομικές μελέτες, ρυμοτομικά σχέδια και σχέδια πόλεως, καθώς και τοπικά ρυμοτομικά σχέδια του άρθρου 26 του ν. 1337/1983 (Α’ 33), προκειμένου να εναρμονιστούν με τα όρια και το περιεχόμενο των ει­δικότερων ζωνών των παραγράφων 2 και 3, ιδίως όσον αφορά τις χρήσεις γης, τους όρους και περιορισμούς δόμησης και τους όρους προστασίας του περιβάλλο­ντος ή και κάθε άλλο θέμα αναγκαίο για την ολοκλη­ρωμένη ανάπτυξη του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού

-    Αγίου Κοσμά».

2. α. Καταργείται αφότου ίσχυσε η με αριθμ. 186/6.9.2011 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Περιβάλ­λοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Υποδο­μών, Μεταφορών και Δικτύων (Β’ 2061) κατά το μέρος που αφορά το ακίνητο με αύξοντα αριθμό 34, Α.Β.Κ. 193, Διεύθυνση Μεσογείων 96, Αθήνα, επιφάνεια 10.000 τ.μ..

Η μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου με την καταργούμενη απόφαση θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη.

β. Εγκρίνεται το ρυμοτομικό διάγραμμα εντός Ζωνών Δ1 και Δ2 του Μητροπολιτικού Πάρκου «Γουδί» του από 14.6.2011 π.δ. (Δ’187) σε κλίμακα 1:1000, που θεωρή­θηκε από τον Διευθυντή Περιουσίας της ΕΤΑΔ ΑΕ τον Οκτώβριο 2012, και που αντίτυπό του δημοσιεύεται σε φωτοσμίκρυνση με τον παρόντα νόμο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ !ΙΙ), με τους επί αυτού εμφαινόμενους κοινόχρηστους χώρους και τον με στοι­χεία 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 70, 69, 68, 67, 66, 65, 64, 63, 62, 61, 60, 59, 58, 57, 56, 55, 54, 53, 52, 51, 50, 21 οικοδομήσιμο χώρο. Επιτρεπόμενες χρήσεις στον οικοδομήσιμο χώρο καθορίζονται οι εξής: περίθαλψη, κοινωνική πρόνοια, εκπαίδευση/έρευνα, διοίκηση.

γ. Το ακίνητο με στοιχεία 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29,  30, 31, 32, 33, 70, 69, 68, 67, 66, 65, 64, 63, 62, 61, 60, 59, 58, 57, 56, 55, 54, 53, 52, 51, 50, 21, το οποίο εμφαίνεται στο δημοσιευόμενο με τον παρόντα νόμο ρυμοτομικό διάγραμμα που περιγράφεται στην προηγούμενη υποπαράγραφο, επιφανείας 11.903,00 τ.μ. μετά των επ’ αυτού κτισμάτων, μεταβιβάζεται και περιέρχεται χωρίς αντάλ­λαγμα στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε.» κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ν. 3986/2011 (Α’ 152). Το Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως στο οποίο δημοσιεύεται ο παρών νόμος καταχωρίζεται στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών και στο αρμόδιο Γραφείο Κτηματογράφησης Αθηνών.

3. α.   Καταργείται αφότου ίσχυσε η με αριθμ. 202/21.2.2012 (Β’ 656) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικο­νομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κατά το μέρος που αφορά το ακίνητο με αύξοντα αριθμό 24, Διεύθυνση Α. Παπανδρέου 37, Μαρούσι, επιφάνεια 28.000 τ.μ. και κτηματολογική μερίδα 050142664006/0/0.

Η μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου με την καταργούμενη απόφαση θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη.

β. Το ακίνητο (ΚΑΕΚ 050142664006/0/0) με στοιχεία 1, 2,   3…140, 141, 1, εμβαδού 231.092 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα σε κλίμακα 1:1000, που θεωρήθηκε από τον Διευθυντή Περιουσίας της ΕΤΑΔ ΑΕ τον Οκτώβριο 2012 και που αντίτυπό του δημοσιεύεται σε φωτοσμίκρυνση με τον παρόντα νόμο στην Εφημε­ρίδα της Κυβερνήσεως (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV), κατατμείται στο ακίνητο ΙΕ1 με στοιχεία 74, 75, 76.123, 124, 173, 172, 171. 144, 143, 142, 74, εμβαδού 95.352 τ.μ. και στο ακίνη­το Ε2 με στοιχεία 1, 2, 3. 73, 74, 142, 143. 172, 173, 124, 125.140,141,1, εμβαδού 135.740 τ.μ., ως εμφαίνονται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα.

γ. Το ακίνητο Ε1 της προηγούμενης υποπερίπτωσης 3.   β της παρούσας υποπαραγράφου μεταβιβάζεται και περιέρχεται χωρίς αντάλλαγμα στην Ανώνυμη Εται­ρεία με την επωνυμία «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε.» κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ν. 3986/2011.

δ. Επί του ακινήτου Ε2 το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολο­γικής Εκπαίδευσης (Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε.) του άρθρου 4 παρ. 1α του ν. 3027/2002 (Α’ 152) διατηρεί δικαίωμα επικαρπίας.

ε. Το φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, στο οποίο δημοσιεύεται ο παρών νόμος, καταχωρίζεται στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου.

4. α.   Καταργείται αφότου ίσχυσε η υπ’ αριθ. 186/6.9.2011 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυ­ξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Υποδομών, Μετα­φορών και Δικτύων (Β’ 2061) κατά το μέρος που αφορά το ακίνητο με αύξοντα αριθμό 35, Α.Β.Κ. 2248, Διεύθυνση Κηφισίας 39, Μαρούσι, επιφάνεια 28.000 τ.μ..

Η μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου με την καταρ- γούμενη απόφαση θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη.

β. Επί του ενιαίου οικοπέδου κυριότητας του Ελληνι­κού Δημοσίου συνολικής έκτασης 14.300,54 τ.μ., το οποίο απαρτίζεται από (α) το οικόπεδο με αριθμό Β.Κ. 2248, έκτασης 11.494,86 τ.μ., το οποίο είναι καταχωρισμένο στο Κτηματολογικό Φύλλο του Κτηματολογικού Βιβλί­ου του Δήμου Αμαρουσίου με Κ.Α.Ε.Κ. 050142411001/0/0 κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου και (β) το οικόπεδο εμβαδού 2.805,68 τ.μ., το οποίο είναι καταχωρισμένο στο Κτηματολογικό Φύλλο του Κτηματολογικού Βιβλί­ου του Δήμου Αμαρουσίου με Κ.Α.Ε.Κ. 050142411002/0/0 κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, συνιστώνται από και με τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3741/1929 (Α’ 4) και τα άρθρα 1002 και 1117 Αστικού Κώδικα, δύο (2) ανεξάρτητες και αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες και συγκεκριμένα:

Α) Η υπό στοιχείο (Α) οριζόντια ιδιοκτησία που εμφαί­νεται στο από Οκτωβρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:200 του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Ιωάννη Παπαστάμου, το οποίο προσαρτάται στον πα­ρόντα νόμο και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V), αποτελείται από ισόγειο και τρεις (3) ορόφους, συνολικού εμβαδού 14.680,60 τ.μ., πλέον υπό­γειων βοηθητικών χώρων εμβαδού 6.281,00 τ.μ. και η οποία συμμετέχει με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου 337,20/1000 εξ αδιαιρέτου.

Β) Η υπό στοιχείο (Β) οριζόντια ιδιοκτησία που εμφαί­νεται στο συνημμένο, στον παρόντα νόμο, από Οκτω­βρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:200 του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Ιωάννη Παπαστάμου (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V), αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο όρο­φο, και επτά (7) ορόφους συνολικού εμβαδού 28.856,50 τ.μ. πλέον υπόγειων βοηθητικών χώρων εμβαδού 5.327,62 τ.μ. και η οποία συμμετέχει με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου 662,80/1000 εξ αδιαιρέτου.

γ. Τροποποίηση της κατά την προηγούμενη υποπαράγραφο σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών, καθώς και καθορισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών δύναται να γίνει οποτεδήποτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο υποβαλλόμενο σε μεταγραφή, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, στις οποίες υπάγονται εφεξής και τα διά του παρόντος συνιστώμενα εμπράγματα δικαιώματα.

δ. Μεταβιβάζεται και περιέρχεται χωρίς αντάλλαγμα στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Ταμείο Αξιο­ποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε.» κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή η υπό στοιχείο (Β) οριζόντια ιδιοκτησία της υποπαραγράφου β’, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ν. 3986/2011.

ε. Το Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, στο οποίο δημοσιεύεται ο παρών νόμος καταχωρίζεται στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου.

στ. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, το Πα­ραχωρητήριο Χρήσης Δημοσίου Ακινήτου της «Κτη­ματικής Εταιρίας του Δημοσίου» με αριθμό φακέ­λου 312969/8.2.1991, με το οποίο παραχωρήθηκε στην HELEXPO-ΔΕΘ Α.Ε. η χρήση του Β.Κ. 2248 δημοσίου ακινήτου αρμοδιότητας Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών, ισχύει μόνο για την υπό στοιχείο (Α) οριζόντια ιδιοκτη­σία που συνίσταται με την υποπαράγραφο β’.

5. α. Στο τέλος της παραγράφου 10 του άρθρου 3 του ν. 3986/2011 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Το Ταμείο συντάσσει, επίσης, τριμηνιαίες αναφορές επί των δραστηριοτήτων και των οικονομικών καταστάσεών του, που περιλαμβάνουν αναλυτική κατάσταση του συνόλου των εσόδων και καταστάσεις ταμειακών ροών και οικονομικής θέσης και αναρτώνται στην ιστοσελίδα του εντός 60 ημερών από το τέλος κάθε τριμήνου.»

β. Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ν. 3986/2011 αντικαθίσταται ως εξής:

«Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εντο­λής του Α.Κ., με εξαίρεση τα άρθρα 719, 721 έως και 723 του ίδιου Κώδικα».

 

Δ.3.-Μηχανισμός παρακολούθησης ετησίων προϋπολογισμών για τις ΔΕΚΟ και τα  Ν.Π.Ι.Δ. του Κεφαλαίου Α’ του Ν. 3429/2005:

1. Οι ΔΕΚΟ και τα ΝΠΙΔ του Κεφαλαίου Α’ του ν. 3429/2005 υποβάλλουν τους ετήσιους προϋπολογι­σμούς τους στη Δ/νση ΔΕΚΟ του Υπουργείου Οικονομι­κών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 του ν. 3429/2005. Πέραν όσων ορίζονται στο εν λόγω άρθρο, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία ψήφισης του Κρατικού Προ­ϋπολογισμού, οι ετήσιοι προϋπολογισμοί των ανωτέρω φορέων εξειδικεύονται σε μηνιαία και τριμηνιαία βάση (τρίμηνο, εξάμηνο, εννεάμηνο, έτος) από τη Δ/νση ΔΕΚΟ, σε συνεργασία με τις διοικήσεις των φορέων, και κοινο­ποιούνται στις αρμόδιες υπηρεσίες των εποπτευόντων Υπουργείων και του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Οι διοικήσεις των ανωτέρω φορέων πρέπει να διασφαλί­ζουν ότι δεν θα υπάρχουν αρνητικές αποκλίσεις, καθώς και να λαμβάνουν όλες τις απαραίτητες ενέργειες προς αυτό το σκοπό. Η εκτέλεση των ετήσιων εγκεκριμένων προϋπολογισμών των προαναφερόμενων φορέων πα- ρακολουθείται σε μηνιαία και τριμηνιαία βάση από τη Δ/νση ΔΕΚΟ του Υπουργείου Οικονομικών και για το σκοπό αυτό, οι εν λόγω φορείς, πρέπει να υποβάλλουν μηνιαία οικονομικά στοιχεία στην προαναφερόμενη υπηρεσία.

2. Στην περίπτωση αρνητικών αποκλίσεων ακολου­θούνται οι παρακάτω διαδικασίες:

α. Για τις ΔΕΚΟ και τα Ν.Π.Ι.Δ. του Κεφ. Α’ του ν. 3429/2005 που είναι φορείς Γενικής Κυβέρνησης:

Σε περιπτώσεις αρνητικής απόκλισης στα οικονομι­κά αποτελέσματα προ φόρων, τόκων και προβλέψεων, η Δ/νση ΔΕΚΟ υποχρεούται να προσδιορίζει το ποσό της μηνιαίας απόκλισης, το οποίο θα κοινοποιείται στις αρμόδιες υπηρεσίες των εποπτευόντων Υπουργείων και του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και θα αφαιρείται για κάθε φορέα από την επιχορήγηση που δικαιούται να λάβει κατά τον επόμενο μήνα από τον μήνα που διαπιστώθηκε η απόκλιση. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, πέρα από την μείωση των επιχορηγήσεων, το εγκεκρι­μένο ποσό ακαθάριστου δανεισμού θα μειώνεται ισό­ποσα από την ίδια Δ/νση, η οποία υποχρεούται επίσης να ενημερώσει σχετικά την 25η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που είναι αρμόδια για τις εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου.

Εάν βάσει των απολογιστικών στοιχείων τριμήνου, εξαμήνου και έτους, ο προϋπολογισμός εξισορροπηθεί και αντισταθμιστούν οι αρνητικές αποκλίσεις, τότε το ύψος της επιχορήγησης του Κρατικού Προϋπολογισμού και το εγκεκριμένο ποσό ακαθάριστου δανεισμού για το εν λόγω τρίμηνο, εξάμηνο ή έτος, αναπροσαρμόζο­νται στα αρχικά εγκεκριμένα όρια και τυχόν ποσά που έχουν παρακρατηθεί από την εγκεκριμένη επιχορήγηση αποδίδονται στον φορέα με την επόμενη μηνιαία δόση.

β. Για τις ΔΕΚΟ και τα Ν.Π.Ι.Δ. του Κεφ. Α’ του ν. 3429/2005 που δεν είναι φορείς Γενικής Κυβέρνησης:

Για τους φορείς που λαμβάνουν επιχορηγήσεις, η παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού ακολουθεί τις διατάξεις της ανωτέρω περίπτωσης α’ της παρούσας παραγράφου.

Για τους φορείς που δεν λαμβάνουν επιχορήγηση από τον τακτικό προϋπολογισμό, σε περίπτωση αρνητικής απόκλισης στα οικονομικά αποτελέσματα προ φόρων, τόκων και προβλέψεων, η Δ/νση ΔΕΚΟ υποχρεούται να μειώσει ισόποσα το εγκεκριμένο ποσό δανειοδότησης και να ενημερώσει την 25η Διεύθυνση του Γενικού Λο­γιστηρίου του Κράτους. Εάν, βάσει των απολογιστικών στοιχείων τριμήνου, εξαμήνου και έτους, ο προϋπολογι­σμός εξισορροπηθεί και αντισταθμιστούν οι αρνητικές αποκλίσεις, το εγκεκριμένο ποσό ακαθάριστου δανει­σμού αποκαθίσταται σε εκείνο που είχε αρχικά εγκριθεί για το αναφερόμενο διάστημα (τρίμηνο, εξάμηνο, έτος).

3. Σε κάθε περίπτωση, και εφόσον διαπιστωθεί αρνητι­κή απόκλιση σε τριμηνιαία βάση (τρίμηνο, εξάμηνο, έτος) στα οικονομικά αποτελέσματα προ φόρων, τόκων και προβλέψεων σε σχέση με τα προϋπολογισθέντα, σε κά­ποιον εκ των φορέων της προηγούμενης παραγράφου, η καταβολή των αμοιβών των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, αναστέλλεται έως την εξισορρόπηση του αρχικώς εγκεκριμένου προϋπολογισμού και την αντι­στάθμιση τυχόν αρνητικών αποκλίσεων. Εάν τα ετήσια οικονομικά αποτελέσματα προ φόρων, τόκων και προ­βλέψεων, αποκλίνουν σε ποσοστό μεγαλύτερο του 10% σε σχέση με αυτά που έχουν εγκριθεί στον προϋπολογι­σμό του φορέα, τότε η θητεία των εκτελεστικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του συγκεκριμένου φορέα, λήγει αυτοδίκαια εντός ενός μήνα από την διαπίστωση της εν λόγω απόκλισης.

4. Στην περίπτωση κατά την οποία η διοίκηση κάποιου φορέα διαπιστώσει αδυναμία εκτέλεσης του εγκεκρι­μένου προϋπολογισμού που οφείλεται αποκλειστικά σε εξωγενείς παράγοντες και εκτός του πεδίου δρά­σης της, οφείλει να υποβάλει άμεσα στη Δ/νση ΔΕΚΟ, αίτημα αναθεώρησης του ετήσιου εγκεκριμένου προ­ϋπολογισμού με σχετική τεκμηριωμένη έκθεση για την αναγκαιότητα και τους λόγους αναθεώρησης του αρχικώς εγκεκριμένου προϋπολογισμού. Η ανωτέρω Δ/νση εξετάζει το αίτημα εντός 15 ημερών και προβαίνει, εάν κρίνει σκόπιμο, στην αναθεώρηση του εγκεκριμένου προϋπολογισμού ενημερώνοντας άμεσα τις αρμόδιες υπηρεσίες των εποπτευόντων Υπουργείων και του Γε­νικού Λογιστηρίου του Κράτους.

5. Με Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύνανται να εξειδικεύονται οι λεπτομέρειες σχετικά με τη διαδι­κασία παρακολούθησης της εκτέλεσης των εγκεκριμέ­νων προϋπολογισμών και την επιβολή των όσων προ- βλέπονται στην παρ. 2 του παρόντος, τα υποβαλλόμενα από τους φορείς στοιχεία, καθώς και τυχόν κριτήρια για την εξαίρεση φορέων από τη μηνιαία παρακολούθη­ση της εκτέλεσης των προϋπολογισμών τους, εάν δεν επιβαρύνουν σημαντικά τον Κρατικό Προϋπολογισμό».

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε΄: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΣΟ­ΔΑ,

ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Ε.1.–Κώδικας Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών και λοιπές φορολογικές διατάξεις:

1. Ο Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ.186/1992, Α’ 84), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, καταργείται και αντικαθίσταται με τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών που έχει ως εξής:

«Κώδικας Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών

Άρθρο 1.–Υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών

1. Κάθε ημεδαπό πρόσωπο των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 2 και των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 101 του ν. 2238/1994, κοινοπραξία, κοινωνία ή νομική οντότητα που ασκεί δραστηριότητα στην ελληνική επι­κράτεια και αποβλέπει στην απόκτηση εισοδήματος από εμπορική ή βιομηχανική ή βιοτεχνική ή γεωργική επιχεί­ρηση ή από ελευθέριο επάγγελμα ή από οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση, καθώς και οι αστικές κερδοσκοπικές ή μη εταιρείες, έχει τις υποχρεώσεις του παρόντος νόμου σχετικά με την τήρηση βιβλίων, έκδοση στοιχείων και υποβολή δεδομένων για διασταύρωση.

2. Τις υποχρεώσεις της προηγουμένης παραγράφου έχει και κάθε αλλοδαπό πρόσωπο ή νομική οντότητα που αποκτά πραγματική-φυσική επαγγελματική εγκατά­σταση στην ελληνική επικράτεια ή ασκεί δραστηριότητα στην ελληνική επικράτεια αποβλέποντας στην απόκτηση εισοδήματος από εμπορική ή βιομηχανική ή βιοτεχνική ή γεωργική επιχείρηση ή από ελευθέριο επάγγελμα ή από οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση. Εξαιρετικά, τις υποχρε­ώσεις αυτές έχει και κάθε αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που δεν έχει εγκατάσταση στην ελλη­νική επικράτεια, εφόσον ανεγείρει ακίνητο κυριότητάς της εντός της ελληνικής επικράτειας ή πραγματοποιεί σε τέτοιο ακίνητο προσθήκες ή επεκτάσεις. Τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο δεν ισχύουν για τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3.

Άρθρο 2.– Τρόπος απεικόνισης συναλλαγών

1. Από την απεικόνιση των συναλλαγών στα βιβλία και από τα στοιχεία πρέπει να προκύπτουν συγκεντρωτικά και αναλυτικά στοιχεία των καταχωρήσεων και να υπο­στηρίζονται αυτές, ώστε να είναι ευχερής η αναλυτική πληροφόρηση και εφικτή η επαλήθευση αυτών από τον φορολογικό έλεγχο, για τις ανάγκες όλων των φορο­λογικών αντικειμένων.

2. Τα βιβλία και τα στοιχεία τηρούνται στην ελληνική γλώσσα και στο ευρώ, εκτός αν έχει νομίμως επιτραπεί η τήρηση αυτών κατ’ άλλον τρόπο. Τα στοιχεία που εκδίδονται για συναλλαγές με το εξωτερικό επιτρέπεται να διατυπώνονται σε ξένη γλώσσα και να αναγράφεται σε αυτά το ξένο νόμισμα στο οποίο γίνεται η συναλλαγή.

Ειδικά, τα τιμολόγια και τα στοιχεία που επέχουν θέση τιμολογίου συνενωμένα ή μη με στοιχεία διακίνησης μπορεί να εκφράζονται σε ξένη γλώσσα για συναλλαγές και στο εσωτερικό της χώρας. Η φορολογική αρχή δι­καιούται, για ορισμένους υπόχρεους απεικόνισης συναλ­λαγών ή σε ορισμένες περιπτώσεις, να ζητά για λόγους ελέγχου, μετάφραση των στοιχείων που εκφράζονται σε ξένη γλώσσα, τα οποία προσκομίζονται μεταφρα­σμένα εντός ευλόγου προθεσμίας, η οποία τίθεται από την φορολογική αρχή. Τα ποσά που αναφέρονται στα ανωτέρω στοιχεία είναι δυνατόν να εκφράζονται σε οποιοδήποτε νόμισμα, υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό του οφειλόμενου φόρου εκφράζεται στο εθνικό νόμισμα του κράτους - μέλους στο οποίο πραγματοποιείται η παράδοση των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών με τη χρήση του μηχανισμού μετατροπής που προβλέπεται στο άρθρο 91 της Οδηγίας 2006/112/ΕΕ.

3. Κάθε εγγραφή στα βιβλία, που αφορά συναλλαγή ή άλλη πράξη του υπόχρεου, πρέπει να στηρίζεται σε στοιχεία που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρό­ντος νόμου ή σε δημόσια έγγραφα ή σε άλλα πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία.

4. Μηχανογραφικές καταστάσεις ή βεβαιώσεις, σε έγ­γραφη ή μαγνητική μορφή, οι οποίες εκδίδονται ή πα­ράγονται από τράπεζες ή άλλους πιστωτικούς οργανι­σμούς και πιστοποιούν την πραγματοποίηση από αυτές εισπράξεων ή πληρωμών για λογαριασμό του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ασφαλιστικών οργανισμών, επέχουν θέση παραστατικών εγγράφων των δοσοληψιών που αναφέρονται σε αυτές.

5. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, ως «ηλε­κτρονικό τιμολόγιο» νοείται το τιμολόγιο που περιέχει τις απαιτούμενες σύμφωνα με τον παρόντα νόμο πλη­ροφορίες και το οποίο εκδίδεται και λαμβάνεται σε οποιαδήποτε ηλεκτρονική μορφή. Η χρήση ηλεκτρονικού τιμολογίου υπόκειται στην αποδοχή του αποκτώντος τα αγαθά ή του λήπτη των υπηρεσιών.

Η αυθεντικότητα της προέλευσης, η ακεραιότητα του περιεχομένου και η αναγνωσιμότητα των τιμολογίων, σε χαρτί ή σε ηλεκτρονική μορφή, διασφαλίζεται από τη χρονική στιγμή της έκδοσής τους έως τη λήξη της πε­ριόδου φύλαξής τους. Κάθε υπόχρεος ορίζει τον τρόπο διασφάλισης της αυθεντικότητας της προέλευσης, της ακεραιότητας του περιεχομένου και της αναγνωσιμότητάς του με κάθε πρόσφορο τρόπο ο οποίος διασφαλίζει την αξιοπιστία της διαδρομής μεταξύ τιμολογίου και παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών. Με τον όρο «αυθεντικότητα της προέλευσης» νοείται η διασφάλιση της ταυτότητας του προμηθευτή ή του εκδότη του τι­μολογίου. Με τον όρο «ακεραιότητα του περιεχομένου» νοείται ότι το περιεχόμενο που απαιτείται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία δεν έχει αλλοιωθεί.

Για την υλοποίηση των προαναφερομένων η αυθεντι­κότητα της προέλευσης και η ακεραιότητα του περιε­χομένου ενός ηλεκτρονικού τιμολογίου, θεωρείται ότι διασφαλίζεται με τους πιο κάτω ενδεικτικά αναφερόμενους τρόπους:

α) Προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του π.δ. 150/2001 (Α’ 125).

β) Ηλεκτρονική ανταλλαγή δεδομένων (EDI), όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 της σύστασης 1994/820/Ε.Κ. της Επιτροπής, της 19ης Οκτωβρίου 1994 (Επίσημη Εφη­μερίδα Ε.Κ. EL 388/28.12.1994), εφόσον η συμφωνία σχετι­κά με αυτή την ανταλλαγή προβλέπει τη χρησιμοποίηση διαδικασιών που να εξασφαλίζουν τη γνησιότητα της προέλευσης και την ακεραιότητα των δεδομένων.

γ) Σήμανση με τη χρήση ειδικών ασφαλών διατάξεων σήμανσης του ν. 1809/1988.

Στην περίπτωση που πλήθος τιμολογίων αποστέλλεται ή τίθεται στη διάθεση του ίδιου αποκτώντος αγαθά ή λήπτη υπηρεσιών, οι κοινές ενδείξεις στα διάφορα τιμολόγια είναι δυνατόν να παρατίθενται μία μόνο φορά, όταν είναι δυνατή η πρόσβαση στο σύνολο των πληρο­φοριών κάθε τιμολογίου.

Ειδικά, για συναλλαγές με ιδιώτες το αντίτυπο των φορολογικών στοιχείων ή παραστατικών που προορί­ζεται για τον πελάτη, μπορεί να μην αποστέλλεται σε χαρτί, εφόσον ο πελάτης αποδέχεται τη λήψη ηλεκτρο­νικών αρχείων, τα οποία περιέχουν όλα τα δεδομένα και τις ενδείξεις που αποτυπώνονται στο στέλεχος ή το ηλεκτρονικό αρχείο του εκδότη των στοιχείων.

6. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών μπορεί να συγχωνεύει ή συνενώνει οποιοδήποτε βιβλίο ή βιβλία, στοιχείο ή στοιχεία, βιβλίο και στοιχείο ή βιβλία και στοιχεία σε άλλο, με την προϋπόθεση ότι από το βιβλίο ή το στοιχείο που προκύπτει από τη συγχώνευση ή τη συνένωση παρέχονται τουλάχιστον τα δεδομένα των συγχωνευομένων ή συνενωμένων βιβλίων ή στοιχείων. Επί συνένωσης βιβλίου με στοιχείο το βιβλίο μπορεί να τηρείται σε περισσότερα του ενός αντίτυπα.

7. Σε περίπτωση βλάβης μηχανήματος ή γενικά μη λειτουργίας του λογισμικού παρατείνεται η προθεσμία ενημέρωσης των βιβλίων με εξαίρεση της αναλυτικής πληροφόρησης της παραγράφου 23 του άρθρου 4. Η παράταση αυτή δεν μπορεί να υπερβεί την προθεσμία υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.

8. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών που χρησι­μοποιεί ηλεκτρονικό υπολογιστή (Η/Υ) για την τήρηση των βιβλίων ή την έκδοση των στοιχείων υποχρεούται να θέτει στη διάθεση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ., το κατάλληλο προσωπικό για τη χρήση του λογισμικού της επιχείρησης, για όσο χρόνο απαιτηθεί, κατά τη διάρκεια του ελέγχου και να επιτρέπει, σε συνεργείο ελέγχου που συμμετέχει και υπάλληλος με ειδικότητα πληροφορικής, την απευθείας λήψη οποιουδήποτε στοιχείου ή πληρο­φορίας από τα αρχεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Επίσης, υποχρεούται να παρέχει κάθε πληροφορία στον φορολογικό έλεγχο σχετικά με τις εφαρμογές λογισμι­κού που αναφέρονται τουλάχιστον στην εφαρμογή των διατάξεων της Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών. Τις υποχρεώσεις του προηγούμενου εδαφίου έχει και όποιος αναλαμβάνει τη μηχανογραφική τήρηση των βιβλίων των υπόχρεων.

Άρθρο 3.– Εξαιρέσεις - Απαλλαγές

1. Το Δημόσιο, το ημεδαπό ή αλλοδαπό νομικό πρό­σωπο ή επιτροπή ή ένωση προσώπων μη κερδοσκοπι­κού χαρακτήρα, το αλλοδαπό νομικό πρόσωπο που δεν έχει εγκατάσταση στην Ελλάδα και αποκτά κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου στην ημε­δαπή, οι ξένες αποστολές και οι διεθνείς οργανισμοί υποχρεούνται μόνο στη λήψη, έκδοση, υποβολή και δι­αφύλαξη των στοιχείων που ορίζονται ρητά από τον παρόντα νόμο.

Τα πρόσωπα αυτά, εκτός από το Δημόσιο, όταν ενερ­γούν πράξεις παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών που υπάγονται στο φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) ή στο φόρο εισοδήματος θεωρούνται υπόχρεοι απεικό­νισης συναλλαγών μόνο για τις δραστηριότητες αυτές και έχουν τις υποχρεώσεις των άρθρων 1 έως 10.

2. Δεν είναι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών τα φυσικά πρόσωπα, με εξαίρεση τους ελεύθερους επαγγελματίες, τα οποία, ευκαιριακά και ως παρεπόμενη απασχόληση, πωλούν προϊόντα ή παρέχουν υπηρεσίες για τις οποίες εκδίδονται στοιχεία από τον αντισυμ­βαλλόμενο.

3. Απαλλάσσεται από την υποχρέωση τήρησης βι­βλίων και έκδοσης αποδείξεων λιανικής ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών φυσικό πρόσωπο, που πραγ­ματοποίησε κατά την προηγούμενη ετήσια διαχειριστική περίοδο ακαθάριστα έσοδα μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ από την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών, αθροιστικά ή διαζευκτικά.

Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου της παρα­γράφου αυτής δεν εφαρμόζονται επί ελευθέρων επαγγελματιών, επί υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών που πραγματοποιούν ακαθάριστα έσοδα από πωλήσεις κατά ποσοστό τουλάχιστον εξήντα τοις εκατό (60%) σε άλλο υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών και σε πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 και αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. ή εξαγωγές ανεξάρτητα από ποσο­στό, επί των υπόχρεων στην τήρηση πληροφοριών του άρθρου 4, καθώς και επί προσώπων που επιλέγουν την ένταξή τους στο κανονικό καθεστώς Φ.Π.Α..

4. Σε περιπτώσεις μετασχηματισμού επιχειρήσεων, η νέα εταιρεία έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώ­σεις για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου, που είχε οποιαδήποτε από τις επιχειρήσεις ή κλάδους που μετασχηματίστηκαν.

5. Έξοδα πρώτης εγκατάστασης, αγορές και λοιπές συναλλαγές που πραγματοποιούνται από τον ιδρυτή, πριν τη σύσταση νομικού προσώπου ή υποκαταστήμα­τος αλλοδαπού προσώπου ή κοινοπραξίας ή την έναρξη λειτουργίας ατομικής επιχείρησης και οποιασδήποτε επιχείρησης γενικά, καταχωρούνται στα βιβλία των προ­σώπων αυτών μετά τη σύστασή τους ή την υποβολή της δήλωσης έναρξης εργασιών, κατά περίπτωση.

Άρθρο 4.–Τήρηση Απλογραφικών ή Διπλογραφικών βιβλίων

1. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών τηρεί απλο­γραφικά ή διπλογραφικά βιβλία όπως ορίζεται στις πα­ραγράφους 2 έως 5 του άρθρου αυτού ή απαλλάσσεται από την τήρηση βιβλίων όπως ορίζεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 3 από την έναρξη κάθε διαχειριστικής του περιόδου.

2. Στην τήρηση διπλογραφικών βιβλίων εντάσσονται οι ημεδαπές και αλλοδαπές ανώνυμες και περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, καθώς και οι ιδιωτικές κεφαλαιου­χικές εταιρίες. Κατ’ εξαίρεση, μπορούν να τηρήσουν απλογραφικά βιβλία οι αλλοδαπές γενικά επιχειρήσεις που εγκαθίστανται στην Ελλάδα με βάση τις διατάξεις των αναγκαστικών νόμων 89/1967 (Α’ 132) και 378/1968 (Α’ 82), τα υποκαταστήματα των αλλοδαπών αεροπορικών επιχειρήσεων που λειτουργούν στην Ελλάδα και απαλλάσσονται από τη φορολογία εισοδήματος με τον όρο της αμοιβαιότητας, καθώς και οι αλλοδαπές Α.Ε. και Ε.Π.Ε. του δευτέρου εδαφίου της παραγρ. 2 του άρθρου 1.

3. Σε απλογραφικά βιβλία εντάσσονται με την επιφύ­λαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού:

α) Ο πράκτορας εφημερίδων και περιοδικών, καθώς και ο πρατηριούχος χονδρικής πώλησης καπνοβιομηχανικών προϊόντων.

Όποιος από τους παραπάνω υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών διατηρεί και κλάδο παροχής άλλων υπη­ρεσιών ή πώλησης αγαθών τηρεί, για όλες τις δραστηριότητές του τα βιβλία της κατηγορίας που αντιστοιχεί στο σύνολο των ετήσιων ακαθάριστων εσόδων του.

β) Ο εκμεταλλευτής πλοίου δεύτερης κατηγορίας του άρθρου 3 του ν. 27/1975.

γ) Ο πρατηριούχος υγρών καυσίμων για την εμπορία βενζίνης και πετρελαίου και ο πωλητής πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) θέρμανσης.

Όποιος από τους παραπάνω υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών των περιπτώσεων β’ και γ’ διατηρεί και κλάδο πώλησης άλλων αγαθών ή παροχής υπηρεσιών τηρεί για τον κλάδο αυτόν τα βιβλία της κατηγορίας που αντιστοιχεί στα ετήσια ακαθάριστα έσοδά του.

δ) Ο νέος υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών κατά την έναρξη εργασιών του.

ε) Τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3, σε περίπτωση υποχρέωσης τήρησης διπλογραφικών βιβλίων.

4. Στην κατηγορία που αντιστοιχεί στα ετήσια ακα­θάριστα έσοδά τους, οι λοιποί υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, συμπεριλαμβα­νομένων και των αστικών επαγγελματικών εταιρειών δικηγόρων των προεδρικών διαταγμάτων 518/1989 (Α’ 220) και 81/2005 (Α’ 120), για τους οποίους δεν προβλέπεται ένταξη με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού.

5. Για την εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμε­νων παραγράφων τα όρια για την ένταξη σε τήρηση απλογραφικών ή διπλογραφικών βιβλίων, ορίζονται με βάση το ύψος των ετήσιων ακαθάριστων εσόδων της προηγούμενης διαχειριστικής περιόδου, ως ακολούθως:

Βιβλία

Όρια ακαθάριστων εσόδων

Απλογραφικά (Β’ Κατηγορίας)

μέχρι και 1.500.000 ευρώ

Διπλογραφικά (Γ’ Κατηγορίας)

Άνω των 1.500.000 ευρώ

Αν η προηγούμενη διαχειριστική περίοδος είναι μικρό­τερη ή μεγαλύτερη του 12μήνου τα ετήσια ακαθάριστα έσοδα για την ένταξη σε κατηγορία βιβλίων βρίσκονται με αναγωγή.

Όταν πωλούνται αγαθά για λογαριασμό τρίτου ως ακαθάριστο έσοδο για την τήρηση βιβλίων θεωρείται η αξία των αγαθών που πωλήθηκαν.

6. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών, από την έναρξη της διαχειριστικής του περιόδου, μπορεί να τηρήσει βιβλία ανώτερης κατηγορίας από εκείνη στην οποία εντάσσεται, με την προϋπόθεση της τήρησης όλων των βιβλίων και των στοιχείων, που ορίζονται για την κατηγορία αυτή.

7. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών που εντάσσε­ται σε τήρηση διπλογραφικών βιβλίων για την άσκηση του επαγγέλματός του, τηρεί λογιστικά βιβλία κατά τη διπλογραφική μέθοδο με οποιοδήποτε λογιστικό σύ­στημα, σύμφωνα με τις γενικά παραδεκτές αρχές της λογιστικής.

8. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 13 και 14 του παρόντος άρθρου, για την τήρηση των ημερολογίων και καθολικών εφαρμόζεται υποχρεωτικά το Ελληνικό Γενικό Λογιστικό Σχέδιο (π.δ. 1123/1980, Α’ 283), μόνο ως προς την δομή, την ονοματολογία και το περιε­χόμενο των πρωτοβαθμίων, δευτεροβαθμίων και των υπογραμμισμένων τριτοβαθμίων λογαριασμών, και από τους λογαριασμούς της ομάδας 9 μόνο ο λογαριασμός 94, εφόσον τα ακαθάριστα έσοδα από πωλήσεις αγαθών (λογαριασμοί 70, 71) υπερβαίνουν τα πέντε εκατομμύρια ευρώ ανά λογαριασμό. Η ανάπτυξη των δευτεροβαθμί­ων λογαριασμών, σε μη θεσμοθετημένους από τις δια­τάξεις του Γενικού Λογιστικού Σχεδίου τριτοβαθμίους λογαριασμούς, καθώς και η ανάπτυξη των τριτοβαθμίων λογαριασμών σε επίπεδο τεταρτοβαθμίων, γίνεται σύμ­φωνα με τις αρχές της λογιστικής και τις ανάγκες του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών.

Διατάξεις που επιβάλλουν την τήρηση κλαδικών λο­γιστικών σχεδίων κατισχύουν των διατάξεων των προ­ηγούμενων εδαφίων.

Από τους λογαριασμούς του γενικού και των αναλυ­τικών καθολικών πρέπει να προκύπτουν συγκεντρωτικά και αναλυτικά στοιχεία των καταχωρήσεων, ώστε να είναι ευχερής η πληροφόρηση ή η επαλήθευση από το φορολογικό έλεγχο, για τις ανάγκες όλων των φορο­λογικών αντικειμένων.

9. Το πρώτο, το δεύτερο και τα δύο τελευταία εδάφια της παραγράφου 21 του άρθρου αυτού έχουν ανάλογη εφαρμογή και επί τήρησης διπλογραφικών βιβλίων.

10.    Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών που τηρεί διπλογραφικά βιβλία τηρεί επίσης:

10.1.  Μητρώο παγίων περιουσιακών στοιχείων κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο 2.2.103 του Γενικού Λογιστικού Σχεδίου. Τα έπιπλα και σκεύη μπορεί να παρακολουθούνται στο μητρώο παγίων ανά συντε­λεστή απόσβεσης.

10.2.  Βιβλίο απογραφών στο οποίο μετά από καταμέ­τρηση καταγράφονται και αποτιμώνται όλα τα στοιχεία της επαγγελματικής του περιουσίας που κατέχει κατά τη λήξη της διαχειριστικής του περιόδου. Την ίδια υπο­χρέωση έχουν στο τέλος κάθε έτους και τα νομικά πρό­σωπα του άρθρου 101 του ν. 2238/1994 που έχουν τεθεί σε εκκαθάριση που διαρκεί πέραν του έτους. Για την αποτίμηση των στοιχείων της απογραφής εφαρμόζονται υποχρεωτικά οι κανόνες αποτίμησης του π.δ. 1123/1980.

Όταν τα λογιστικά βιβλία τηρούνται σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (Δ.Λ.Π.), η αξία των μενόντων αποθεμάτων των ιδιοπαραχθέντων έτοιμων προϊόντων και της παραγωγής σε εξέλιξη, όπως αυτή προσδιορί­ζεται με βάση τα Δ.Λ.Π. δεν αναπροσαρμόζεται με τις διαφοροποιήσεις στοιχείων κόστους μεταξύ λογιστικής και φορολογικής βάσης. Οι διαφορές αυτές, εφόσον υπάρχουν, ποσοτικοποιούνται σε ετήσια συνολική βάση, ανεξάρτητα αν αποτελούν στοιχεία κόστους των πωληθέντων ή των μενόντων προϊόντων και καταχωρούνται στον Πίνακα των Φορολογικών Αποτελεσμάτων Χρήσης και στον Πίνακα Συμφωνίας Λογιστικής Φορολογικής Βάσης (Π.Σ.Λ.Φ.Β.), που ορίζονται από τις διατάξεις της παραγράφου 14 του άρθρου αυτού.

Στο βιβλίο απογραφών καταχωρούνται:

α) Τα αποθέματα τα οποία καταγράφονται στο βιβλίο ή σε καταστάσεις διακεκριμένα για κάθε αποθηκευτικό χώρο. Τα αποθέματα που βρίσκονται σε τρίτους καταχωρούνται ανά τρίτο χωρίς να απαιτείται καταχώρηση και κατά αποθηκευτικό χώρο τρίτου. Η καταχώρηση, η οποία περιλαμβάνει το είδος, τη μονάδα μέτρησης, την ποσότητα, την κατά μονάδα αξία, στην οποία αποτιμήθηκε κάθε είδος, καθώς και τη συνολική του αξία, γίνεται με μία εγγραφή για ολόκληρη την ποσότητα κάθε εί­δους αγαθού, για κάθε αποθηκευτικό χώρο. Τα πιο πάνω αναφερόμενα αγαθά που βρίσκονται σε υποκατάστημα ή σε αποθηκευτικό χώρο καταχωρούνται διακεκριμένα στο βιβλίο απογραφών της έδρας και τα δεδομένα των αγαθών αυτών δίνονται άμεσα στον έλεγχο που διενεργείται στο υποκατάστημα ή στον αποθηκευτικό χώρο.

β) Τα πάγια περιουσιακά στοιχεία τα οποία αναγρά­φονται κατά ομοειδείς κατηγορίες τουλάχιστον με την αξία κτήσης ή κόστος ιδιοκατασκευής, προσαυξημένο με τις δαπάνες επεκτάσεων ή προσθηκών και βελτιώσεων, τις αποσβέσεις τους και την αναπόσβεστη αξία τους.

Σε περίπτωση ολοσχερούς απόσβεσης παγίου περιου­σιακού στοιχείου διατηρείται στο μητρώο παγίων περι­ουσιακών στοιχείων αναπόσβεστη αξία ενός λεπτού του ευρώ, όταν το περιουσιακό αυτό στοιχείο εξακολουθεί να παραμένει στην κυριότητα του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών.

Κατ’ εξαίρεση, τα έπιπλα και σκεύη μπορεί να καταχωρούνται στο βιβλίο απογραφών, κατά συντελεστή αποσβέσεων, με το συνολικό ποσό της αξίας κτήσης τους, τις αποσβέσεις και την αναπόσβεστη αξία τους.

γ) Τα λοιπά στοιχεία του ενεργητικού και του παθη­τικού, τα οποία μπορεί να καταχωρούνται στο βιβλίο απογραφών με τα υπόλοιπα μόνο των πρωτοβάθμιων λογαριασμών, εφόσον ανάλυση καθενός λογαριασμού δίνεται στον έλεγχο. Ειδικά για τις μετοχές, τις ομολο­γίες και τα λοιπά χρεόγραφα καταχωρείται για κάθε είδος η ποσότητα, η αξία κτήσης κι η τρέχουσα αξία.

δ) Τα αποθέματα κυριότητας άλλου υπόχρεου απει­κόνισης συναλλαγών που βρίσκονται κατά τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου στις εγκαταστάσεις του κατ’ είδος και ποσότητα, εφόσον τα δεδομένα αυτά δεν προκύπτουν από άλλα βιβλία.

ε) Ο νόμιμα συνταχθείς ισολογισμός και λογαρια­σμός αποτελεσμάτων χρήσης, ο πίνακας διάθεσης αποτελεσμάτων, η κατάσταση του λογαριασμού γενι­κής εκμετάλλευσης, σύμφωνα με τα υποδείγματα των παραγράφων 4.1.202, 4.1.302 και 4.1.402 του άρθρου 1 του π.δ. 1123/1980, καθώς και οι πίνακες που ορίζονται από τις περιπτώσεις α’ και γ’ της παραγράφου 15 του άρθρου αυτού. Ειδικά τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 101 του ν. 2238/1994 που τελούν υπό εκκαθάριση που διαρκεί πέραν του έτους συντάσσουν και καταχωρούν στο βιβλίο απογραφών προσωρινό ισολογισμό λογα­ριασμό αποτελεσμάτων χρήσης και κατάσταση του λογαριασμού γενικής εκμετάλλευσης, σύμφωνα με τα υποδείγματα του προηγούμενου εδαφίου.

11.    Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών που τηρεί διπλογραφικά βιβλία, υποχρεούται να τηρεί ηλεκτρονικό φάκελο ελέγχου ανά διαχειριστική περίοδο, ο οποίος ενημερώνεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα της λήξης της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος με τα αναλυτικά δεδομένα του τελευταίου προσωρινού και του οριστικού ισοζυγίου των λογαριασμών όλων των βαθμίδων, των ημερολογίων, του βιβλίου απογραφών και ισολογισμού, των πληροφο­ριών της παραγράφου 23 του άρθρου αυτού, και του μητρώου παγίων, εφόσον αυτά τηρούνται μηχανογραφικά.

12.    Η ενημέρωση των διπλογραφικών βιβλίων γίνεται:

α) Του ή των ημερολογίων μέχρι το τέλος του επόμε­νου μήνα από την έκδοση ή λήψη του κατά περίπτωση δικαιολογητικού και επί ταμειακών πράξεων από τη διε­νέργειά τους. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να υπερβεί την εμπρόθεσμη υποβολή της δήλωσης Φ.Π.Α.. Στην ίδια προθεσμία ενημερώνεται το γενικό καθολικό και τα ανα­λυτικά καθολικά με εξαίρεση αυτά των ασφαλιστικών επιχειρήσεων τα οποία μπορεί να ενημερώνονται μέχρι την εικοστή (20ή) του μεθεπόμενου μήνα.

β) Του Μητρώου Πάγιων Περιουσιακών Στοιχείων και του ιδιαίτερου Φορολογικού Μητρώου Πάγιων Περι­ουσιακών Στοιχείων μέχρι την προθεσμία κλεισίματος του Ισολογισμού.

γ) Η ποσοτική καταχώριση των αποθεμάτων στο βι­βλίο απογραφών ή σε καταστάσεις μέχρι την 20ή ημέρα του μεθεπόμενου μήνα από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου.

δ) Του βιβλίου απογραφών με την αξία των αποθε­μάτων και των λοιπών περιουσιακών στοιχείων, καθώς και το κλείσιμο του ισολογισμού μέχρι την εμπρόθεσμη υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.

13.    Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών που συντάσ­σει τις Ετήσιες Οικονομικές του Καταστάσεις σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (Δ.Λ.Π.) τηρεί τα λογι­στικά του βιβλία ή με βάση τις αρχές και τους κανόνες των Δ.Λ.Π. ή με βάση τις αρχές και τους κανόνες της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας.

14.    Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών που τηρεί τα βιβλία του σύμφωνα με τους κανόνες των Δ.Λ.Π. υποχρεούται:

Α. Να συντάσσει Πίνακα Συμφωνίας Λογιστικής - Φο­ρολογικής Βάσης (Π.Σ.Λ.Φ.Β.).

Στον Πίνακα αυτόν καταχωρούνται σε χωριστές στή­λες για κάθε πρωτοβάθμιο διαφοροποιημένο λογαρια­σμό σε χρέωση ή πίστωση:

α) Η αξία όπως προκύπτει από τα τηρούμενα βιβλία (Λογιστική βάση).

β) Η αξία όπως προσδιορίζεται με βάση τους κανόνες της φορολογικής νομοθεσίας (Φορολογική βάση).

γ) Η διαφορά μεταξύ Λογιστικής και Φορολογικής βάσης.

Β. Να τηρεί ιδιαίτερο Φορολογικό Μητρώο Πάγιων Περιουσιακών Στοιχείων, το οποίο μπορεί να είναι εν­σωματωμένο στο κύριο Μητρώο Πάγιων Περιουσιακών Στοιχείων της εταιρείας και χρησιμοποιείται ως βάση του ποσοτικού προσδιορισμού των αναγκαίων καταχωρήσεων στον Π.Σ.Λ.Φ.Β. και στον Πίνακα Φορολογικών Αποτελεσμάτων, στο βαθμό που, κατά την εφαρμογή των Δ.Λ.Π., προκύπτουν διαφορές στην αποτίμηση πάγι­ων περιουσιακών στοιχείων είτε λόγω της διαφοροποί­ησης της προ των αποσβέσεων αξίας τους είτε λόγω της διαφοροποίησης των συσσωρευμένων αποσβέσεων.

Γ. Να συντάσσει Πίνακες Φορολογικών Αποτελεσμά­των Χρήσης, Σχηματισμού Φορολογικών Αποθεματικών και Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Φορολογικών Αποθεματικών, των οποίων τα δεδομένα προκύπτουν από λογα­ριασμούς που τηρούνται με τη διπλογραφική μέθοδο.

15.    Οι συναλλαγές του υποκαταστήματος με εξηρτημένη λογιστική, αντί να καταχωρούνται σε ιδιαίτερα βιβλία ή καταστάσεις, καταχωρούνται στα βιβλία της έδρας και ειδικά οι αγορές, οι πωλήσεις και το ταμείο κάθε υποκαταστήματος παρακολουθούνται χωριστά από τα αντίστοιχα δεδομένα της έδρας ή άλλου υπο­καταστήματος και δίνεται άμεσα στον έλεγχο το υπό­λοιπο ταμείου κάθε υποκαταστήματος για το οποίο δεν τηρούνται βιβλία μέχρι την ημέρα που σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 12 του άρθρου αυτού έπρεπε να έχει γίνει η ενημέρωση των ημερολογίων.

Στο υποκατάστημα από τα βιβλία του οποίου εξάγε­ται αυτοτελές λογιστικό αποτέλεσμα τηρούνται ίδια διπλογραφικά βιβλία και εξάγεται τελικό αποτέλεσμα το οποίο ενσωματώνεται με λογιστική εγγραφή στα βιβλία της έδρας.

16. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών που εντάσ­σεται σε τήρηση απλογραφικών βιβλίων τηρεί:

α) Βιβλίο εσόδων - εξόδων.

β) Βιβλίο απογραφών ή καταστάσεις απογραφής, εφόσον τα ετήσια ακαθάριστα έσοδά του από την πώληση αγαθών υπερέβησαν το όριο των εκατόν πενήντα χιλιά­δων (150.000) ευρώ. Τα έσοδα της πρώτης διαχειριστι­κής περιόδου δεν ανάγονται σε ετήσια βάση.

17.    Στο βιβλίο εσόδων - εξόδων καταχωρούνται δια­κεκριμένα:

α) Το είδος του δικαιολογητικού, ο αύξων αριθμός και η χρονολογία έκδοσης ή λήψης του, καθώς και το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία του εκδότη των στοιχείων αγορών και εξόδων.

β) Τα έσοδα από την πώληση εμπορευμάτων, προϊό­ντων, πρώτων και βοηθητικών υλών, υλικών συσκευασίας, από την παροχή υπηρεσίας και από λοιπές πράξεις.

γ) Οι δαπάνες για αγορά αγαθών, διακεκριμένα και ανάλογα με τον προορισμό τους για μεταπώληση ή παραγωγή προϊόντων, οι δαπάνες λήψης υπηρεσιών, τα γενικά έξοδα και λοιπές πράξεις.

δ) Η αξία αγοράς και πώλησης των παγίων στοιχείων.

ε) Ο Φ.Π.Α. που αντιστοιχεί στις πιο πάνω πράξεις.

στ) Οι αυτοπαραδόσεις αγαθών ή η ιδιοχρησιμοποίηση υπηρεσιών.

ζ) Τα έσοδα και έξοδα για λογαριασμό τρίτου που αφορούν πράξεις για τις οποίες εκδίδονται εκκαθα­ρίσεις των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 6 του παρόντος.

η) Οι επιστροφές και οι εκπτώσεις που γίνονται με ιδιαίτερο στοιχείο επί των πιο πάνω πράξεων, οι οποίες καταχωρούνται αφαιρετικά από τις αντίστοιχες στήλες.

Το ποσό κάθε πράξης των περιπτώσεων β’, γ’, δ’ και στ’ αναλύεται στον χρόνο ενημέρωσης, σε ιδιαίτερες στήλες του τηρούμενου βιβλίου ή σε καταστάσεις ανά­λογα με τις ανάγκες του Φ.Π.Α..

18.    Η καταχώρηση - ενημέρωση του βιβλίου εσόδων - εξόδων με τις πιο πάνω πράξεις γίνεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα κάθε ημερολογιακού τριμήνου και όχι πέραν του χρόνου της εμπρόθεσμης υποβολής της περιοδικής δήλωσης Φ.Π.Α.

Στην περίπτωση που κατά την διάρκεια της χρήσης λαμβάνονται στοιχεία αγοράς αγαθών πριν από την πα­ραλαβή τους, η ενημέρωση των βιβλίων γίνεται κατά την παραλαβή των αγαθών. Εφόσον στο τέλος της χρήσης λαμβάνονται στοιχεία αγοράς αγαθών που δεν έχουν ακόμα παραληφθεί, καταχωρούνται σχετικές εγγραφές σε ιδιαίτερες στήλες του βιβλίου εσόδων - εξόδων και τακτοποιούνται με την παραλαβή των αγαθών.

Επιπλέον, μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του οικείου οι­κονομικού έτους καταχωρείται ανακεφαλαιωτικά, συ­γκεντρωτικά και όχι ανά παραστατικό, ανάλυση των δεδομένων της παραγράφου 17 του άρθρου αυτού, ανάλογα με τις ανάγκες της φορολογίας εισοδήματος για τον προσδιορισμό του αποτελέσματος και την συ­μπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων ή καταστάσεων που ορίζονται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

19.    Σε ιδιαίτερο χώρο του βιβλίου εσόδων - εξόδων ή σε καταστάσεις καταχωρείται, μέχρι τον χρόνο της εμπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισο­δήματος για κάθε πάγιο περιουσιακό στοιχείο, η ημερομηνία και η αξία κτήσης του, το οικείο δικαιολογητικό, ο συντελεστής απόσβεσής του, οι αποσβέσεις και η αναπόσβεστη αξία.

20.    Στο βιβλίο απογραφών ή σε καταστάσεις απο­γραφής καταχωρούνται τα εμπορεύματα, τα προϊόντα, τα ημιέτοιμα, οι Α’ και Β’ ύλες, καθώς και τα υλικά συσκευασίας, τα οποία κατέχει ο υπόχρεος απεικόνι­σης συναλλαγών κατά τη λήξη της διαχειριστικής του περιόδου και βρίσκονται σε δικές του εγκαταστάσεις ή σε εγκαταστάσεις τρίτων. Η καταχώρηση αυτή γίνεται με τον τρόπο που ορίζεται με τις διατάξεις της περί­πτωσης α’ της υποπαραγράφου 10.2 της παραγράφου 10 του άρθρου 4. Τα πιο πάνω αναφερόμενα αγαθά που βρίσκονται σε υποκατάστημα ή σε αποθηκευτικό χώρο καταχωρούνται διακεκριμένα στο βιβλίο απογραφών της έδρας και τα δεδομένα των αγαθών αυτών δίνονται άμεσα στον έλεγχο που διενεργείται στο υποκατάστημα ή στον αποθηκευτικό χώρο.

Το βιβλίο ενημερώνεται, με την ποσοτική καταχώρηση των αποθεμάτων, μέχρι την 20ή Φεβρουαρίου του επόμενου έτους, η δε αξία τίθεται μέχρι τον χρόνο της εμπρόθεσμης υποβολής, της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.

21. Τα ποσά των ακαθάριστων εσόδων και ο Φ.Π.Α. που αντιστοιχεί σε αυτά μπορεί να καταχωρούνται κα­θημερινά στις στήλες που αφορούν, με ένα ποσό, για κάθε ένα είδος και σειρά στοιχείων που εκδόθηκαν την ίδια ημέρα με αναγραφή του πρώτου και τελευταίου αριθμού.

Σε περίπτωση χρήσης φορολογικής ταμειακής μηχα­νής αναγράφεται ο αριθμός του ημερήσιου δελτίου «Ζ», όπως ορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες αποφάσεις περί Τεχνικών Προδιαγραφών των φ.τ.μ.. Παρέχεται η δυνατότητα καταχώρησης των ημερήσι­ων δελτίων «Ζ» με μία μηνιαία συγκεντρωτική εγγραφή με βάση δελτίο μηνιαίας αναφοράς, που εκτυπώνεται από την φ.τ.μ., και στο οποίο εμφανίζονται τα αντίστοιχα αθροίσματα των επί μέρους ημερήσιων δελτίων «Ζ», με αναγραφή στο βιβλίο εσόδων - εξόδων της περιόδου που αφορά, καθώς και του πρώτου και του τελευταίου αριθμού του ημερήσιου δελτίου «Ζ» του αντίστοιχου μήνα. Τα ημερήσια δελτία «Ζ» θα συνεχίσουν να εκδίδονται και να διαφυλάσσονται κατά τα οριζόμενα από τις εκάστοτε ισχύουσες αποφάσεις περί τεχνικών προδια­γραφών των φ.τ.μ. και των διατάξεων της παραγράφου

3 του άρθρου 9. Στον ίδιο χρόνο διαφυλάσσονται και τα παραπάνω δελτία αναφοράς.

Τα ποσά των ακαθάριστων εσόδων και ο Φ.Π.Α που αντιστοιχεί σε αυτά μπορεί επίσης να καταχωρούνται καθημερινά στις στήλες που αφορούν, με ένα ποσό, με την προϋπόθεση ότι θα δίνεται άμεσα στον έλεγχο όταν ζητηθεί από αυτόν κατάσταση με ανάλυση των εσόδων για κάθε ένα είδος και σειρά στοιχείων που εκδόθηκαν την ίδια ημέρα με αναγραφή του πρώτου και τελευταίου αριθμού ή του αύξοντα αριθμού του ημερήσιου δελτίου «Ζ» κατά περίπτωση.

Τα ποσά των εξόδων μέχρι εκατόν πενήντα (150) ευρώ έκαστο και ο Φ.Π.Α. που αντιστοιχεί σε αυτά μπορεί να καταχωρούνται καθημερινά στις στήλες που αφορούν συγκεντρωτικά με ένα ποσό, με αναγραφή και του πλή­θους των αντίστοιχων δικαιολογητικών.

22.    Στο υποκατάστημα, πλην των πρόσκαιρων εγκα­ταστάσεων, τηρείται βιβλίο εσόδων - εξόδων για τις συναλλαγές κάθε υποκαταστήματος με δυνατότητα μη τήρησής του, εφόσον οι αγορές και οι πωλήσεις κάθε υποκαταστήματος παρακολουθούνται χωριστά στο βιβλίο εσόδων - εξόδων της έδρας, από τα αντίστοιχα δεδομένα της έδρας ή άλλου υποκαταστήματος.

Όταν στο υποκατάστημα τηρείται ιδιαίτερο βιβλίο εσόδων - εξόδων τα δεδομένα του καταχωρούνται δι­ακεκριμένα συγκεντρωτικά στο αντίστοιχο βιβλίο της έδρας μέχρι την προθεσμία ενημέρωσής του.

23.    Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών της παρα­γράφου αυτής, ανεξάρτητα από την κατηγορία των βιβλίων που τηρεί, εκμεταλλευτής χώρου διαμονής ή φιλοξενίας, εκπαιδευτηρίου, κλινικής ή θεραπευτηρίου, κέντρων αισθητικής, γυμναστηρίων, χώρου στάθμευ­σης, καθώς και οι γιατροί και οδοντίατροι, παρέχουν ασφαλείς πληροφορίες για τις συναλλαγές τους μέχρι την έκδοση του στοιχείου, για το οποίο έχουν υποχρέ­ωση, όπου και αναγράφονται τα στοιχεία του πελάτη. Η διασφάλιση των πληροφοριών αυτών γίνεται είτε με την καταχώριση χειρόγραφα σε θεωρημένα έντυπα ή, επί μηχανογραφικής τήρησης, με τη χρήση ειδικών ασφαλών διατάξεων σήμανσης του ν. 1809/1988 (Α’ 222). Η παρούσα παράγραφος παύει να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2014.

Άρθρο 5.– Δελτίο Αποστολής

1. Δελτίο αποστολής εκδίδεται από τον υπόχρεο απει­κόνισης συναλλαγών: α) σε κάθε περίπτωση χονδρικής πώλησης ή παράδο­σης ή διακίνησης αγαθών προς οποιονδήποτε και για οποιονδήποτε σκοπό, εφόσον δεν εκδόθηκε συνενωμένο δελτίο αποστολής με φορολογικό στοιχείο αξίας, β) σε κάθε περίπτωση παραλαβής από αυτόν αγαθών για διακίνηση, από μη υπόχρεο σε έκδοση δελτίου ή από αρνούμενο την έκδοσή του, γ) επί διακίνησης αγαθών μεταξύ των επαγγελματικών εγκαταστάσεών του, δ) επί ποσοτικής παραλαβής σε επαγγελματική του εγκατάσταση, χωρίς στοιχείο διακίνησης, εμπορεύσιμων ή πάγιων αγαθών από οποιονδήποτε τρίτο για αγορά, πώληση, απλή διαμεσολάβηση προς πώληση, αποθή­κευση, φύλαξη, χρήση, καθώς και για επεξεργασία στην περίπτωση που ο αποστολέας είναι υπόχρεος απεικό­νισης συναλλαγών ή αγρότης του ειδικού καθεστώτος. Όταν κατά την παραλαβή των αγαθών εκδίδεται άμεσα τιμολόγιο αγοράς δεν απαιτείται να εκδίδεται δελτίο αποστολής.

2. Δελτίο αποστολής εκδίδεται και από τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3, σε περίπτωση απο­στολής αγαθών σε υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών, λόγω πώλησης ή για να πωληθούν για λογαριασμό τους.

3. Δελτίο αποστολής εκδίδεται και από τους αγρό­τες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., εφόσον διακινούν οπωρολαχανικά, νωπά αλιεύματα, άνθη και φυτά για πώληση απευθείας ή μέσω τρίτων, για επεξεργασία ή συσκευασία, ανεξάρτητα από το χρησιμοποιούμενο μεταφορικό μέσο. Για τα λοιπά αγροτικά προϊόντα εκ­δίδουν δελτία αποστολής μόνον, όταν τα διακινούν με δημόσιας χρήσης μεταφορικά μέσα και για τις αιτίες που προαναφέρονται.

4. Συγκεντρωτικό δελτίο αποστολής εκδίδεται σε περίπτωση μεταφοράς και διανομής αγαθών, που η ποσότητά τους καθορίζεται από τον παραλήπτη, κατά την παραλαβή τους. Στην περίπτωση που χρησιμοποιούνται οχήματα ιδιωτικής χρήσης για τη διακίνηση κάθε είδους αγαθών, αντί της έκδοσης Συγκεντρωτικού Δελ­τίου Αποστολής δύναται να τηρείται θεωρημένο βιβλίο κινητής αποθήκης, ξεχωριστά σε κάθε όχημα, στο οποίο καταχωρούνται εντός δεκαπέντε (15) ημερών, τα δελτία αποστολής εφοδιασμού του οχήματος με αγαθά και τα εκδιδόμενα παραστατικά για τη διάθεση αυτών, τα οποία φυλάσσονται επί του οχήματος μέχρι την ενη­μέρωση του βιβλίου αυτού.

Κατά την παράδοση των αγαθών εκδίδεται, κατά παραλήπτη, δελτίο αποστολής ή συνενωμένο δελτίο αποστολής με φορολογικό στοιχείο αξίας ή απόδειξη λιανικής πώλησης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για υπόχρεο τήρησης βιβλίων. Στο στοιχείο που εκδίδεται, κατά περίπτωση, αναγράφεται και το είδος και η ποσότητα των αγαθών, με εξαίρεση τις αποδείξεις που εκδίδονται από φορολογική ταμειακή μηχανή και εφόσον δεν τηρείται ο λογαριασμός 94 του Ε.Γ.Λ.Σ., καθώς και η ακριβής ώρα παράδοσής τους. Με την επιστροφή στην επιχείρηση αναγράφεται στο πρωτότυπο του συγκεντρωτικού δελτίου αποστολής η ποσότητα των αγαθών που επιστρέφονται ή εκδίδεται δελτίο αποστολής, στο οποίο αναγράφονται το είδος και η ποσότητα των επιστρεφόμενων αγαθών, καθώς και ο αύξων αριθμός του συγκεντρωτικού δελτίου απο­στολής.

Το συγκεντρωτικό δελτίο αποστολής αυτής της παρα­γράφου, κατάλληλα γραμμογραφημένο σε στήλες, μπορεί να εκδίδεται την πρώτη ημέρα της διακίνησης των αγαθών, ανεξαρτήτως απόστασης, εφόσον, κάθε ημέρα και μέχρι τριάντα (30) ημέρες πριν από την εκκίνηση του μεταφορικού μέσου αναγράφονται σε ιδιαίτερη στήλη τα υπόλοιπα των ποσοτήτων κάθε είδους αγαθών που διακινούνται την ημέρα αυτή.

5. Στο δελτίο αποστολής αναγράφονται:

α) Τα στοιχεία του αποστολέα και παραλήπτη, όπως ορίζονται από τις διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 6. Όταν τα αγαθά αποστέλλονται σε ιδιώτη αναγράφεται μόνο το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνσή του. Στο συγκεντρωτικό δελτίο αποστολής, ως παρα­λήπτης, αναγράφεται η λέξη «Διάφοροι».

β) Η ακριβής ώρα παράδοσης ή έναρξης της αποστο­λής, που σημειώνεται τουλάχιστον στο πρώτο αντίτυπο, με τετραψήφιο αριθμό.

γ) Ο αριθμός κυκλοφορίας του πρώτου χρησιμοποι­ούμενου, κατά τη μεταφορά των αγαθών, φορτηγού αυτοκινήτου δημόσιας ή ιδιωτικής χρήσης ή το όνομα του πλωτού μέσου επί θαλάσσιων μεταφορών.

δ) Ο τόπος από τον οποίο τα αγαθά αποστέλλονται, καθώς και ο τόπος προορισμού, όταν δε συμπίπτει με τη διεύθυνση του καταστήματος ή του υποκαταστήματος του αποστολέα και του καταστήματος του παραλήπτη, κατά περίπτωση.

ε) Η ημερομηνία έκδοσης αυτού. Σε περίπτωση που το δελτίο αποστολής εκδίδεται για τη διακίνηση αγαθών με ενδιάμεσο σταθμό, αναγράφεται σε αυτό εκτός από την ημερομηνία και ώρα διακίνησής τους μέχρι τον ενδιάμεσο αυτό σταθμό και η ημερομηνία και η ώρα της κυρίως διακίνησής τους από το σταθμό αυτό μέχρι το τελικό σημείο προορισμού τους.

στ) Ο σκοπός της διακίνησης.

ζ) Το είδος, η μονάδα μέτρησης, η ποσότητα κάθε είδους, το άθροισμα των ποσοτήτων των ειδών, αριθμητικώς και ολογράφως, ανεξάρτητα αν για τον προσδι­ορισμό της ποσότητας κάθε είδους χρησιμοποιήθηκε η ίδια ή διαφορετική μονάδα μέτρησης. Δεν υπάρχει υπο­χρέωση αναγραφής του αθροίσματος των ποσοτήτων αριθμητικώς και ολογράφως όταν το δελτίο αποστολής εκδίδεται με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή (Η/Υ).

η) Επί αποστολής αγαθών εκτός της χώρας με σκοπό την αποθήκευση και εν συνεχεία την πώληση, αναγρά­φεται και η αξία των αγαθών που αποστέλλονται.

θ) Ο αριθμός του τιμολογίου αγοράς ή πώλησης ηρτημένων καρπών.

6. Τα αγαθά που αποστέλλονται ή παραλαμβάνονται, συνοδεύονται κατά τη διακίνησή τους με το πρώτο αντίτυπο του δελτίου αποστολής, που παραδίδεται στον παραλήπτη τους. Όταν για τη διακίνηση αγαθών, εκδίδεται δελτίο αποστολής δεν επιτρέπεται στη συ­νέχεια για την ίδια συναλλαγή η έκδοση συνενωμένου δελτίου αποστολής με φορολογικό στοιχείο αξίας και αντίστροφα. Το στοιχείο αυτό συνοδεύει τα αγαθά σε όλη τη διαδρομή και παραδίδεται στον παραλήπτη τους.

Επί μεταφοράς αγαθών με μεταφορικά μέσα δημόσιας χρήσης, ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών ή τα πρό­σωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 και οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. παραδίδουν στο μεταφο­ρέα ή το μεταφορικό γραφείο τα στοιχεία του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, που συνοδεύουν τα αγαθά μέχρι την παράδοσή τους στον παραλήπτη.

Επί αποστολής αγαθών από πρόσωπο μη υπόχρεο στην έκδοση των στοιχείων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, το πρόσωπο αυτό παραδίδει στο μεταφορέα ή το μεταφορικό γραφείο ενυπόγραφη δήλωση μεταφοράς, στην οποία αναγράφεται το ονομα­τεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνσή του, καθώς και τα αντίστοιχα στοιχεία του παραλήπτη, ο τόπος προορισμού και συνοπτική περιγραφή των ειδών.

7. Το δελτίο αποστολής, σε όλη τη διάρκεια της δια­δρομής από τον τόπο έναρξης της διακίνησης μέχρι τον τόπο παράδοσης ή προορισμού, συνοδεύει τα διακινούμενα αγαθά και επιδεικνύεται άμεσα στο φορολογικό έλεγχο.

Η επικαιρότητα του δελτίου αποστολής, εξαρτάται από την απόσταση, τον τρόπο της μεταφοράς, το είδος των χρησιμοποιούμενων μεταφορικών μέσων και τις ειδικότερες συνθήκες της μεταφοράς.

Το βάρος της απόδειξης της χρονικής διάρκειας των δελτίων αποστολής φέρει ο υπόχρεος σε έκδοσή τους, ο οποίος μπορεί να αναγράφει στα δελτία αποστολής, γεγονότα ή καταστάσεις, που δικαιολογούν τη χρονική διάρκεια αυτών.

8. Κατ’ εξαίρεση δεν απαιτείται η έκδοση δελτίου αποστολής στις εξής περιπτώσεις:

α) Διακινήσεις ειδών που δεν πληρούν τις προϋπο­θέσεις για τον χαρακτηρισμό αυτών ως αγαθών, υπό την έννοια ότι πρόκειται για ενσώματα είδη που δεν εμπεριέχονται σε αυτά δικαιώματα ή δεν έχουν εμπορευματική αξία για τον αποστολέα, τον παραλήπτη ή άλλον τρίτο και δεν προκύπτει από τη διάθεση αυτών, αυτούσιων ή μη, έσοδο.

β) Διακινήσεις ανταλλακτικών παγίων από τον υπό­χρεο απεικόνισης συναλλαγών μεταξύ των εγκαταστάσεών του, εφόσον δεν αποτελούν γι’ αυτόν αντικείμενο εμπορίας και προορίζονται αποκλειστικά για την αποκα­τάσταση βλαβών στις εγκαταστάσεις του και οι διακινή­σεις αυτές διενεργούνται με μεταφορικά μέσα ιδιωτικής χρήσης κυριότητάς του ή μισθωμένα δημόσιας χρήσης.

γ) Μεταφοράς, με μεταφορικά μέσα ιδιωτικής χρήσης ή μισθωμένα δημόσιας χρήσης: γα) αυτούσιων λατομι­κών προϊόντων (άμμου, σκύρων κ.λπ.) από κατασκευα­στικές επιχειρήσεις, που παράγονται από τις ίδιες επι­χειρήσεις για τα έργα που εκτελούνται από αυτές, γβ) μεταλλεύματος, από εργοτάξιο σε εργοτάξιο και από εργοτάξιο σε χώρους αποθήκευσης, επεξεργασίας και εκφόρτωσης, κατά περίπτωση, που ενεργούνται από μεταλλευτικές επιχειρήσεις και γγ) πέτρας, χαλικιού, αρ­γιλοπετρώματος και αργιλοχώματος, από επιχειρήσεις παραγωγής αδρανών υλικών, ασβέστη και τσιμέντου, από τους χώρους περισυλλογής ή εξόρυξης στους χώ­ρους επεξεργασίας.

δ) Διακίνηση αγαθών που αναφέρονται στις διατάξεις της περίπτωσης β’ της παραγράφου 16 του άρθρου 6, τα οποία διατίθενται μέσω δικτύου με συνεχή ροή.

Άρθρο 6.– Τιμολόγηση Συναλλαγών

1. Για την πώληση αγαθών για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου και την παροχή υπηρεσιών από υπό­χρεο απεικόνισης συναλλαγών σε άλλο υπόχρεο, σε πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 ή σε αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. ή σε πρόσωπα εκτός της χώρας, για την άσκηση του επαγγέλματός τους ή την εκτέλεση του σκοπού τους, κατά περίπτωση, εκδίδεται τιμολόγιο, τουλάχιστον διπλότυπο.

Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών οφείλει να εξα­σφαλίζει την έκδοση τιμολογίου από τον ίδιο σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις του παρόντος άρ­θρου, καθώς επίσης εξ ονόματός του και για λογα­ριασμό του από τον πελάτη του ή από τρίτον, για τις παραδόσεις αγαθών ή παροχή υπηρεσιών που πραγμα­τοποιούνται από αυτόν, είτε στο εσωτερικό της χώρας, είτε σε άλλα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε σε τρίτη χώρα.

2. Για τις χονδρικές πωλήσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών, που επαναλαμβάνονται κάθε ημέρα ή και κατά αραιότερα χρονικά διαστήματα μέσα στον ίδιο μήνα, προς τον ίδιο υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών ή πρόσωπο της παραγράφου 1 του άρθρου 3 ή σε αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., ο πωλητής μπορεί, αντί της έκδοσης τιμολογίου για κάθε πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών, να τηρεί κατάσταση κατά αγοραστή - πελάτη, στην οποία καταχωρείται για κάθε πώληση αγαθών ή για κάθε παροχή υπηρεσιών η ημερομηνία παράδοσης των αγαθών ή παροχής των υπηρεσιών, το είδος, η ποσότητα και η αξία των αγαθών ή το είδος των υπηρεσιών και το ποσό της αμοιβής που συμφωνήθηκε. Με βάση τα δεδομένα της κατάστασης αυτής εκδίδεται το τιμολόγιο την τελευταία ημέρα του μήνα εκείνου που αφορά, στο οποίο δεν απαιτείται αναλυτική περιγραφή, εφόσον η πιο πάνω κατάσταση συντάσσεται σε δύο αντίτυπα, ένα των οποίων επισυνάπτεται στο τιμολόγιο. Η κατάσταση αυτή δεν απαιτείται όταν το τιμολόγιο που εκδίδεται περιέχει αναλυτικά όλα τα δεδομένα που απαιτούνται από τις κατ’ ιδίαν διατάξεις.

3. Επίσης, ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών εκδί­δει τιμολόγιο όταν εισπράττει επιδοτήσεις, οικονομικές ενισχύσεις, αποζημιώσεις, επιστροφές τόκων, εισφορές και άλλα ανόργανα έσοδα. Για την υποχρέωση έκδοσης τιμολογίου, ως είσπραξη θεωρείται και η πίστωση του λογαριασμού του δικαιούχου, εφόσον αυτός εγγράφως έλαβε γνώση της πίστωσης αυτής.

4. Τιμολόγιο εκδίδεται και από τα πρόσωπα της παρα­γράφου 1 του άρθρου 3 για τις πωλήσεις αγαθών ή τις παροχές υπηρεσιών, που πραγματοποιούν σε υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών ή σε πρόσωπα της παραγρά­φου 1 του άρθρου 3 ή αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α..

5. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών και τα πρό­σωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 εκδίδουν τιμο­λόγιο για τα αγαθά που αγοράζουν από πρόσωπα που δεν έχουν υποχρέωση για έκδοση τιμολογίου κατά την πώληση αγαθών. Στην περίπτωση άρνησης από υπόχρεο έκδοσης τιμολογίου ή έκδοσης ανακριβούς τιμολογίου το γεγονός γνωστοποιείται άμεσα από τον αγοραστή των αγαθών ή τον λήπτη των υπηρεσιών στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. του αντισυμβαλλόμενου σε Κεντρικές Υποδομές.

6. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών και τα πρό­σωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 όταν αγοράζουν αγροτικά προϊόντα από αγρότες του ειδικού καθεστώ­τος Φ.Π.Α. εκδίδουν τιμολόγιο.

Για το χρόνο έκδοσης του τιμολογίου του προηγού­μενου εδαφίου ισχύουν αναλόγως τα οριζόμενα, για την πώληση αγαθών, στις διατάξεις των παραγράφων 14 και 15   του άρθρου αυτού, για δε τις επαναλαμβανόμενες αγορές τα οριζόμενα στην παραπάνω παράγραφο 2.

7. Τα αγαθά που παραλαμβάνονται από τρίτο προς πώληση ή προς επεξεργασία για λογαριασμό του καταχωρούνται, κατ’ είδος και ποσότητα σε διπλότυπη κατάσταση κατά εντολέα. Στην ίδια κατάσταση καταχωρούνται κατ’ είδος, ποσότητα και αξία τα αγαθά που πωλούνται ή παραδίδονται μετά την επεξεργασία, οι δαπάνες που πραγματοποιούνται για λογαριασμό του τρίτου, ο Φ.Π.Α. και κάθε άλλο στοιχείο απαραίτητο για την εκκαθάριση. Την τελευταία ημέρα κάθε μήνα εκδίδεται εκκαθάριση κατά εντολέα, στην οποία ανα­γράφονται τα πλήρη στοιχεία του εντολέα, η συνολική αξία των πωλήσεων ή της αμοιβής κατά συντελεστή Φ.Π.Α., το ποσό του Φ.Π.Α., η προμήθεια που αναλογεί, ο Φ.Π.Α. της προμήθειας, καθώς και οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν για λογαριασμό του εντολέα. Η εκκαθάριση με το ένα αντίτυπο της κατάστασης και τα δικαιολογητικά των δαπανών, που εκδόθηκαν στο όνομα του εντολέα και αναγράφονται αναλυτικά στην κατάσταση, αποστέλλονται στον εντολέα μέχρι τη δεκάτη πέμπτη (15η) ημέρα του μήνα της εκκαθάρισης και προκειμένου για τον τελευταίο μήνα της διαχειριστικής περιόδου μέχρι την εικοστή (20ή) ημέρα του επόμενου μήνα. Η εκκαθάριση και η κατάσταση, ως προς τον εντολέα, υποκαθιστούν τα στοιχεία πώλησης αυτού. Η πιο πάνω κατάσταση μπορεί να μη συντάσσεται εάν τα στοιχεία της αναγράφονται στην εκκαθάριση.

8. Οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρ­μόζονται ανάλογα και επί αγοράς αγαθών ή λήψης υπη­ρεσιών για λογαριασμό τρίτου.

Επί αγοράς αγαθών ή λήψης υπηρεσιών από πρόσω­πο που δεν έχει υποχρέωση έκδοσης τιμολογίου αυτό εκδίδεται από τον αντιπρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή στο τιμολόγιο αναγράφεται και το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του εντολέα, διαφορετικά η αγορά θεωρείται, κατ’ αμάχητο τεκμήριο, ότι έγινε για λογαριασμό του αντιπροσώπου.

Στις περιπτώσεις χορήγησης αμοιβών (προμηθειών), που απαλλάσσονται από το Φ.Π.Α., σε υπόχρεο απεικό­νισης συναλλαγών, δύναται ο λήπτης των υπηρεσιών, υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών, να εκδίδει εκκαθά­ριση έως το τέλος του δεύτερου μήνα από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου των συμβαλλομένων με την προϋπόθεση, ότι αφορά το σύνολο των περιπτώσεων στην ίδια διαχειριστική περίοδο.

9. Στο τιμολόγιο αναγράφονται η ημερομηνία έκδο­σης αυτού, τα πλήρη στοιχεία των συμβαλλομένων, η ημερομηνία και τα στοιχεία της συναλλαγής, καθώς και ο αύξων αριθμός ή οι αριθμοί των δελτίων αποστολής που εκδόθηκαν για τη διακίνηση ή την παραλαβή των αγαθών που αφορά το τιμολόγιο.

Ακόμη, στο τιμολόγιο αναγράφονται υποχρεωτικά και οι ακόλουθες ενδείξεις: α) Όταν η πράξη απαλλάσσεται από το Φ.Π.Α., η αντί­στοιχη εθνική διάταξη ή διάταξη της Οδηγίας 2006/112/ ΕΚ σύμφωνα με την οποία η παράδοση αγαθών ή η παροχή υπηρεσιών απαλλάσσεται από το φόρο αυτό.

β) Επί ενδοκοινοτικής παράδοσης ενός καινούργιου μεταφορικού μέσου, τα στοιχεία που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του άρθρου 11 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000, Α’ 248).

γ) Όταν εφαρμόζεται το καθεστώς του περιθωρίου κέρδους των πρακτορείων ταξιδιών, η αναφορά «Καθε­στώς περιθωρίου - Ταξιδιωτικά πρακτορεία».

δ) Όταν ο υπόχρεος στο Φ.Π.Α. είναι φορολογικός αντιπρόσωπος κατά την έννοια του άρθρου 35 του Κώ­δικα Φ.Π.Α., τα πλήρη στοιχεία του προσώπου αυτού, καθώς και ο Α.Φ.Μ. του.

ε) Όταν ο λήπτης είναι υπόχρεος καταβολής του φό­ρου, η αναφορά «Αντίστροφη επιβάρυνση».

στ) Όταν εφαρμόζεται ένα από τα ειδικά καθεστώτα που ισχύουν στον τομέα των μεταχειρισμένων αγαθών και αντικειμένων καλλιτεχνικής, συλλεκτικής και αρχαι­ολογικής αξίας, η αναφορά «Καθεστώς περιθωρίου - Μεταχειρισμένα αγαθά», «Καθεστώς περιθωρίου - Έργα τέχνης» ή «Καθεστώς περιθωρίου - Αντικείμενα συλλε­κτικής και αρχαιολογικής αξίας» αντιστοίχως.

10.    Ως πλήρη στοιχεία των συμβαλλομένων νοούνται το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία, η διεύθυνση και ο Α.Φ.Μ.. Για το Δημόσιο και τα εξομοιούμενα με αυτό πρόσωπα, καθώς και για τους διεθνείς οργανισμούς και τις ξένες αποστολές, αναγράφεται τουλάχιστον η επωνυμία και η διεύθυνση, καθώς και ο Α.Φ.Μ..

11.    Ως πλήρη στοιχεία της συναλλαγής νοούνται το είδος των αγαθών, η ποσότητα, η μονάδα μέτρησης, η τιμή μονάδας και η αξία ή το είδος των υπηρεσιών και η αμοιβή, η οποία, όπου συντρέχει περίπτωση, αναλύεται κατά συντελεστή Φ.Π.Α. ή απαλλαγή από το Φ.Π.Α.. Οι παρεχόμενες εκπτώσεις αναγράφονται κατά τις ίδιες διακρίσεις. Στο καθαρό ποσό περιλαμβάνονται οι κατά το χρόνο της συναλλαγής συναλλακτικές και ειδικές φορολογικές επιβαρύνσεις και προστίθεται ο Φ.Π.Α. που αναλογεί. Ακόμη αναγράφεται το συνολικό ποσό της αξίας της συναλλαγής ή της αμοιβής. Επί αγοράς ηρτημένων καρπών ορισμένου κτήματος στο τιμολόγιο αναγράφεται ως ποσότητα αυτή που υπολογίζεται να αποληφθεί.

Επί παροχής πολλαπλών συναφών υπηρεσιών ως εί­δος μπορεί να αναγράφεται συνοπτική περιγραφή τού­των, εφόσον γίνεται παραπομπή στην οικεία σύμβαση.

Ειδικά επί παροχής ιατρικών υπηρεσιών το είδος αυ­τών αναγράφεται κατά γενική κατηγορία.

12.    Στο τιμολόγιο που εκδίδει ο αντιπρόσωπος οίκου εξωτερικού, εκτός από τα στοιχεία του, τα στοιχεία του αντισυμβαλλόμενου οίκου εξωτερικού και τα στοιχεία της συναλλαγής, όπως αυτά αναφέρονται στις παρα­γράφους 9, 10 και 11 του άρθρου αυτού αναγράφει τον αριθμό του τιμολογίου ή της παραγγελίας, στα οποία αναφέρεται η προμήθεια. Επίσης, εκδίδει τιμολόγιο με το ίδιο περιεχόμενο και στις περιπτώσεις που παίρνει προμήθεια και από τον παραγγελέα ή μόνο από αυτόν.

13.    Για τις επιστροφές και τις εκπτώσεις ή άλλες δια­φορές, εκτός του Φ.Π.Α., οι οποίες αναφέρονται σε προ­ηγούμενες συναλλαγές, εκδίδεται πιστωτικό τιμολόγιο από τον εκδότη του τιμολογίου ή άλλου στοιχείου που εκδόθηκε αντί τιμολογίου, στο οποίο αναγράφονται, εκτός των στοιχείων των συμβαλλομένων, το είδος, η ποσότητα, η μονάδα μέτρησης, η τιμή και η αξία κατά συντελεστή Φ.Π.Α. των επιστρεφομένων αγαθών, το ποσό των εκπτώσεων και των τυχόν διαφορών, ο αύξων αριθμός ή οι αριθμοί των στοιχείων της συναλλα­γής που αφορά η επιστροφή ή η παρεχόμενη έκπτωση, καθώς και ο Φ.Π.Α.. Επί εκπτώσεων που υπολογίζονται με βάση τις πωλήσεις δεν απαιτείται η αναγραφή των πιο πάνω αριθμών. Πιστωτικό τιμολόγιο για το Φ.Π.Α. εκδίδεται μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπεται αυτό ρητά από σχετικές διατάξεις.

14.    Το τιμολόγιο εκδίδεται κατά την παράδοση ή την έναρξη της αποστολής των αγαθών στον παραλήπτη, κατά περίπτωση. Κατ’ εξαίρεση, όταν για τη διακίνηση έχει εκδοθεί δελτίο αποστολής, το τιμολόγιο εκδίδε­ται το αργότερο σε ένα (1) μήνα από την παράδοση ή αποστολή των αγαθών στον αγοραστή και πάντως μέσα στην ίδια διαχειριστική περίοδο των συμβαλλομένων. Στις προαναφερόμενες περιπτώσεις έκδοσης του τιμολογίου σε χρόνο μεταγενέστερο της παράδοσης ή αποστολής των αγαθών, όταν αυτές αφορούν ενδο­κοινοτικές αποστολές ή παραδόσεις αγαθών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 28 του ν. 2859/2000, το τιμολόγιο εκδίδεται το αργότερο μέχρι τη 15η του επόμενου μήνα της παράδοσης ή αποστο­λής αγαθών και πάντως μέσα στην ίδια διαχειριστική περίοδο των συμβαλλομένων. Το τιμολόγιο αγοράς ηρτημένων καρπών εκδίδεται κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης. Επί επιστροφής αγαθών το πιστωτικό τιμολόγιο εκδίδεται το αργότερο σε ένα (1) μήνα από το χρόνο της παραλαβής τους και πάντως μέσα στην ίδια διαχειριστική περίοδο που παραλήφθηκαν τα αγα­θά. Στην περίπτωση παροχής υπηρεσίας το τιμολόγιο εκδίδεται με την ολοκλήρωση της παροχής. Όταν η παροχή υπηρεσίας διαρκεί, εκδίδεται τιμολόγιο κατά το χρόνο που καθίσταται απαιτητό μέρος της αμοιβής, για το μέρος αυτό και την υπηρεσία που παρασχέθηκε. Πάντως, το τιμολόγιο δεν μπορεί να εκδοθεί πέραν της διαχειριστικής περιόδου που παρασχέθηκε η υπη­ρεσία. Στην περίπτωση εκτέλεσης τεχνικών έργων ή εγκαταστάσεων, το τιμολόγιο εκδίδεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την προσωρινή επιμέτρηση και πάντως μέσα στην ίδια φορολογική περίοδο που πραγματοποιήθηκε η επιμέτρηση. Ειδικά σε περίπτωση παροχής σε πελάτη δικαιώματος λήψης υπηρεσιών, για συγκεκριμένο ή μη χρονικό διάστημα, έναντι προκαθορισμένης αμοιβής, ανεξάρτητα αν αυτή αφορά συγκεκριμένο ή μη πλήθος υπηρεσιών, το τιμολόγιο εκδίδεται κατά το χρόνο που η αμοιβή είναι απαιτητή και ο πελάτης αποκτά το σχετικό δικαίωμα λήψης των υπηρεσιών και πάντως μέσα στην ίδια διαχειριστική περίοδο των συμβαλλομένων.

15.    Εάν ο αγοραστής των αγαθών ή υπηρεσιών είναι πρόσωπο της παραγράφου 1 του άρθρου 3, το τιμολό­γιο μπορεί να εκδοθεί μέχρι το τέλος της διαχειριστι­κής περιόδου μέσα στην οποία έγινε η παράδοση ή η αποστολή των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η πιστοποίηση δημόσιων έργων ή η οριστικοποίηση από τις αρμόδιες αρχές της πώλησης συγγραμμάτων.

Όλα τα φορολογικά στοιχεία του παρόντος άρθρου, τα οποία εκδίδονται στο τέλος της διαχειριστικής πε­ριόδου, επιτρέπεται να εκδίδονται μέχρι την εικοστή (20ή) ημέρα του επόμενου μήνα με ημερομηνία έκδο­σης την τελευταία ημέρα της διαχειριστικής περιόδου, εφόσον παραδίδονται μέχρι την ημέρα αυτή, σε αυτόν που αφορούν.

Ειδικά, όλα τα φορολογικά στοιχεία του παρόντος άρ­θρου που εκδίδονται στο τέλος κάθε μήνα, επιτρέπεται να εκδίδονται μέχρι τη δέκατη πέμπτη (15η) ημέρα του επόμενου μήνα με ημερομηνία έκδοσης την τελευταία ημέρα του προηγούμενου μήνα, με εξαίρεση τα τιμο­λόγια που εκδίδονται στο χρόνο που προβλέπεται από τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου 14, τα οποία επιτρέπεται να εκδίδονται εντός του επόμενου δεκαπενθημέρου από τον προβλεπόμενο αυτόν χρόνο και με ημερομηνία έκδοσης αυτή της συμπλήρωσης ενός μήνα από την παράδοση ή την αποστολή των αγαθών στον αγοραστή.

16.    Εξομοιώνονται με τιμολόγια:

α) Τα συντασσόμενα συμβόλαια μεταβίβασης στις πωλήσεις ακινήτων, βιομηχανοστασίων, πλοίων, αυτοκινή­των, αεροσκαφών και λοιπών μηχανημάτων, καθώς και λοιπά συντασσόμενα έγγραφα στις πωλήσεις μετοχών, παραγώγων, ομολογιών, ομολόγων, εντόκων γραμματί­ων και λοιπών συναφών που περιλαμβάνουν τα στοιχεία των τιμολογίων,

β) Λοιπά στοιχεία που εκδίδονται για πωλήσεις φυ­σικού αερίου μέσω δικτύου, ύδατος μη ιαματικού, αε­ριόφωτος, ηλεκτρικού ρεύματος, θερμικής ενέργειας ή παροχής τηλεπικοινωνιακών, ταχυδρομικών, τραπεζικών, χρηματιστηριακών, χρηματοδοτικών εργασιών, καθώς και στις περιπτώσεις είσπραξης ανταποδοτικών τελών και λοιπών συναφών δικαιωμάτων από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α., δημοτικές επιχειρήσεις και επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, εφόσον περιλαμβάνουν τα στοιχεία του τιμολογίου και αντίτυπο αυτών παραδίδεται στον πελάτη.

γ) Η απόδειξη λιανικής, στην οποία αναγράφεται γε­νική περιγραφή του είδους των αγαθών ή υπηρεσιών ή η γενική περιγραφή του είδους που προκύπτει από το αντικείμενο εργασιών που εμφανίζεται στα στοιχεία του εκδότη υπό την προϋπόθεση της αποδοχής του στοιχείου αυτού από τον αντισυμβαλλόμενο για τις πε­ριπτώσεις παροχής υπηρεσιών, καθώς και τις πωλήσεις μη εμπορεύσιμων αγαθών για τον αγοραστή υπόχρεο απεικόνισης συναλλαγών ή τα πρόσωπα της παραγρά­φου 1 του άρθρου 3 ή αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α., αξίας κάθε συναλλαγής μέχρι εκατό (100) ευρώ.

17.    Τα πρόσωπα που εκδίδουν τιμολόγιο εξ ονόματος και για λογαριασμό του υπόχρεου απεικόνισης συναλ­λαγών μπορεί να είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα, σε άλλα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε τρίτη χώρα, με τους ακόλουθους όρους και προϋποθέσεις:

α) Τα πρόσωπα αυτά να είναι υποκείμενα στο φόρο στη χώρα εγκατάστασής τους. Ειδικά, όταν τα πρόσω­πα αυτά είναι εγκατεστημένα σε χώρα με την οποία δεν υφίσταται νομική πράξη για την αμοιβαία συνδρο­μή ανάλογης εμβέλειας με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 1402/1983 (Α’ 167), του ν. 1914/1990 (Α’ 178) και τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1798/2003 του Συμ­βουλίου της 7ης Οκτωβρίου 2003 (Επίσημη Εφημερίδα L 264/2003, σελ. 1-11), θα πρέπει να αποδεικνύεται η άσκηση δραστηριότητας από τα πρόσωπα αυτά στη χώρα εγκατάστασής τους από επίσημο έγγραφο της οικείας φορολογικής αρχής.

β) Να υπάρχει προηγούμενη συμφωνία, πριν την έκ­δοση του πρώτου τιμολογίου, μεταξύ τους που απο­δεικνύεται με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο και από την οποία να προκύπτουν, μεταξύ άλλων, η ακριβής διεύθυνση της εγκατάστασης από την οποία θα εκδίδονται τα τιμολόγια, η ρητή αποδοχή της συγκεκριμένης διαδικασίας, που καθορίζεται με το άρθρο αυτό, οι όροι της τιμολόγησης, καθώς και οι διαδικασίες αποδοχής του κάθε τιμολογίου από τον υπόχρεο απεικόνισης συ­ναλλαγών.

Ειδικά στην περίπτωση έκδοσης τιμολογίων από τον πελάτη ή τον τρίτο που είναι εγκατεστημένος σε χώρα με την οποία δεν υφίσταται νομική πράξη για την αμοι­βαία συνδρομή με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 1402/1983, του ν. 1914/1990 και τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1798/2003 του Συμβουλίου της 7ης Οκτωβρίου 2003, η ανωτέρω συμφωνία απαιτείται να έχει καταρτισθεί εγγράφως, η οποία να έχει κατατεθεί πριν την έκδοση του πρώτου τιμολογίου στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών για λογαριασμό του οποίου ο πελάτης ή ο τρίτος εκδίδει τιμολόγια.

γ) Τα εκδιδόμενα τιμολόγια από τον πελάτη του υπό­χρεου απεικόνισης συναλλαγών ή τον τρίτο πρέπει να φέρουν τα πλήρη στοιχεία του πελάτη ή του τρίτου, καθώς και του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών για λογαριασμό του οποίου εκδίδονται, σύμφωνα με τα ορι­ζόμενα στις διατάξεις του παρόντος νόμου διακριτά και με σαφή αναφορά στην ιδιότητα εκάστου. Ο πελάτης ανεξάρτητα του τόπου εγκατάστασής του εκδίδει το τιμολόγιο στο όνομα και για λογαριασμό του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών με την ένδειξη «αυτοτιμολό­γηση».

δ) Για τα τιμολόγια που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου αυτού.

18.    Ως στοιχεία που επέχουν θέση τιμολογίου γίνο­νται δεκτά όλα τα έγγραφα ή μηνύματα σε χαρτί ή με ηλεκτρονική μορφή, τα οποία πληρούν τους όρους που καθορίζονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Άρθρο 7.– Αποδείξεις Λιανικών Συναλλαγών

1. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών εκδίδει από­δειξη λιανικής, τουλάχιστον διπλότυπη, για κάθε πώληση αγαθού, για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου, ή παροχή υπηρεσίας προς φυσικό πρόσωπο, για την ικα­νοποίηση ατομικών ή οικογενειακών αναγκών ή προς τα μέλη προμηθευτικού συνεταιρισμού με βάση διατακτικές του ή αλλαγή λιανικώς πωληθέντος αγαθού.

2. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών εκδίδει από­δειξη επιστροφής στις εξής περιπτώσεις:

α) Στην επιστροφή λιανικώς πωληθέντος αγαθού, στην οποία αναγράφεται το ονοματεπώνυμο και η διεύθυν­ση του πελάτη, εφόσον επιστρέφεται ποσό άνω των τριάντα (30) ευρώ.

β) Στην έκπτωση, μετά την έκδοση της απόδειξης λιανικής, που αφορά διαρκή καταναλωτικά αγαθά, των οποίων η αρχική τιμή είχε επιβαρυνθεί λόγω διακανο­νισμού, ή αγαθά που διαπιστώνεται εκ των υστέρων ελάττωμα, στην οποία αναγράφεται το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του πελάτη, το είδος και η ποσότητα, καθώς και ο αύξων αριθμός της σχετικής απόδειξης.

3. Στην απόδειξη λιανικής ή επιστροφής αναγράφε­ται και η αξία της πώλησης ή το ποσό της αμοιβής ή επιστροφής ή έκπτωσης, κατά συντελεστή Φ.Π.Α.. Το ποσό της αμοιβής αναγράφεται και ολογράφως όταν η απόδειξη εκδίδεται χειρόγραφη. Επί παροχής υπηρεσι­ών από ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα και υπόχρεους τήρησης πληροφοριών της παραγράφου 23 του άρθρου 4 χωρίς αμοιβή, στην απόδειξη λιανικής αναγράφεται η ένδειξη «δωρεάν», εφόσον δεν εκδίδεται στοιχείο αυ­τοπαράδοσης.

Σε περίπτωση αλλαγής λιανικώς πωληθέντος αγαθού αναγράφεται χωριστά τουλάχιστον η αξία του αγαθού που παραδίδεται στον πελάτη, η αξία του αγαθού που επιστρέφεται και η τυχόν διαφορά και εφόσον επιστρέ­φεται ποσό άνω των τριάντα (30) ευρώ το ονοματεπώ­νυμο και η διεύθυνση του πελάτη.

Οι ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα, αναγράφουν και το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του πελάτη.

Οι εκμεταλλευτές γεωργικών μηχανημάτων ή ελαι­ουργείου ή αλευρόμυλου ή εργοστασίου αποφλοίωσης ρυζιού αναγράφουν και το ονοματεπώνυμο και τη διεύ­θυνση του πελάτη, καθώς και το είδος, την ποσότητα και την αξία του στην τρέχουσα τιμή, όταν η αμοιβή καταβάλλεται σε είδος.

Ο υπόχρεος τήρησης του λογαριασμού 94 του Ε.Γ.Λ.Σ., σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρ­θρου 4, αναγράφει στην απόδειξη λιανικής ή στην από­δειξη επιστροφής, κατά περίπτωση, και το είδος και την ποσότητα του αγαθού που πωλήθηκε ή επιστράφηκε ή αλλάχθηκε.

4. Ο χρόνος έκδοσης των αποδείξεων, ορίζεται, κατά περίπτωση ως εξής:

α) Στην πώληση αγαθών, κατά την παράδοση ή την έναρξη της αποστολής του αγαθού. Κατ’ εξαίρεση, όταν για τη διακίνηση έχει εκδοθεί δελτίο αποστολής, η από­δειξη μπορεί να εκδίδεται το αργότερο μέχρι τη δέκατη πέμπτη (15η) ημέρα του επόμενου μήνα με ημερομηνία έκδοσης την τελευταία ημέρα του μήνα αποστολής και πάντως όχι πέραν της διαχειριστικής περιόδου. Όταν η αποστολή των αγαθών γίνεται σε τρίτο, με εντολή του αγοραστή, σε χρόνο μεταγενέστερο από την έκδοση της απόδειξης λιανικής, στο δελτίο αποστολής αναγρά­φεται ο αριθμός της απόδειξης αυτής.

β) Στην παροχή υπηρεσιών, στο χρόνο που ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 14 και του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 15 του άρθρου 6, με εξαίρεση την περίπτωση παροχής υπηρεσιών από τους ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα προς το Δημόσιο και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, όπου η απόδειξη εκδίδεται με κάθε επαγγελματική τους είσπραξη, καθώς και στη περίπτωση παροχής υπηρεσιών θεάματος ή με­ταφοράς προσώπων, όπου η έκδοση πραγματοποιείται το αργότερο, κατά το χρόνο έναρξης του θεάματος ή της μεταφοράς.

γ) Στην περίπτωση εκτέλεσης οποιουδήποτε τεχνικού έργου ή εγκατάστασης που ανήκει σε ιδιώτη, κατά την παράδοση του έργου ή της εγκατάστασης και μέχρι το τέλος της διαχειριστικής περιόδου για το έργο που έχει εκτελεστεί.

5. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρ­μογή στις συναλλαγές των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 16 του άρθρου 6, εφόσον από τις επιχει­ρήσεις πώλησης των ειδών ή παροχής των υπηρεσιών αυτών ή από τα πρόσωπα είσπραξης ανταποδοτικών τελών, εκδίδονται άλλα έγγραφα, που περιλαμβάνουν τα στοιχεία της απόδειξης λιανικής και αντίτυπο αυτών των εγγράφων παραδίδεται στον πελάτη, καθώς και στην είσπραξη αμοιβής από συμβολαιογράφο, εφόσον η αμοιβή του αναγράφεται στο συμβόλαιο για το οποίο εισπράττεται.

Κατ’ εξαίρεση, για τις πωλήσεις ύδατος μη ιαματικού, ηλεκτρικού ρεύματος και παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών στα εκδιδόμενα φορολογικά στοιχεία ή άλλα παραστατικά αναγράφεται και το ονοματεπώνυμο του πελάτη - καταναλωτή, η διεύθυνσή του και ο αριθμός φορολογικού μητρώου ή ο αριθμός της αστυνομικής του ταυτότητας, αν στερείται αριθμού φορολογικού μητρώου. Τις υποχρεώσεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

6. Η έκδοση εισιτηρίων θεάτρων, κινηματογράφων, συναυλιών και λοιπών συναφών καλλιτεχνικών εκδη­λώσεων, καθώς και η έκδοση εισιτηρίων μεταφοράς προσώπων δύνανται να ανατίθενται σε τρίτο.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις.

Άρθρο 8.–Έγγραφα μεταφοράς και Στοιχεία Λοιπών Συναλλαγών

1. Ο μεταφορέας με βάση τα έγγραφα των δύο τελευ­ταίων εδαφίων της παραγράφου 7 του άρθρου 5, εκδίδει κατά την παραλαβή των προς μεταφορά αγαθών και το αργότερο πριν την εκκίνηση του μεταφορικού μέσου, για κάθε μεταφορά, φορτωτική κατά φορτωτή και πα­ραλήπτη σε τέσσερα (4) αντίτυπα. Το πρώτο αντίτυπο συνοδεύει τα αγαθά, αποτελεί αποδεικτικό παράδο­σης αυτών και παραμένει στο μεταφορέα, το δεύτερο παραδίδεται στο φορτωτή, το τρίτο έχει την ένδειξη «Αποδεικτικό Δαπάνης» και παραδίδεται σε αυτόν που καταβάλλει τα κόμιστρα και το τέταρτο παραμένει ως στέλεχος.

2. Το μεταφορικό γραφείο ή ο διαμεταφορέας, με βάση τα έγγραφα των δύο τελευταίων εδαφίων της παραγράφου 7 του άρθρου 5, εκδίδει για κάθε μετα­φορά, φορτωτική κατά αποστολέα και παραλήπτη σε τέσσερα (4) αντίτυπα. Το πρώτο αντίτυπο προορίζεται για το μεταφορικό γραφείο ή τον διαμεταφορέα, το δεύτερο παραδίδεται στον αποστολέα, το τρίτο έχει την ένδειξη «Αποδεικτικό Δαπάνης» και παραδίδεται σε αυτόν που καταβάλλει τα κόμιστρα και το τέταρτο παραμένει ως στέλεχος.

Όταν η φόρτωση των αγαθών γίνεται από τις εγκατα­στάσεις του μεταφορικού γραφείου ή του διαμεταφορέα, η φορτωτική εκδίδεται με την παραλαβή των προς μεταφορά αγαθών και το αργότερο πριν την εκκίνηση του μεταφορικού μέσου και το πρώτο αντίτυπο αυτής συνοδεύει τα αγαθά και επιστρέφεται στο μεταφορικό γραφείο ή στον διαμεταφορέα.

Όταν η μεταφορά ενεργείται κατ’ εντολή του μεταφο­ρικού γραφείου ή του διαμεταφορέα απευθείας από τον αποστολέα στον παραλήπτη, η φορτωτική του μετα­φορικού γραφείου ή του διαμεταφορέα εκδίδεται μέχρι το τέλος της επόμενης ημέρας από την ολοκλήρωση της μεταφοράς και με ημερομηνία έκδοσης αυτή της προηγούμενης ημέρας.

Στην περίπτωση αυτή το πρώτο αντίτυπο της φορτω­τικής μπορεί να παραμένει στο μεταφορικό γραφείο ή στον διαμεταφορέα εφόσον φυλάσσεται για όσο χρόνο ορίζεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και επιδει­κνύεται όταν ζητηθεί από τον έλεγχο.

Για τη μεταφορά των αγαθών το μεταφορικό γρα­φείο ή ο διαμεταφορέας, όταν η φόρτωση γίνεται από τις εγκαταστάσεις του, εκδίδει διπλότυπη κατάσταση αποστολής αγαθών, στην οποία αναγράφει το είδος και τους αριθμούς των δεμάτων, το είδος και την πο­σότητα των μεταφερόμενων αγαθών και τον τόπο του προορισμού τους. Το ένα αντίτυπο της κατάστασης αυτής παραδίδεται στον μεταφορέα για την έκδοση της συγκεντρωτικής φορτωτικής. Εφόσον στην κατάσταση επισυνάπτεται αντίγραφο των τετραπλότυπων φορ­τωτικών που εκδόθηκαν αναγράφεται μόνο ο αριθμός κάθε φορτωτικής, το συνολικό βάρος των αγαθών που μεταφέρονται και ο συνολικός αριθμός των δεμάτων.

3. Η φορτωτική περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία:

α) το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία, το επάγγελμα και τη διεύθυνση του αποστολέα ή φορτωτή και του παραλήπτη των αγαθών, καθώς και τον Α.Φ.Μ. του κα- ταβάλλοντος τα κόμιστρα, β) όταν η μεταφορά ενεργείται απευθείας από τον αποστολέα στον παραλήπτη, κατ’ εντολή μεταφορικού γραφείου, διαμεταφορέα ή άλλου τρίτου, στη φορτω­τική αναγράφονται και τα πλήρη στοιχεία του εντολέα, γ) την ημερομηνία και τον τόπο έκδοσης της φορτωτι­κής, καθώς και την ημερομηνία έναρξης της μεταφοράς από το μεταφορέα, δ) τον τόπο προορισμού των προς μεταφορά αγαθών, ε) το είδος και τον αριθμό του συνοδευτικού στοιχείου του αποστολέα, στ) τους αριθμούς των δεμάτων, το είδος κατά γενι­κή κατηγορία και την ποσότητα των μεταφερομένων αγαθών, ζ) το κόμιστρο και τις λοιπές επιβαρύνσεις της με­ταφοράς, η) τον αριθμό κυκλοφορίας του αυτοκινήτου ή το όνο­μα του πλωτού μέσου, προκειμένου περί θαλασσίων μεταφορών.

4. Ο μεταφορέας εκδίδει φορτωτική και όταν μεταφέ­ρει αγαθά δικά του. Από την υποχρέωση αυτή εξαιρού­νται οι δημόσιες μεταφορικές επιχειρήσεις.

5. Ο μεταφορέας, αντί φορτωτικής, μπορεί να εκδίδει διπλότυπη απόδειξη για μεταφορές αποσκευών που συνοδεύονται από τον ταξιδιώτη ή μικροδεμάτων ή για μεταφορές εντός της αστικής περιοχής των πόλεων ή για μεταφορές εμφόρτων ή κενών οχημάτων με πλωτά μέσα. Στην απόδειξη αυτή, που εκδίδεται πριν από την εκκίνηση του μεταφορικού μέσου και το ένα αντίτυ­πό της παραδίδεται στον καταβάλλοντα το κόμιστρο, αναγράφονται: α) επί μεταφοράς αποσκευών, τουλάχιστον το κόμι­στρο, β) επί μεταφοράς μικροδεμάτων, τα στοιχεία του φορ­τωτή και του παραλήπτη, το είδος κατά γενική κατηγο­ρία, η ποσότητα των αγαθών και το κόμιστρο, γ) επί αστικών μεταφορών, τα στοιχεία της προη­γούμενης περίπτωσης β’, ο αριθμός του συνοδευτικού στοιχείου του αποστολέα και η ώρα εκκίνησης του με­ταφορικού μέσου, δ) επί μεταφοράς οχημάτων με πλωτά μέσα, τα στοι­χεία αυτού που καταβάλλει το ναύλο και το ποσό αυτού.

6. Ο μεταφορέας, το μεταφορικό γραφείο ή ο διαμεταφορέας εκδίδει διορθωτικό σημείωμα μεταφοράς σε τρία αντίτυπα: α) όταν επιστρέφει ποσό κομίστρων, β) όταν κατά την παράδοση των αγαθών στον παραλήπτη διαπιστωθούν ποσοτικές διαφορές και γ) σε κάθε περί­πτωση πραγματοποίησης της μεταφοράς κατά τρόπο, τόπο και χρόνο διαφορετικό από αυτόν που αναγρά­φεται στη φορτωτική και για κάθε άλλη διαφορά. Στο σημείωμα αυτό, που υπογράφεται από το μεταφορέα και τον παραλήπτη, γράφονται τα στοιχεία του μετα­φορέα, του φορτωτή ή αποστολέα και του παραλήπτη, ο αριθμός της φορτωτικής, το ποσό της διαφοράς των κομίστρων, καθώς και οι διαφορές που διαπιστώθηκαν. Το πρώτο αντίτυπο αποστέλλεται στο φορτωτή ή απο­στολέα, το δεύτερο παραδίδεται στον παραλήπτη και το τρίτο παραμένει ως στέλεχος.

7. Ο μεταφορέας που πραγματοποιεί διεθνείς μετα­φορές οδικές, σιδηροδρομικές, θαλάσσιες ή εναέριες, δύναται να εκδίδει γι’ αυτές τις μεταφορές άλλα ισο­δύναμα με τα παραπάνω στοιχεία, εφόσον αυτά προβλέπονται από διεθνείς συμβάσεις, στις οποίες έχει προσχωρήσει και η χώρα μας.

8. Ο μεταφορέας που πραγματοποιεί θαλάσσιες ή εναέριες μεταφορές δύναται να αναθέτει την έκδοση των εγγράφων μεταφοράς σε αντιπρόσωπο ή σε πρά­κτορα, εφόσον πριν από την ανάθεση γνωστοποιήσει τούτο εγγράφως στη Δ.Ο.Υ., στην οποία υπάγεται ο αντιπρόσωπός του ή ο πράκτοράς του.

9. Επί μεταφοράς αγαθών ενός φορτωτή με μετα­φορικά μέσα δημόσιας χρήσης, που προορίζονται να παραδοθούν σε περισσότερους από έναν παραλήπτες, μπορεί να εκδίδεται μία συγκεντρωτική φορτωτική κατά αποστολέα για κάθε μεταφορά, αντί της έκδο­σης φορτωτικών κατά φορτωτή και παραλήπτη, με την προϋπόθεση ότι το συνολικό κόμιστρο καταβάλλεται στο μεταφορέα από τον φορτωτή. Στη συγκεντρωτική φορτωτική αναγράφονται το ονοματεπώνυμο ή η επω­νυμία, το επάγγελμα και η διεύθυνση του φορτωτή, ο τόπος φόρτωσης, το συνολικό κόμιστρο αριθμητικώς και ολογράφως, η χρονολογία εκκίνησης του μεταφορικού μέσου, καθώς και για κάθε παραλήπτη ο αριθμός και το είδος του συνοδευτικού φορολογικού στοιχείου, το είδος κατά γενική κατηγορία, η ποσότητα των αγαθών που προορίζονται γι’ αυτόν και ο τόπος προορισμού (εκφόρτωσης).

10. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου μεταφορέας θεωρείται αυτός που ενεργεί τη μεταφορά αγαθών με κόμιστρο, με μεταφορικά μέσα που ανήκουν σε αυτόν ή εκμεταλλεύεται αυτός, και φορτωτής αυτός που αναθέτει στον μεταφορέα το έργο της μεταφοράς.

11. Ο μεταφορέας, επί μεταφοράς αγαθών με ή χω­ρίς παροχή και άλλων υπηρεσιών, μπορεί να εκδίδει, αντί φορτωτικής, τιμολόγιο ή απόδειξη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 και 7, εφόσον τηρείται το ημερολόγιο μεταφοράς, που προβλέπεται από τις δια­τάξεις της Α.Υ.Ο. 1077844/641/0015/ΠΟΛ.1144/6.8.1992 (Β’ 517). Τα προαναφερόμενα ισχύουν και για τα μεταφορικά γραφεία ή τους διαμεταφορείς, χωρίς την προϋπόθεση της τήρησης ημερολογίου μεταφοράς.

Στο περιεχόμενο του τιμολογίου ή της απόδειξης ανα­γράφονται, εκτός των άλλων, τα πλήρη στοιχεία του καταβάλλοντος τα κόμιστρα, τα μεταφερόμενα αγαθά, κατά γενική κατηγορία, το κόμιστρο ή την αμοιβή, τις λοιπές επιβαρύνσεις της μεταφοράς και τον αναλογούντα Φ.Π.Α..

12. Στις περιπτώσεις αυτοπαράδοσης αγαθών ή ιδιοχρησιμοποίησης υπηρεσιών, που προβλέπονται από το ν. 2859/2000, εκδίδεται απόδειξη αυτοπαράδοσης. Αντί της απόδειξης αυτής μπορεί να εκδίδεται άλλο στοιχείο αξίας, εφόσον κατά την έκδοσή τους αναγράφεται η ένδειξη «απόδειξη αυτοπαράδοσης».

13.  α) Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών που τηρεί βιβλία οποιασδήποτε κατηγορίας και τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 για κάθε δαπάνη που αφο­ρά την άσκηση της επιχείρησής του ή την εκτέλεση του σκοπού τους, αντίστοιχα, για την οποία ο δικαιούχος δεν υποχρεούται στην έκδοση στοιχείου του παρόντος νόμου, εκδίδει διπλότυπη απόδειξη δαπάνης. Διπλότυπη απόδειξη δαπάνης εκδίδεται επίσης και από τον εκμε­ταλλευτή επιβατικού αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης για την καταβολή στους οδηγούς αμοιβών οι οποίες δεν υπάγονται στο φόρο προστιθέμενης αξίας.

β) Στην απόδειξη δαπάνης, η οποία υπογράφεται και από το δικαιούχο και στα δύο αντίτυπα, αναγράφο­νται: α) τα πλήρη στοιχεία των συμβαλλομένων όπως περιγράφονται στην παράγραφο 10 του άρθρου 6, β) η αιτιολογία και το ποσό της δαπάνης αριθμητικώς και ολογράφως. Δεν απαιτείται η αναγραφή του ποσού ολογράφως στις αποδείξεις που εκδίδονται με Η/Υ, γ) οι τυχόν φόροι και οι λοιπές φορολογικές επιβαρύνσεις.

γ) Για τα δώρα που γίνονται από τον υπόχρεο απεικό­νισης συναλλαγών σε διάφορα πρόσωπα, για την επαγ­γελματική του προβολή ή για την εκπλήρωση κοινωνικής του υποχρέωσης, συνυφασμένης με την επαγγελματική του δραστηριότητα, αξίας του καθενός μέχρι εκατόν πενήντα (150) ευρώ, μπορεί να συντάσσεται σχετική κατάσταση, με το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση των προσώπων αυτών, αντί της έκδοσης της διπλότυπης απόδειξης του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης α’ της παραγράφου αυτής για κάθε πρόσωπο.

δ) Όταν καταβάλλονται μισθοί, ημερομίσθια, ή άλ­λες παροχές σε μισθωτούς δύναται, αντί της έκδοσης απόδειξης δαπάνης, να συντάσσεται κατάσταση στην οποία υπογράφουν οι δικαιούχοι για τα ποσά που λαμβάνουν. Επί καταβολής μισθών και ημερομισθίων με τη μεσολάβηση τράπεζας δεν απαιτείται υπογραφή της κατάστασης, εφόσον υπάρχει σχετική εξουσιοδότηση των δικαιούχων της αμοιβής, που δίδεται μία φορά με ταυτόχρονη εντολή προς την τράπεζα για πίστωση συ­γκεκριμένου λογαριασμού.

Άρθρο 9.–Διασφάλιση συναλλαγών και Διαφύλαξη Δεδομένων

1. Η αυθεντικότητα των στοιχείων διακίνησης δια­σφαλίζεται με τη χρήση θεωρημένων από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. εντύπων, επί χειρόγραφης έκδοσής τους, ή με τη χρήση ειδικών ασφαλών διατάξεων σήμανσης του νόμου 1809/1988 (Α’ 222), επί μηχανογραφικής έκδοσής αυτών, και των στοιχείων αξίας λιανικών συναλλαγών για πα­ροχή υπηρεσίας με θεώρηση από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.. Τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζονται για τα εισιτήρια επιχειρήσεων μεταφοράς προσώπων με λεωφορεία, σιδηρόδρομους και αεροπλάνα, όταν εκτελούν συγκοινωνίες, καθώς και για τα εισιτήρια πλοίων, εφόσον φορολογούνται κατ’ ειδικό τρόπο και απαλ­λάσσονται του Φ.Π.Α.. Η παρούσα παράγραφος παύει να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2014.

2. Κατά τη διάρκεια της διαχειριστικής περιόδου και μέχρι την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδή­ματος, τα βιβλία τηρούνται, τα δε στοιχεία, καθώς και τα λοιπά δικαιολογητικά εγγραφών, φυλάσσονται στην επαγγελματική εγκατάσταση που αφορούν και επιδει­κνύονται άμεσα στο φορολογικό έλεγχο.

Με γνωστοποίηση στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία της έδρας του υπόχρεου απεικόνισης συ­ναλλαγών μπορεί τα βιβλία να τηρούνται, τα δε στοι­χεία, καθώς και τα λοιπά δικαιολογητικά εγγραφών, να φυλάσσονται σε άλλο τόπο, με την προϋπόθεση ότι επιδεικνύονται στην προθεσμία που ορίζεται από την αρμόδια φορολογική αρχή.

Επίσης, με τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδα­φίου, μπορεί τα βιβλία να ενημερώνονται σε άλλο τόπο με τα πρωτογενή φορολογικά στοιχεία και λοιπά δικαι­ολογητικά εγγραφών, τα οποία, μετά την ενημέρωση τους, επιστρέφονται στην επαγγελματική εγκατάσταση που αφορούν.

Οι πληροφορίες της παραγράφου 23 του άρθρου 4 και των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί, κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος νόμου, τηρούνται στην επαγγελματική εγκατάσταση που ασκείται η σχετική δραστηριότητα.

3. Μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δή­λωσης φορολογίας εισοδήματος τα βιβλία, τα στοι­χεία, τα λοιπά δικαιολογητικά των εγγραφών, καθώς και τα ηλεκτρομαγνητικά μέσα αποθήκευσης αυτών κάθε διαχειριστικής περιόδου, μπορεί να φυλάσσονται σε οποιονδήποτε τόπο εντός ή εκτός της Ελληνικής Επικράτειας και επιδεικνύονται στην προθεσμία που ορίζεται από την αρμόδια φορολογική αρχή. Όταν ο τόπος αποθήκευσης ευρίσκεται εκτός Ελλάδας, υποχρεούται να γνωστοποιεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. πριν την αποθήκευση, τον τόπο αυτόν, καθώς και κάθε μεταβολή του τόπου αυτού.

4. Ειδικά, για τη διαφύλαξη των τιμολογίων εφαρμό­ζονται τα εξής:

α) Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών οφείλει να μεριμνά για την αποθήκευση των αντιγράφων των τι­μολογίων που εκδίδονται από τον ίδιο ή εξ ονόματός του και για λογαριασμό του, από τον πελάτη του ή από τρίτους, καθώς και όλων των τιμολογίων που λαμβάνει. Αντίτυπα των τιμολογίων που εκδίδονται εξ ονόματος και για λογαριασμό του υπόχρεου απεικόνισης συναλ­λαγών, παραδίδονται σε αυτόν μέσα στην προθεσμία που ορίζουν οι διατάξεις περί Απεικόνισης Συναλλαγών για την ενημέρωση των τηρούμενων βιβλίων.

β) Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών μπορεί να καθορίζει τον τόπο αποθήκευσης, υπό τον όρο να θέτει στη διάθεση των αρμόδιων αρχών, έπειτα από οποιαδήποτε αίτησή τους, τα τιμολόγια ή τις πληροφορίες που έχουν αποθηκευτεί, μέσα στις προθεσμίες που τίθενται με την αίτηση των αρχών αυτών, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Όταν ο τόπος αποθήκευσης ευρίσκεται εκτός Ελλάδας, υποχρεούται να γνωστοποιεί στην αρ­μόδια Δ.Ο.Υ. πριν την αποθήκευση, τον τόπο αυτόν, κα­θώς και κάθε μεταβολή του τόπου αυτού.

γ) Όταν η αποθήκευση δεν πραγματοποιείται με ηλε­κτρονικά μέσα που να εξασφαλίζουν την πλήρη και επιγραμμική (on-line) πρόσβαση στα σχετικά δεδομένα, o υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών υποχρεούται να αποθηκεύει στο εσωτερικό της χώρας τα τιμολόγια που εκδίδει ή λαμβάνει.

δ) Όταν η αποθήκευση γίνεται σε χώρα με την οποία δεν υφίσταται νομική πράξη για την αμοιβαία συνδρομή με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 1402/1983, του ν. 1914/1990 και τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1798/2003 του Συμβουλίου της 7ης Οκτωβρίου 2003 και σχετι­κά με το δικαίωμα πρόσβασης με ηλεκτρονικά μέσα, τηλεκφόρτωσης και χρήσης που προβλέπεται στην περίπτωση στ’, ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών υποχρεούται να αποθηκεύει στο εσωτερικό της χώρας, τα τιμολόγια που εκδίδει ή λαμβάνει.

ε) Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών υποχρεούται στη διαφύλαξη των τιμολογίων με την αρχική τους μορ­φή με την οποία διαβιβάσθηκαν ή τέθηκαν στη διάθεσή του, σε χαρτί ή με ηλεκτρονικά μέσα. Επίσης, όταν τα τιμολόγια διαφυλάσσονται με ηλεκτρονικά μέσα, δια- φυλάσσονται με ηλεκτρονικά μέσα και τα δεδομένα που εξασφαλίζουν τη γνησιότητα της προέλευσης και την ακεραιότητα του περιεχομένου κάθε τιμολογίου.

στ) Όταν ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών απο­θηκεύει, με ηλεκτρονικά μέσα τα οποία εξασφαλίζουν πρόσβαση με απευθείας σύνδεση (on-line) πρόσβαση στα σχετικά δεδομένα, τιμολόγια τα οποία εκδίδει ή λαμβάνει, οι αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος και, όταν ο Φ.Π.Α. οφείλεται σε ένα άλλο κράτος - μέλος, οι αρμόδιες αρχές εκεί­νου του κράτους - μέλους έχουν δικαίωμα πρόσβασης, λήψης και χρήσης αυτών των τιμολογίων.

ζ) Με τον όρο «διαφύλαξη τιμολογίου με ηλεκτρονικά μέσα» νοείται η διαφύλαξη δεδομένων που πραγμα­τοποιείται με ηλεκτρονικό εξοπλισμό επεξεργασίας (περιλαμβανομένης της ψηφιακής συμπίεσης) και δια­φύλαξης, καθώς και με ενσύρματα, ασύρματα, οπτικά ή άλλα ηλεκτρομαγνητικά μέσα.

5. Τα βιβλία, τα στοιχεία, τα λοιπά δικαιολογητικά των εγγραφών στα βιβλία, καθώς και τα ηλεκτρομαγνητικά μέσα στα οποία αποθηκεύονται δεδομένα βιβλίων, για τα οποία δεν υπάρχει υποχρέωση εκτύπωσής τους, δι­ατηρούνται στον εκάστοτε οριζόμενο από τις σχετικές φορολογικές διατάξεις χρόνο παραγραφής του δικαι­ώματος του Δημοσίου για επιβολή φόρου και οπωσ­δήποτε όσο χρόνο εκκρεμεί σχετική υπόθεση ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων ή του Συμβουλίου της Επικρατείας.

6. Επιτρέπεται στους υπόχρεους απεικόνισης συναλ­λαγών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλες διατάξεις, να διαφυλάττουν τα εκδοθέντα και ληφθέντα φορολογικά στοιχεία σε μικροφίλμ ή σε ηλεκτρονική μορφή (οπτικοί δίσκοι CD-ROM τεχνολογίας WORM) με φωτογράφιση ή ψηφιοποίηση από τα αντίστοιχα στελέχη, μετά την υποβολή των περιοδικών δηλώσεων του φόρου προστιθέμενης αξίας ή των δηλώσεων φο­ρολογίας εισοδήματος, κατά περίπτωση, για όσο χρόνο ορίζεται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου του άρθρου αυτού, εφόσον υπάρχει και σύστημα ανα­ζήτησης, εμφάνισης και εκτύπωσης (αναπαραγωγής) των φορολογικών στοιχείων, με την προϋπόθεση ότι τίθενται στη διάθεση της αρμόδιας φορολογικής αρχής στην προθεσμία που ορίζεται από αυτή. Ειδικά για τα χρησιμοποιούμενα ηλεκτρονικά μέσα του ανωτέρω εδα­φίου απαιτείται, προ της χρησιμοποίησής τους, σήμανση από αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών. Η αδυναμία αναπαραγωγής αντιγράφων λογίζεται ως μη διαφύλαξη των σχετικών φορολογικών στοιχείων. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση μη σήμανσης των ηλεκτρονικών μέσων αρχειοθέτησης.

7. Τα αθεώρητα βιβλία που ενημερώνονται μηχανο­γραφικά, μπορεί να μην εκτυπώνονται, εφόσον τα δε­δομένα τους φυλάσσονται σε ηλεκτρομαγνητικά μέσα αποθήκευσης, με την προϋπόθεση ότι, τα δεδομένα αυτά εκτυπώνονται άμεσα όταν ζητηθεί από το φορο­λογικό έλεγχο. Η μη διαφύλαξη των ηλεκτρομαγνητικών μέσων ή η αδυναμία αναπαραγωγής του περιεχομένου αυτών εξομοιώνεται με μη τήρηση των βιβλίων ή των καταστάσεων που εμπεριέχονται σε αυτά.

Τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο ισχύουν και για τα αποθηκευμένα δεδομένα, που επέχουν θέση στελέχους των εκδιδόμενων φορολογικών στοιχείων.

Άρθρο 10.–Διασταυρώσεις και Απόδειξη Συναλλαγών

1. Ο υπόχρεος απεικόνισης συναλλαγών και τα πρό­σωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 υποβάλλουν καταστάσεις, για μηχανογραφική επεξεργασία και δια­σταύρωση πληροφοριών, με τις συναλλαγές που πραγ­ματοποίησαν για την επαγγελματική τους εξυπηρέτηση ή την εκπλήρωση του σκοπού τους, από αγορές αγαθών και λήψη υπηρεσιών, από χονδρικές πωλήσεις αγαθών και παροχή υπηρεσιών και από καταβολή ή είσπραξη αμοιβών, αποζημιώσεων, οικονομικών ενισχύσεων και άλλων δικαιωμάτων.

Οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. υποβάλ­λουν καταστάσεις, μόνο για τα τιμολόγια πώλησης των προϊόντων τους, που δύνανται να εκδίδουν οι ίδιοι για το σύνολο της παραγωγής τους.

2. Τα αναγκαία για διασταύρωση στοιχεία που αφο­ρούν εισαγωγές ή εξαγωγές αγαθών των αναφερομένων στην προηγούμενη παράγραφο προσώπων, λαμβάνονται από το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Τελω­νείων (Ο.Π.Σ.Τ. - ICIS).

3. Οι καταστάσεις της προηγούμενης παραγράφου 1 περιέχουν το ονοματεπώνυμο και το πατρώνυμο ή την επωνυμία, καθώς και τον Α.Φ.Μ. του υπόχρεου και το έτος που αφορούν.

Στις καταστάσεις αυτές καταχωρούνται το ονοματε­πώνυμο ή η επωνυμία, ο Α.Φ.Μ. των συναλλασσομένων με τον υπόχρεο (προμηθευτών, πελατών κ.λπ.), ο συνο­λικός αριθμός των τιμολογίων ή άλλων φορολογικών στοιχείων και η συνολική αξία, προ Φ.Π.Α..

Εξαιρετικά, δεν συμπεριλαμβάνονται στις καταστάσεις αυτές συναλλαγές, εφόσον η συνολική αξία, προ Φ.Π.Α., ενός εκάστου στοιχείου που έχει εκδοθεί γι’ αυτές δεν υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ.

4. Οι καταστάσεις της παραγράφου 1 υποβάλλονται μέχρι την εικοστή πέμπτη (25η) Ιουνίου κάθε χρόνου με τις συναλλαγές του προηγούμενου ημερολογιακού έτους.

Οι καταστάσεις υποβάλλονται αποκλειστικά με ηλε­κτρονικό τρόπο επικοινωνίας στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων.

Οι ανωτέρω καταστάσεις δεν υποβάλλονται, όταν τα δεδομένα τους διαβιβάζονται ηλεκτρονικά στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 3842/2010 (Α’ 58).

5. Δεν υποχρεούνται στην υποβολή των καταστάσεων της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού:

α) οι τράπεζες για τους τόκους καταθέσεων που χορη­γούν, καθώς και για τους τόκους και τις προμήθειες που χορηγούν σε άλλες τράπεζες ή πρόσωπα του άρθρου 1 και πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 ή αγρό­τες του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. ή λαμβάνουν από τα παραπάνω πρόσωπα, με την εξαίρεση των προμηθειών που λαμβάνουν από πρόσωπα του άρθρου 1 ή πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 ή πρόσωπα του ειδι­κού καθεστώτος Φ.Π.Α. που πωλούν αγαθά ή παρέχουν υπηρεσίες σε κατόχους - χρήστες πιστωτικών καρτών,

β) τα πρόσωπα του άρθρου 1 και τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 για τους τόκους καταθέ­σεων που λαμβάνουν από τράπεζες, για τους τόκους και τις προμήθειες που καταβάλλουν σε τράπεζες ή λαμβάνουν από αυτές, καθώς και για τους μισθούς, τα ημερομίσθια και τις συντάξεις που χορηγούν, με την εξαίρεση των προμηθειών που καταβάλλουν στις τρά­πεζες λόγω πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών σε κατόχους - χρήστες πιστωτικών καρτών,

γ) τα πρόσωπα του άρθρου 1 και τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 ή πρόσωπα του ειδικού καθεστώτος Φ.Π.Α. για τις πωλήσεις αγαθών και υπη­ρεσιών εκτός της χώρας, καθώς και για τις αγορές αγαθών ή υπηρεσιών από επιχειρήσεις που δεν ασκούν δραστηριότητα εντός της χώρας,

δ) τα πρόσωπα του άρθρου 1 και τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3 για τα ασφάλιστρα, τις επιστροφές ασφαλίστρων και τις εκπτώσεις επί των ασφαλίστρων που αναγράφονται στα σχετικά ασφαλι­στήρια συμβόλαια ή στις πρόσθετες πράξεις.

6. Για την απόδειξη της συναλλαγής από το λήπτη φορολογικού στοιχείου που αφορά αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και άνω απαιτείται η τμηματική ή ολική εξόφληση να γίνεται μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή με επιταγή έκδοσης του λήπτη του στοιχείου. Σε περίπτωση εκχώρησης επιταγών τρίτων εκδίδεται άμεσα λογιστική απόδειξη εκχώρησης αξιογράφων, στην οποία αναγράφονται τα στοιχεία των εκχωρούμενων επιταγών.

Με επιταγή του αγοραστή ή με κατάθεση σε τραπε­ζικό λογαριασμό αποκλειστικά και μόνο εξοφλούνται επίσης, μερικά ή ολικά, και τα φορολογικά στοιχεία αξίας τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και άνω, που αφο­ρούν αγορές αγροτικών προϊόντων από πρόσωπο που παράγει τα προϊόντα αυτά, καθώς επίσης και το ποσό που αποδίδεται από τον αντιπρόσωπο στον εντολέα, επίσης πρόσωπο που παράγει τα ως άνω αγροτικά προ­ϊόντα, για τις διενεργηθείσες πωλήσεις των προϊόντων αυτών, για λογαριασμό του, με βάση την εκκαθάριση της παραγράφου 7 του άρθρου 6, μετά την αφαίρεση της δικαιούμενης προμήθειας. Από την ως άνω υπο­χρέωση εξαιρούνται τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 3.

Κατ’ εξαίρεση, των αναφερομένων στα προηγούμενα εδάφια, επιτρέπεται ο συμψηφισμός αμοιβαίων αντα­παιτήσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.

7. Στα εκδιδόμενα από τις τράπεζες και λοιπά πιστω­τικά ιδρύματα, παραστατικά στοιχεία πάσης φύσεως εισπράξεων ή πληρωμών μετρητοίς για συναλλαγές φυσικών ή νομικών προσώπων ή κοινοπραξιών ποσού άνω των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ αναγράφεται και ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου του συναλλασσομένου. Σε περίπτωση αλλοδαπού φυσικού προσώπου αναγράφεται ο αριθμός διαβατηρίου ή ταυτότητας.

Στις εκδιδόμενες επιταγές που καλύπτουν εξόφληση επαγγελματικών συναλλαγών, ανεξαρτήτως ποσού, ανα­γράφεται υποχρεωτικά ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώ­ου του εκδότη, του εκάστοτε οπισθογράφου, καθώς και του τελευταίου κομιστή που εισπράττει αυτήν. Επίσης αναγράφεται υποχρεωτικά ο Α.Φ.Μ. του εκδότη της επι­ταγής που προσκομίζεται για εξόφληση οφειλής προς το Δημόσιο ανεξαρτήτως ποσού.

8. Το βάρος της απόδειξης της συναλλαγής φέρει τόσον ο εκδότης, όσον και ο λήπτης του στοιχείου, οι οποίοι δικαιούνται να επιβεβαιώνουν τα αναγκαία στοι­χεία του αντισυμβαλλόμενου από τη δήλωση έναρξης εργασιών ή από άλλο πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, επιφυλασσομένων των διατάξεων περί φορολογικού απορρήτου, τα οποία οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται εκατέρωθεν να παρέχουν, φέροντας ο καθένας και την ευθύνη για την ακρίβεια των στοιχείων που παρέχει.

Η επιβεβαίωση των στοιχείων των συναλλασσομένων μπορεί να γίνεται και από βάση δεδομένων ή αρχείο υπόχρεων απεικόνισης συναλλαγών, που είναι διαθέσιμα από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, καμπτομένου στην περίπτωση αυτή του ισχύοντος φορολογικού απορρήτου.

Άρθρο 11.– Εξουσίες της Φορολογικής Αρχής

1. Ο αρμόδιος οικονομικός επιθεωρητής, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. της έδρας του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών μπορεί με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του:

α) να επιτρέπει τη μη έκδοση δελτίου αποστολής ή την έκδοσή του κατά διαφορετικό τρόπο, επί διακίνησης αγαθών μεταξύ των επαγγελματικών εγκαταστάσεων του υπόχρεου απεικόνισης συναλλαγών, εφόσον δεν είναι εξαιρετικά δύσκολη η παρακολούθηση των διακινουμένων αγαθών,

β) να απαλλάσσει τον υπόχρεο, κατά την έναρξη ερ­γασιών από την τήρηση απλογραφικών βιβλίων και από την έκδοση των αποδείξεων λιανικής, στην περίπτωση που εκτιμάται ότι κατά τη διαχειριστική περίοδο αυτή δεν θα υπερβεί το όριο των ακαθαρίστων εσόδων της παραγράφου 3 του άρθρου 3.

2. Ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. δε θεωρεί φορολογικά στοιχεία σε υπόχρεο ο οποίος:

α) δεν έχει εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες και απαι­τητές υποχρεώσεις του από πάσης φύσης φόρους του Δημοσίου από την επαγγελματική του δραστηριότητα, από δάνεια με την εγγύηση του Δημοσίου, πρόστιμα για παραβάσεις των διατάξεων του νόμου αυτού, τέλη ή ει­σφορές που βεβαιώνονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, όταν το σύνολο των υποχρεώσεων αυτών, χωρίς τις νόμιμες προσαυξήσεις ξεπερνά τις έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ, εκτός αν έχει υπαχθεί σε ρύθμιση τμημα­τικής καταβολής των ληξιπρόθεσμων χρεών του από τα κατά νόμο αρμόδια όργανα και είναι απόλυτα συνεπής στην καταβολή των δόσεων αυτών. Επί ομόρρυθμων, ετερόρρυθμων και περιορισμένης ευθύνης εταιρειών, κοινοπραξιών, κοινωνιών και αστικών εταιρειών πρέπει να ερευνάται, μόνο κατά την πρώτη θεώρηση μετά τη σύστασή τους, εάν έχουν εκπληρώσει τις ληξιπρόθε­σμες υποχρεώσεις και τα μέλη των εταιρειών ή της κοινοπραξίας ή της κοινωνίας ή της αστικής εταιρείας,

β) δεν έχει υποβάλει στη δημόσια οικονομική υπηρεσία δηλώσεις απόδοσης οποιουδήποτε παρακρατούμενου ή επιρριπτόμενου φόρου, τέλους, εισφοράς από οποιαδήποτε αιτία, καθώς και δηλώσεις φόρου εισοδήματος.

Κατ’ εξαίρεση των όσων ορίζονται πιο πάνω ο προϊ­στάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. μπορεί, με απόφασή του, να εγκρίνει τη θεώρηση περιορισμένου αριθμού φορο­λογικών στοιχείων, αφού καταβάλλει ο υπόχρεος μέρος της οφειλής του που καθορίζεται με την ίδια απόφαση.

Το όριο της περίπτωσης α’ ισχύει και σε κάθε περί­πτωση μη θεώρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση μη φορολογικές διατάξεις, εξαιρουμένων των χρεών προς τα Επιμελητήρια.

Ομοίως, κατ’ εξαίρεση, με απόφαση του προϊσταμέ­νου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. μπορεί να θεωρούνται βιβλία και περιορισμένος αριθμός στοιχείων σε υπόχρεους απεικόνισης συναλλαγών που οφείλουν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά χρέη μη φορολογικά και έχουν κώλυμα θεώρησης από άλλες μη φορολογικές διατάξεις. Κάθε σχετική περίπτωση θα αναγγέλλεται εγγράφως στα αρμόδια κατά περίπτωση, για τα χρέη αυτά, πρόσωπα.

Η παρούσα παράγρ. παύει να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2014.

Άρθρο 12.– Εξουσίες Υπουργού Οικονομικών

Ο Υπουργός των Οικονομικών εκδίδει τις αναγκαίες αποφάσεις σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 1-11 και της Οδηγίας 2006/112/ΕΕ, καθώς και αποφάσεις για την περαιτέρω απλοποίηση της διαδικασίας,

Άρθρο 13.– Θέση σε ισχύ

Οι διατάξεις του παρόντος Κώδικα ισχύουν από 1.1.2013.

Άρθρο 14.– Μεταβατικές διατάξεις

1. Κάθε διάταξη αντίθετη στις διατάξεις των άρθρων 1-13 δεν ισχύει σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτά και παύουν να ισχύουν διοικητικά έγγραφα και εγκύκλιοι διαταγές, που αφορούν τις διατάξεις αυτές.

2. Όπου από τις κείμενες διατάξεις γίνεται παραπομπή στις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων (π.δ. 99/1977, Α’ 34) και του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ. 186/1992, Α’ 84), μετά την ισχύ του παρόντος νόμου νοούνται οι συναφείς διατάξεις των άρθρ. 1-12.

3. Όπου στις κείμενες διατάξεις γίνεται παραπομπή σε βιβλία δεύτερης κατηγορίας νοούνται τα απλογραφικά βιβλία των παραγράφων 16 έως και 22 του άρθρου 4 και όπου γίνεται παραπομπή σε βιβλία τρίτης κατηγορίας νοούνται τα διπλογραφικά βιβλία των παραγράφων 7 έως και 15 του άρθρου 4.

4. Αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής Λογιστικών Βιβλίων, της Επιτροπής Λογιστικών Αμφισβητήσεων και της Επιτροπής Λογιστικών Βιβλίων εξακολουθούν να ισχύουν για το χρόνο που ορίζεται και τα θέματα που ρυθμίζονται αντίστοιχα από αυτές, εφόσον με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα υφίστανται οι σχετικές υποχρεώσεις.

5. Οι διατάξεις των άρθρων 5, 7 και 8 παύουν να ισχύ­ουν την 1η Ιανουαρίου 2014. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών συστήνεται Ομάδα Εργασίας, προκειμένου να επεξεργασθεί και να υποβάλει μέχρι 30.6.2013 τις προτάσεις της για περαιτέρω απλοποίηση και βελτίωση των προβλεπομένων από τον παρόντα Κώδικα διατά­ξεων και αντίστοιχες τροποποιήσεις που απαιτούνται στην εμπορική και λογιστική νομοθεσία».

2. α. Τα τρία πρώτα εδάφια της παραγράφου 21 του άρθρου 55 ν. 4002/2011 (Α’ 180) αντικαθίστανται ως εξής:

«21. Η τοποθέτηση και η λήξη θητείας των προϊστα­μένων των κατωτέρω οργανικών μονάδων, επιπέδου Τμήματος, Υποδιεύθυνσης και Διεύθυνσης του Υπουρ­γείου Οικονομικών, διενεργείται χωρίς τη διαδικασία που προβλέπεται στις διατάξεις των άρθρων 84, 85 και 86 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α’ 26) και του άρθρου πέμπτου του ν. 3839/2010 (Α’ 51), με μόνη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύε­ται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, για θητεία ενός έτους που μπορεί να ανανεώνεται μέχρι δύο φορές ή να διακόπτεται πριν τη λήξη της, με όμοια απόφαση και κύριο κριτήριο την επίτευξη των ποιοτικών και ποσοτι­κών στόχων που τους έχουν τεθεί.

Οι υπάλληλοι που τοποθετούνται προϊστάμενοι σε αυτές τις οργανικές μονάδες πρέπει να διαθέτουν τα τυπικά προσόντα που προβλέπονται για τη θέση που καταλαμβάνουν, σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 84 του Υπαλληλικού Κώδικα, να μην έχει επιβληθεί σε βάρος τους οποιαδήποτε ποινή και να μην εκκρεμεί πειθαρχική δίωξη.

Με την απόφαση τοποθέτησης καθορίζονται ποσοτι­κοί και ποιοτικοί στόχοι για κάθε τρίμηνο της θητείας και για κάθε οργανική μονάδα, οι οποίοι ελέγχονται ανά τρίμηνο».

β. Σε περίπτωση που οι αποφάσεις τοποθέτησης, που έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νό­μου, καθορίζουν ποσοτικούς και ποιοτικούς στόχους σε ετήσια βάση, οι στόχοι αυτοί κατανέμονται αναλογικά σε κάθε τρίμηνο της θητείας.

γ. Στο τέλος του στοιχείου ε’ του πέμπτου εδαφίου της παραγράφου 21 του άρθρου 55 του ν. 4002/2011 (Α’ 180) προστίθενται οι λέξεις: «και όσες άλλες Δ.Ο.Υ. διατηρούνται σε λειτουργία.»

δ. Το στοιχείο στ’ του πέμπτου εδαφίου της παραγρά­φου 21 του άρθρου 55 του ν. 4002/2011 καταργείται και το στοιχείο ζ’ του ίδιου ως άνω εδαφίου αναριθμείται ως στοιχείο στ’.

ε. Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν. 3943/2011 (Α’ 66) προστίθενται δύο εδάφια ως εξής: «Οι ελεγκτές αξιολογούνται σε τριμηνιαία βάση στη βάση του αριθμού και του είδους των ελέγχων, καθώς και των επιτευχθέντων εσόδων. Αμέσως μετά την επι­λογή των ελεγκτών συνάπτεται συμβόλαιο αποδοτικό- τητας, στο οποίο εξειδικεύονται οι συγκεκριμένοι στόχοι που οφείλουν να εκπληρώσουν».

στ. Κατ’ εξαίρεση, για χρονικό διάστημα έξι μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, οι θέσεις Ελεγκτών Βεβαίωσης και Αναγκαστικής Είσπραξης των Εσόδων του Κράτους προκηρύσσονται και οι υποψήφιοι επιλέ­γονται από πίνακα που καταρτίζει η Ειδική Επιτροπή που προβλέπεται στην παράγραφο 16 του άρθρου 4 του ν. 3943/2011 (Α’ 66) μετά από συνέντευξη, προκειμένου η Επιτροπή να διαμορφώσει γνώμη για την προσωπικότη­τα και την ουσιαστική ικανότητα άσκησης των ειδικών καθηκόντων της θέσης. Για το χρονικό αυτό διάστημα, δεν απαιτείται η διενέργεια της προβλεπόμενης στο προηγούμενο εδάφιο συνέντευξης στην περίπτωση της επιλογής υπαλλήλων με τουλάχιστον διετή προηγούμε­νη εμπειρία σε ελεγκτικά καθήκοντα.

 

Ε.2.– Σύσταση θέσης Γενικού Γραμματέα Εσόδων:

1. Στο Υπουργείο Οικονομικών συνιστάται Γενική Γραμ­ματεία Δημοσίων Εσόδων καταργουμένης ταυτοχρόνως της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων. Συνιστάται επίσης θέση Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων με βαθμό 1ο της κατηγορίας Ειδικών Θέσεων, ο οποίος προΐσταται της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, ενώ καταργείται ταυτοχρόνως η θέση του Γενικού Γραμματέα Φορολογικών και Τελω­νειακών Θεμάτων με βαθμό 1ο της κατηγορίας Ειδικών Θέσεων.

2. Η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων συγκρο­τείται από όλες τις οργανικές μονάδες και τις Ειδικές Αποκεντρωμένες Υπηρεσίες, που υπάγονται στις παρα­κάτω Γενικές Διευθύνσεις και Υπηρεσίες:

α. Γραφείο Γενικού Γραμματέα.

β. Γενική Διεύθυνση Φορολογίας.

γ. Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Εί­σπραξης Δημοσίων Εσόδων.

δ. Γενική Διεύθυνση Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης.

ε. Γενική Διεύθυνση Γενικού Χημείου του Κράτους.

στ. Γενική Διεύθυνση Οικονομικής Επιθεώρησης.

ζ. Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης.

3. α. Εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της Γενι­κής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, ο Γενικός Γραμμα­τέας οφείλει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά:

(1) να διαμορφώνει και να επικαιροποιεί σε ετήσια βάση το στρατηγικό σχεδιασμό της Γενικής Γραμμα­τείας Δημοσίων Εσόδων, όπως επίσης ποιοτικούς και ποσοτικούς στόχους και κριτήρια αξιολόγησης των οργανικών μονάδων που υπάγονται στην αρμοδιότητά του και του προσωπικού τους και να ενημερώνει σχετικά τον Υπουργό Οικονομικών,

(2) να τοποθετεί τους προϊσταμένους των οργανι­κών μονάδων και υπηρεσιών που υπάγονται στη Γε­νική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων σύμφωνα με τα κριτήρια που προβλέπονται στον Υπαλληλικό Κώδικα (ν. 3548/2007) και να αποφασίζει την πρόωρη λήξη της θητείας τους, λόγω μη εκπλήρωσης των τεθέντων ποι­οτικών και ποσοτικών στόχων,

(3) να διασφαλίζει ότι το πρόγραμμα και οι δραστηριό­τητες των επί μέρους οργανικών μονάδων και υπηρεσι­ών που υπάγονται στις αρμοδιότητές του συμβαδίζουν με το στρατηγικό σχεδιασμό και τους τεθέντες στόχους και να ελέγχει και εποπτεύει όλες τις δραστηριότητες της Γενικής Γραμματείας,

(4) να υποβάλλει προτάσεις νομοθετικών ρυθμίσεων που κατατίθενται στη Βουλή από τον Υπουργό Οικονομι­κών σε ζητήματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του,

(5) να εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών την υπο­βολή προτάσεων για την έκδοση προεδρικών διαταγ­μάτων με τα οποία επέρχονται αλλαγές στον αριθμό, την οργάνωση, τις αρμοδιότητες και τη διάρθρωση των οργανικών μονάδων και υπηρεσιών που υπάγονται στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, καθώς και στην κατανομή του ανθρώπινου δυναμικού,

(6) να μεταφέρει πόρους μεταξύ των οργανικών μονά­δων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων,

(7) να λαμβάνει μέτρα για τη διασφάλιση της δια­φάνειας και την καταπολέμηση της διαφθοράς στις υπηρεσίες που υπάγονται στις αρμοδιότητές του, συ- μπεριλαμβανομένης και της κίνησης της διαδικασίας πειθαρχικής δίωξης,

(8) να οργανώνει προγράμματα μετεκπαίδευσης και εξειδίκευσης του προσωπικού που υπάγεται στις υπη­ρεσίες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων.

Μέχρι το διορισμό του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με την παράγραφο 4β του παρόντος άρθρου, οι ανωτέρω αρμοδιότητες ασκούνται από τον Υπουργό ή τον Υφυπουργό Οικονομικών σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου διατάξεις.

β. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, ή του καθ’ ύλην αρμόδιου Υφυπουργού Οικονομικών, που δη­μοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, περιέρ­χονται στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων πε­ραιτέρω αρμοδιότητες που κατά την κείμενη νομοθεσία ασκούνται από τον Υπουργό Οικονομικών, ή τον αρμόδιο Υφυπουργό, ή τους προϊσταμένους των οργανικών μο­νάδων του Υπουργείου Οικονομικών, εντός του πεδίου των αρμοδιοτήτων τους, σχετικά με την οργάνωση και άσκηση της φορολογικής διοίκησης, την εφαρμογή της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας που άπτεται της είσπραξης εσόδων, καθώς και την παρακολούθη­ση και αξιολόγηση του έργου των υπαγόμενων στην αρμοδιότητά του οργανικών μονάδων του Υπουργείου Οικονομικών και των υπαλλήλων τους. Οι αρμοδιότητες που μεταβιβάζονται κατά το προηγούμενο εδάφιο δεν μπορούν να αναμεταβιβασθούν στον Υπουργό Οικονο­μικών με μεταγενέστερη κανονιστική διοικητική πράξη.

Με αποφάσεις του, που δημοσιεύονται στην Εφημερί­δα της Κυβερνήσεως, ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων μπορεί να μεταβιβάζει στους προϊσταμένους των οργανικών μονάδων και ειδικών αποκεντρωμένων υπηρεσιών που υπάγονται στη Γενική Γραμματεία Δη­μοσίων Εσόδων, τις αναγκαίες αρμοδιότητες προκειμένου αυτοί να ανταποκριθούν στους στόχους που τους τίθενται, όπως και να ανακαλεί τη μεταβίβαση αυτή των αρμοδιοτήτων, ανεξάρτητα του εάν έλαβε χώρα πριν ή μετά το διορισμό του. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων ορίζει έναν από τους προϊσταμένους Γενικής Διεύθυνσης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων να τον αναπληρώνει σε περίπτωση προσωρινής αδυναμίας εκπλήρωσης των καθηκόντων του, καθώς και για το χρονικό διάστημα από τη λήξη της θητείας του μέχρι το διορισμό του διαδόχου του.

γ. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων υποβάλλει στη Βουλή μέσω του Υπουργού Οικονομικών ως το τέ­λος Φεβρουαρίου κάθε έτους αναλυτική ετήσια έκθεση απολογισμού και προγραμματισμού των δραστηριοτή­των της Γενικής Γραμματείας, η οποία συζητείται στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό της Βουλής, και αναρτάται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών. Στην έκθεση δραστηριοτήτων δεν περιλαμβάνονται εξειδι­κευμένα στοιχεία, η γνωστοποίηση των οποίων μπορεί να παρεμποδίσει την υλοποίηση του προγράμματος και την επίτευξη των στόχων είσπραξης.

4. α. Ως Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων επι­λέγεται πρόσωπο εγνωσμένου κύρους που διαθέτει:

1) Πτυχίο Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος και, κατά προτίμηση, μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στη φορο­λογική διοίκηση και το φορολογικό σύστημα εν γένει.

2) Σημαντική επαγγελματική εμπειρία κατά προτίμηση στον ιδιωτικό τομέα, στη φορολογική διοίκηση και το φορολογικό σύστημα.

3) Σημαντική διοικητική εμπειρία, σε θέσεις ευθύνης, σε διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού, κατάρτιση στρατηγικών σχεδίων, διαχείριση έργων και δραστηριοτήτων (project management), στοχοθεσία, συντονισμό ομάδων και παρακολούθηση επίτευξης στό­χων.

4) Γνώση ξένων γλωσσών, ιδίως δε της Αγγλικής, που αποδεικνύεται από σπουδές, δημοσιεύσεις και άλλα πρόσφορα μέσα.

5) Ισχυρό ιστορικό φορολογικής συμ­μόρφωσης.

β. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων επιλέ­γεται και διορίζεται για πενταετή θητεία με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από εισήγηση του Υπουργού Οικονομικών. Με την ανάληψη των κα­θηκόντων του ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων υπογράφει συμβόλαιο αποδοτικότητας με τον Υπουργό Οικονομικών, όπου περιλαμβάνονται οι υποχρεώσεις του και οι ποιοτικοί και ποσοτικοί στόχοι, οι οποίοι θα πρέπει να επιτευχθούν από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων κατά τη διάρκεια της θητείας του, όπως επίσης και σε ετήσια βάση.

γ. Η θητεία του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσό­δων μπορεί να ανανεωθεί μία μόνο φορά με την ίδια διαδικασία.

δ. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 55 παρ. 13-16 του π.δ.63/2005, για την υποστήριξη του Γενι­κού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων στην άσκηση των κα­θηκόντων του συνιστάται μια επιπλέον θέση διοικητικού υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ, δύο επιπλέον θέσεις ειδικού συμβούλου και δύο επιπλέον θέσεις ειδικού συνεργάτη.

5. Η θητεία του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων λήγει πρόωρα σε περίπτωση παραίτησης του Γενικού Γραμματέα, καθώς και αυτοδίκαιης θέσης σε αργία κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 103 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α’ 26), όπως εκάστοτε ισχύει. Η θητεία του Γενικού Γραμματέα Δη­μοσίων Εσόδων μπορεί επίσης να λήξει, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Υπουργού Οικονομικών, σε περίπτωση μό­νιμης αδυναμίας εκτέλεσης των καθηκόντων του λόγω νόσου ή αναπηρίας, σωματικής ή πνευματικής, όπως επίσης εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις δυνητικής θέσης σε αργία κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 104 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως εκά­στοτε ισχύει. Κατά την ίδια διαδικασία, ο Υπουργός Οικονομικών μπορεί να εισηγηθεί την πρόωρη λήξη της θητείας του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων σε περίπτωση προφανούς απόκλισης από την επίτευξη των τεθέντων στην παράγραφο 4β του παρόντος άρθρου ποιοτικών και ποσοτικών στόχων, μετά την συμπλήρω­ση δύο ετών από την τοποθέτησή του. Μετά τη λήξη της θητείας του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων και μέχρι το διορισμό του διαδόχου του, καθώς και σε περίπτωση προσωρινής αδυναμίας εκτέλεσης των καθηκόντων του, οι αρμοδιότητές του ασκούνται από τον Γενικό Διευθυντή που ορίζεται σύμφωνα με την περίπτωση 3 της παρούσας υποπαραγράφου. Τα ενδι­άμεσα αυτά διαστήματα δεν επιτρέπεται κατά κανόνα να υπερβαίνουν τους δύο μήνες.

6. α. Κατά τη διάρκεια της θητείας του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων αναστέλλεται η άσκηση οποιουδήποτε δημόσιου λειτουργήματος, καθώς και η άσκηση καθηκόντων σε οποιαδήποτε θέση στο Δημό­σιο, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ. και νομικά πρόσωπα του ευρύτε­ρου δημόσιου τομέα. Επίσης αναστέλλεται η άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος και ο ίδιος οφείλει, πριν την ανάληψη των καθηκόντων του, να παύσει οποιαδήποτε έννομη σχέση με εταιρεία, από την οποία μπορεί να προκληθεί σύγκρουση συμφερόντων.

β. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλε­κτρονικής Διακυβέρνησης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να προβλέπεται ετήσια ειδική ανταμοιβή (bonus) του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ως ποσοστό επί των εισπράξεων της Γενικής Γραμματείας που υπερβαίνουν τον ετήσιο στόχο.

 

Ε.3.-Τροποποίηση διατάξεων του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα:

 Στο ν. 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» (Α’ 265) επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:

1. α. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 73, η περίπτωση ιγ’ αντικαθίσταται ως εξής:

«ΕΙΔΟΣ

ΚΩΔΙΚΟΣ Σ.Ο.

ΠΟΣΟ ΦΟΡΟΥ ΣΕ ΕΥΡΩ

ΜΟΝΑΔΑ

ΕΠΙΒΟΛΗΣ

ιγ) Υγραέρια (LPG) που χρησιμοποιούνται ως καύσιμα κινητήρων

2711 12 11

έως και 2711 19 00

 

330

1.000

χιλιόγραμμα

β. Τα δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 5 του άρ­θρου 78 αντικαθίστανται ως εξής:

«5. Για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) κι­νητήρων, της περίπτωσης στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 73, το οποίο χρησιμοποιείται αποκλειστικά στη γεωργία, ο συντελεστής Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) ορίζεται σε εξήντα έξι (66) ευρώ ανά χιλιόλι­τρο. Κατά τη θέση σε ανάλωση του ως άνω προϊόντος, εφαρμόζεται ο συντελεστής Ε.Φ.Κ. της περίπτωσης στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 73 και επιστρέφεται το ποσό του Ε.Φ.Κ. που υπολογίζεται με βάση τη διαφορά του συντελεστή της περίπτωσης στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 73 και του ως άνω οριζόμενου συντελεστή των εξήντα έξι (66) ευρώ ανά χιλιόλιτρο.»

2. α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 96 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης των βιομηχανοποιημένων καπνών:

α) προκειμένου για τα τσιγάρα, αποτελείται από ένα πάγιο στοιχείο (πάγιος φόρος) που ορίζεται σε ποσό εκφρασμένο σε ευρώ ανά μονάδα προϊόντος και από ένα αναλογικό στοιχείο (αναλογικός φόρος) που ορίζε­ται σε ποσοστό επί της κατά μονάδα προϊόντος τιμής λιανικής πώλησης αυτών, β) προκειμένου για το λεπτοκομμένο καπνό για την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων και τα άλλα καπνά για κάπνισμα ορίζεται σε ποσό εκφρασμένο σε ευρώ ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους και γ) προκειμένου για τα πούρα και τα πουράκια σε πο­σοστό επί της κατά χιλιόγραμμο τιμής λιανικής πώλησης αυτών».

β. Το άρθρο 97 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 97.–Βάση υπολογισμού και συντελεστές του φόρου

Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στα βιομηχανοποιημένα καπνά υπολογίζεται ως εξής:

1. Στα τσιγάρα και τα προϊόντα που εξομοιώνονται με αυτά ο ειδικός φόρος κατανάλωσης διαρθρώνεται:

α) σε ένα πάγιο φόρο ο οποίος επιβάλλεται ανά μο­νάδα προϊόντος, το ποσό του οποίου είναι 80 ευρώ ανά χίλια (1.000) τεμάχια τσιγάρων (1 φορολογική μονάδα) και είναι το ίδιο για όλες τις κατηγορίες τσιγάρων, και β) σε έναν αναλογικό φόρο, ο συντελεστής του οποίου είναι 20% και υπολογίζεται στην τιμή λιανικής πώλησης χιλίων (1.000) τεμαχίων τσιγάρων (1 φορολογική μονάδα) και είναι ο ίδιος για όλες τις κατηγορίες τσιγάρων.

Το συνολικό ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης που υπολογίζεται σύμφωνα με τις ανωτέρω περιπτώσεις α’ και β’ δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 115 ευρώ ανά χίλια (1.000) τεμάχια τσιγάρων (1 φορολογική μονάδα).

2. Στα πούρα ή στα πουράκια ο συντελεστής του ει­δικού φόρου κατανάλωσης ορίζεται σε ποσοστό 34% επί της κατά χιλιόγραμμο τιμής λιανικής πώλησής τους.

3. Στο λεπτοκομμένο καπνό, ο οποίος προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων, ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης ορίζεται στα 153 ευρώ ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους.

4. Στα άλλα καπνά για κάπνισμα, ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης ορίζεται στα 153 ευρώ ανά χιλιόγραμμο καθαρού βάρους.

5. Για τα τσιγάρα, τα πούρα και πουράκια που παράγο­νται κατόπιν ειδικής παραγγελίας και δεν προορίζονται για εμπορία, καθώς και τα όμοια προϊόντα που διατίθε­νται δωρεάν για σκοπούς έρευνας αγοράς, ανεξάρτη­τα από την προέλευσή τους, συσκευασμένα σε λευκά πακέτα χωρίς ενδείξεις και τιμή λιανικής πώλησης, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης υπολογίζεται στην ανώτα­τη τιμή λιανικής πώλησης των ομοειδών προϊόντων της επιχείρησης που τα παράγει ή τα διαθέτει στην αγορά, εκτός αν έχει συμφωνηθεί μεγαλύτερη τιμή.

6. Για τα τσιγάρα, τα πούρα και πουράκια που αποτε- λούν αντικείμενο λαθρεμπορίας και δεν έχει καθοριστεί η τιμή λιανικής πώλησης αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 100 του παρόντα Κώδικα, ο ειδικός φόρος κατανάλω­σης υπολογίζεται, προκειμένου για τσιγάρα στη σταθ­μισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 και ισχύει κάθε φορά, προσαυξημένη κατά δέκα τοις εκατό (10%), και για τα πούρα και τα πουράκια στην ανώτατη τιμή λιανικής πώλησης των ομοειδών προϊόντων που κυκλοφορούν στο εσωτερικό της χώρας.

7. Για τα τσιγάρα, τα πούρα και τα πουράκια που διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής και δεν έχει καθοριστεί η τιμή λιανικής πώλησης αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 100 του παρόντα Κώδικα, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης υπολογίζεται, για τους σκοπούς της πα­ραγράφου 6 του άρθρου 112, προκειμένου για τσιγάρα στη σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης που κα­θορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 και ισχύει κάθε φορά και για τα πούρα και τα πουράκια στην ανώτατη τιμή λιανικής πώλησης των ομοειδών προϊόντων που κυκλοφορούν στο εσωτερικό της χώρας».

8. Η σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων υπολογίζεται, σύμφωνα με τα στοιχεία φο­ρολογίας που είναι γνωστά κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, με αναγωγή στη συνολική αξία όλων των τσιγάρων που τίθενται σε ανάλωση, βάσει της λιανικής τιμής πώλησης, περιλαμβανομένων όλων των φόρων, δι­αιρούμενη δια της συνολικής ποσότητας των τσιγάρων που τίθενται σε ανάλωση.

Η σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης των τσι­γάρων καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονο­μικών βάσει των δεδομένων που αφορούν τις συνολικές ποσότητες που τέθηκαν σε ανάλωση κατά το προηγού­μενο ημερολογιακό έτος και η έναρξη εφαρμογής της ορίζεται μεταξύ 1ης και 31ης Ιανουαρίου κάθε έτους».

γ. Το άρθρο 98 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 98.–Βάση υπολογισμού του φόρου μικροποσοτήτων βιομηχανοποιημένων καπνών για ατομική χρήση

«1. Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) των βιομηχανοποιημένων καπνών που κατέχονται από ιδιώτες και εισάγονται από τρίτες χώρες αποκλειστικά για ατομική χρήση του προσώπου που τα κατέχει, σε ποσότητα με­γαλύτερη από εκείνη που επιτρέπεται ατελώς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και η οποία δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από χίλια (1.000) τεμάχια, προκειμένου για τσιγάρα ή 500 γραμμάρια μικτού βάρους, προκειμένου για τα λοιπά προϊόντα, υπολογίζεται για τα τσιγάρα και τα πούρα και πουράκια με βάση πλασματικές τιμές λιανικής πώλησης που καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών.

2. Με όμοιες αποφάσεις καθορίζονται οι πλασματικές τιμές λιανικής πώλησης για τα τσιγάρα, τα πούρα και τα πουράκια που παραλαμβάνονται στο εσωτερικό της χώρας με ταχυδρομικά δέματα, για αποκλειστική χρήση των παραληπτών τους και σε ποσότητες μέχρι αυτές που αναγράφονται στην πρώτη παράγραφο».

3. Η ισχύς των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου Ε.3. αρχίζει από την κατάθεση του σχεδίου νόμου στη Βουλή.

 

Ε.4. Τροποποίηση διατάξεων Κώδικα Φ.Π.Α.

1. Τα δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 2 του άρ­θρου 41 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000), όπως ισχύουν, αντικαθίστανται, ως εξής:

«2. Η επιστροφή του φόρου ενεργείται από το Δημόσιο με καταβολή στον αγρότη ποσού, το οποίο προκύπτει με την εφαρμογή κατ’ αποκοπή συντελεστή έξι τοις εκατό (6%), στην αξία των παραδιδόμενων αγροτικών προϊόντων και των παρεχόμενων αγροτικών υπηρεσι­ών του Παραρτήματος IV του παρόντος προς άλλους υποκείμενους στο φόρο, εκτός των αγροτών που υπά­γονται στο καθεστώς του παρόντος άρθρου. Για την πραγματοποίηση της επιστροφής αυτής υποβάλλεται δήλωση - αίτηση επιστροφής.

Ειδικά για πωλήσεις αγροτικών προϊόντων δικής τους παραγωγής που πραγματοποιούνται από αγρότες του παρόντος άρθρου από δικό τους κατάστημα ή από λαϊ­κές αγορές ή εξάγονται ή παραδίδονται σε άλλο κράτος - μέλος της Ε.Ε., η επιστροφή πραγματοποιείται με την εφαρμογή κατ’ αποκοπή συντελεστή τρία τοις εκατό (3%) στην αξία των εν λόγω πωλήσεων, όπως αυτή προκύπτει από το τηρούμενο βιβλίο εσόδων εξόδων».

2. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 41 του Κώδικα Φ.Π.Α., όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης ισχύει για αιτήσεις επι­στροφής που θα υποβληθούν από 1.1.2013 και μεταγενέ­στερα, καθώς και για πωλήσεις αγροτικών προϊόντων που θα πραγματοποιηθούν υπό το κανονικό καθεστώς από 1.1.2013.

 

Ε.5.– Τροποποίηση διατάξεων του Ν.718/1977:

1. Το άρθρο 1 του ν. 718/1977 (Α’ 304) αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 1 Εκτελωνιστικές εργασίες - Τελωνειακός αντιπρόσωπος - Εξουσιοδότηση.

1. Εκτελωνιστικές εργασίες είναι οι κατά τις κείμενες διατάξεις και κανονισμούς απαιτούμενες πάσης φύσεως διατυπώσεις ενώπιον των Τελωνειακών Αρχών προκειμένου για την εισαγωγή και εξαγωγή εμπορευμάτων.

Στις εκτελωνιστικές εργασίες συμπεριλαμβάνονται και οι διαδικασίες για τη διακίνηση των υποκειμένων σε Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και Τέλους Τα­ξινόμησης κοινοτικών εμπορευμάτων, ως επίσης και οι διαδικασίες για την καταβολή του Ε.Φ.Κ. και του Τέλους Ταξινόμησης.

Οι εκτελωνιστικές εργασίες μπορούν να διενεργούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εγκαταστημένα σε κρά­τος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρκεί να διαθέτουν ενεργό ελληνικό Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) ή αριθμό καταχώρισης και αναγνώρισης οικονομικών φορέων EORI (Economic Operators’ Registration and Identification System).

2. Κάθε πρόσωπο μπορεί να ορίσει τελωνειακό αντι­πρόσωπο. Η εν λόγω αντιπροσώπευση μπορεί να είναι είτε άμεση, οπότε ο τελωνειακός αντιπρόσωπος ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμε­νου, είτε έμμεση, οπότε ο τελωνειακός αντιπρόσωπος ενεργεί στο δικό του όνομα, αλλά για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.

Ο τελωνειακός αντιπρόσωπος πρέπει να είναι εγκα­τεστημένος στο τελωνειακό έδαφος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ).

Κατά τις συναλλαγές του με τις τελωνειακές αρχές, ο τελωνειακός αντιπρόσωπος αναφέρει ότι ενεργεί στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου και διευκρινίζει ρητώς κατά πόσον η αντιπροσώπευση είναι άμεση ή έμμεση.

Το πρόσωπο που δεν δηλώνει ότι ενεργεί ως τελω­νειακός αντιπρόσωπος ή που δηλώνει ότι ενεργεί ως τελωνειακός αντιπρόσωπος χωρίς να έχει σχετική έγ­γραφη εξουσιοδότηση, θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα και για ίδιο λογαριασμό.

3. Οι τελωνειακές Αρχές μπορούν να ζητήσουν από οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο δηλώνει ότι ενεργεί ως τελωνειακός αντιπρόσωπος, να παρουσιάσει έγγραφη εξουσιοδότηση του προσώπου που αντιπροσωπεύει».

2. Η παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Οι κατά κύριο επάγγελμα εκτελωνιστικές εργασίες ασκούνται ελεύθερα υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου

3 του παρόντος».

3. Το άρθρο 3 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Οι εκτελωνιστικές εργασίες ενεργούνται:

α. Προκειμένου για εμπορεύματα που ανήκουν σε φυ­σικά πρόσωπα από τον δικαιούχο αυτών αυτοπροσώπως ή από τρίτο πρόσωπο με εξουσιοδότηση.

β. Προκειμένου για εμπορεύματα που ανήκουν σε νο­μικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, ημεδαπά ή αλλοδαπά, από το νόμιμο εκπρόσωπο αυτών ή από τρίτο πρόσωπο με εξουσιοδότηση.

2. Κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου:

α. Φυσικά πρόσωπα που ενεργούν κατά κύριο επάγ­γελμα εκτελωνιστικές εργασίες νοούνται ως εκτελω­νιστές. Οι εκτελωνιστές υποχρεούνται στην απόκτηση πιστοποίησης επάρκειας εκτελωνιστή.

β. Νομικά πρόσωπα που ενεργούν κατά κύρια δρα­στηριότητα εκτελωνιστικές εργασίες νοούνται ως εκτελωνιστικές επιχειρήσεις. Στις εκτελωνιστικές επι­χειρήσεις υποχρεωτικά συμμετέχει ή απασχολείται με οποιαδήποτε σχέση απασχόλησης ένας τουλάχιστον εκτελωνιστής.

3. Οι ανωτέρω διατάξεις δεν αποκλείουν κανένα φυ­σικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων από τη διενέργεια με οποιαδήποτε συχνότητα εκτελωνιστικών εργασιών».

4. Η παράγραφος 1 του άρθρου 5 του ν. 718/1977 αντι­καθίσταται ως εξής:

«1. Τα πρόσωπα που ενεργούν εκτελωνιστικές εργα­σίες μπορούν να δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη την Ελληνική Επικράτεια, σε μία ή περισσότερες Τελωνειακές Περιφέρειες της χώρας.

Για τις ανάγκες της άσκησης της εποπτείας και της πειθαρχικής εξουσίας κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί εκτελωνιστικές εργασίες εγγράφεται στο Μητρώο μόνον της Τελωνειακής Περιφέρειας, στην οποία εδρεύει. Η Επικράτεια διαιρείται στις ακόλουθες Τελωνειακές Περιφέρειες: α. Τελωνειακή Περιφέρεια Πειραιώς που έχει έδρα τον Πειραιά, στη Διεύθυνση Τελωνείων Αττικής και πε­ριλαμβάνει την Περιφέρεια Αττικής, τις Περιφερειακές Ενότητες (Π.Ε.) Αργολίδας και Κορινθίας της Περιφέ­ρειας Πελοποννήσου, τις Π.Ε. Βοιωτίας, Ευβοίας και Φθιώτιδας της Περιφέρειας Κεντρικής Ελλάδος και τις Π.Ε. Άνδρου, Θήρας, Κέας - Κύθνου, Μήλου, Μυκόνου, Νάξου, Πάρου, Σύρου και Τήνου (τέως Νομό Κυκλάδων) της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου.

β. Τελωνειακή Περιφέρεια Θεσσαλονίκης που έχει έδρα τη Θεσσαλονίκη, στη Διεύθυνση Τελωνείων Θεσ­σαλονίκης και περιλαμβάνει τη Μητροπολιτική Ενότητα Θεσσαλονίκης, τις Π.Ε. Ημαθίας, Κιλκίς, Πέλλας, Πιερίας, Σερρών και Χαλκιδικής της Περιφέρειας Κεντρικής Μα­κεδονίας και τις Π.Ε. Καστοριάς, Κοζάνης και Φλώρινας της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας.

γ. Τελωνειακή Περιφέρεια Πατρών που έχει έδρα την Πάτρα, στη Διεύθυνση Τελωνείου Πατρών και περιλαμ­βάνει όλες τις Π.Ε. της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, τις Π.Ε. Φωκίδας και Ευρυτανίας, τις Π.Ε. Ζακύνθου,

Ιθάκης, Κεφαλληνίας και Λευκάδας της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων.

δ. Τελωνειακή Περιφέρεια Βόλου που έχει έδρα το Βόλο, στη Διεύθυνση Τελωνείου Βόλου και περιλαμβάνει όλες τις Π.Ε. της Περιφέρειας Θεσσαλίας.

ε. Τελωνειακή Περιφέρεια Καλαμάτας που έχει έδρα την Καλαμάτα, στη Διεύθυνση Τελωνείου Καλαμάτας και περιλαμβάνει τις Π.Ε. Αρκαδίας, Λακωνίας και Μεσ­σηνίας της Περιφέρειας Πελοποννήσου.

στ. Τελωνειακή Περιφέρεια Καβάλας που έχει έδρα την Καβάλα, στη Διεύθυνση Τελωνείου Καβάλας και περιλαμβάνει τις Π.Ε. Δράμας Καβάλας και Ξάνθης της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας & Θράκης.

ζ. Τελωνειακή Περιφέρεια Αλεξανδρούπολης που έχει έδρα την Αλεξανδρούπολη, στη Διεύθυνση Τελωνείου Αλε­ξανδρούπολης και περιλαμβάνει τις Π.Ε. Έβρου και Ροδό­πης της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας & Θράκης.

η. Τελωνειακή Περιφέρεια Ηρακλείου που έχει έδρα το Ηράκλειο Κρήτης, στη Διεύθυνση Τελωνείου Ηρακλείου και περιλαμβάνει όλες τις Π.Ε. της Περιφέρειας Κρήτης.

θ. Τελωνειακή Περιφέρεια Κέρκυρας που έχει έδρα την Πόλη της Κέρκυρας, στη Διεύθυνση Τελωνείου Κερκύρας και περιλαμβάνει την Π.Ε. Κέρκυρας της Περιφέ­ρειας Ιονίων Νήσων και όλες τις Π.Ε. της Περιφέρειας Ηπείρου.

ι. Τελωνειακή Περιφέρεια Ρόδου που έχει έδρα την Πόλη της Ρόδου, στη Διεύθυνση Τελωνείου Ρόδου και περιλαμβάνει τις Π.Ε. Καλύμνου, Καρπάθου, Κω και Ρό­δου (τέως Νομό Δωδεκανήσου) της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου.

ια. Τελωνειακή Περιφέρεια Μυτιλήνης που έχει έδρα τη Μυτιλήνη, στη Διεύθυνση Τελωνείου Μυτιλήνης και περιλαμβάνει όλες τις Π.Ε. της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να αυξάνεται ή να μειώνεται ο αριθμός των ανωτέρω Τε­λωνειακών Περιφερειών ή να μεταβάλλονται τα όρια ή η έδρα τούτων, όπως και να καθορίζεται κάθε σχετικό ζήτημα, κάθε διαδικαστικό θέμα ή αναγκαία λεπτομέ­ρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

Ο εκάστοτε επικαιροποιημένος κατάλογος των εκτε­λωνιστών που εδρεύουν σε κάθε Τελωνειακή Περιφέ­ρεια με πλήρη τα στοιχεία επικοινωνίας τους αναρτάται στο δικτυακό τόπο της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομικών. Την ευθύνη παροχής στο Υπουργείο των ορθών στοιχείων των εκτελωνιστών έχει κάθε Τελωνειακή Περιφέρεια».

5. Οι παράγραφοι 3, 4 και 5 του άρθρου 5 του ν. 718/1977 καταργούνται.

6.   Το άρθρο 7 του ν. 718/1977 τροποποιείται ως εξής:

α. Ο τίτλος του άρθρου 7 αντικαθίσταται με τον τίτλο

«Προσόντα - Διαγωνισμός για την απόκτηση πιστοποί­ησης επάρκειας εκτελωνιστή».

β. Η περίπτωση α’ της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:

«α) Να είναι έλληνες πολίτες ή πολίτες άλλου κράτους

- μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.)».

γ. Οι περιπτώσεις, γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 718/1977 καταργούνται.

δ. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 718/1977 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Η συνδρομή των ανωτέρω υπό ε’, στ’ και ζ’ προϋπο­θέσεων βεβαιώνεται με υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 του ενδιαφερομένου».

ε. Η παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 718/1977 καταργείται.

7. Το άρθρο 8 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 8

Διαγωνισμός - Απόκτηση πιστοποίησης επάρκειας εκτελωνιστή

1. Ο διαγωνισμός για την απόκτηση πιστοποίησης επάρκειας εκτελωνιστή διενεργείται κάθε έτος, σε κάθε Τελωνειακή Περιφέρεια, χωρίς κανέναν περιορισμό στον αριθμό των αιτούντων συμμετοχή στο διαγωνισμό. Η προκήρυξη του διαγωνισμού δημοσιεύεται, κατά τα ορι­ζόμενα στην παράγραφο 2, τουλάχιστον εξήντα (60) ημέρες πριν από την διεξαγωγή του.

2. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που εκ- δίδεται εντός εξαμήνου από την δημοσίευση του πα­ρόντος και υπό την επιφύλαξη τήρησης των διατάξεων του ν. 3919/2011 καθορίζονται: α) ο χρόνος, ο τόπος, ο τρόπος και τα όργανα διενέργειας των διαγωνισμών και εκδόσεων των αποτελεσμάτων, β) τα υποβλητέα δικαιολογητικά και ο χρόνος υποβολής αυτών, γ) το ποσό των καταβλητέων εξέταστρων και ο τρόπος κα­τανομής αυτών, δ) τα εξεταστέα μαθήματα, η εξεταστέα ύλη και ο τρόπος επιλογής των θεμάτων, ε) ο τύπος, ο τρόπος και ο χρόνος χορήγησης των πτυχίων και στ) κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού».

8. Το άρθρο 9 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 9.–Απόκτηση πιστοποίησης επάρκειας εκτελωνιστή

Οι επιτυχόντες στον κατά το άρθρο 8 του παρόντος διαγωνισμού λαμβάνουν επίσημη πιστοποίηση επάρκει­ας για την κατά κύριο επάγγελμα διενέργεια εκτελωνι­στικών εργασιών σε όλες τις Τελωνειακές Περιφέρειες της χώρας».

9. α. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 10 του ν. 718/1977 αντικαθίστανται ως εξής:

«2. Οι εκτελωνιστές κατά την εκτέλεση των εκτελω­νιστικών εργασιών εκπροσωπούν τον εντολέα αυτών ενώπιων των τελωνειακών αρχών, με άμεση ή έμμεση αντιπροσώπευση.

3. Όλα τα συντασσόμενα από τον εκτελωνιστή τελωνειακά έγγραφα πρέπει απαραιτήτως, πέραν της υπο­γραφής του, να φέρουν και σφραγίδα που θα αναγράφει το ονοματεπώνυμο αυτού, τον Α.Φ.Μ. του, τα στοιχεία επικοινωνίας αυτού (τουλάχιστον διεύθυνση κατοικίας ή έδρας, αριθμό τηλεφώνου και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), καθώς και την επωνυμία της εταιρείας στην περίπτωση που μετέχει σε τέτοια».

β. Η παρ. 4 του άρθρου 10 του ν. 718/1977 καταργείται.

10. α. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 718/1977 τροποποιείται ως εξής:

«Ο εκτελωνιστής αποδέχεται με την υπογραφή του την εντολή εκτελωνισμού πριν την κατάθεσή της στην οικεία Τελωνειακή Αρχή».

β. Η παράγραφος 4 του άρθρου 11 του ν. 718/1977 καταργείται.

11. α. Ο τίτλος του άρθρου 12 του ν. 718/1977, αντικαθί­σταται μέχρι άνω και κάτω στιγμής (:) ως εξής: «Ευθύνη έναντι του Δημοσίου».

β. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1, του άρθρου 12 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται μέχρι άνω και κάτω στιγμής ως εξής: «Τα πρόσωπα που διενεργούν εκτελωνιστικές εργα­σίες, σύμφωνα με το άρθρο 1 και 3 είναι εις ολόκληρον υπόχρεοι μετά του δικαιούχου του εμπορεύματος έναντι του Δημοσίου, ως ακολούθως: ».

γ. Η παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 718/1977 αντικαθί­σταται ως εξής:

«Η προς καταβολή υποχρέωση των προσώπων που διενεργούν εκτελωνιστικές εργασίες κατά την προηγού­μενη παράγραφο υφίσταται εφόσον οι καταλογιστικές πράξεις κοινοποιήθηκαν εντός τεσσάρων ετών από της αρχικής χρεώσεως και επί πλέον η κοινοποίηση αυτή πραγματοποιήθηκε σε αυτούς κατά τον ίδιο χρόνο με την προς τους εντολείς αυτών, η δε εξόφληση από τους εντολείς δεν συντελέσθηκε εντός εξαμήνου από την κοινοποίηση».

12.  Οι περιπτώσεις α’, δ’, ε’, στ’, ζ’, θ’, ιδ, ιε’, ιστ’, ιη,’ κ’, κα’, κγ’ της παρ. 1 και οι παράγραφοι 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 13 του ν. 718/1977 καταργούνται.

13. α. Η παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 718/1977 αντικα­θίσταται ως εξής:

«2. Την επί των εκτελωνιστών πειθαρχική εξουσία ασκεί ο υπουργός Οικονομικών μέσω του κατά το άρ­θρο 20 Πειθαρχικού Συμβουλίου Εκτελωνιστών».

β. Η παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 718/1977 αντικαθί­σταται ως εξής:

«3. Η πειθαρχική δίωξη εκτελωνιστή ασκείται αυτεπαγγέλτως ή με εντολή του Υπουργού Οικονομικών ή κατόπιν έγγραφης αναφοράς ή καταγγελίας των Επιθε­ωρητών Τελωνείων και των Προϊσταμένων των Τελωνει­ακών Περιφερειών και των τελωνειακών Αρχών, καθώς και κάθε τελωνειακού υπαλλήλου ή άλλης Δημόσιας Αρχής ή κατόπιν αίτησης του κυρίου του εμπορεύματος και κάθε ιδιώτη που έχει έννομο συμφέρον».

γ. Η παράγραφος 4 του άρθρου 16 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται είναι: α) πρόστιμο μέχρι 50.000,00 ευρώ, β) προσωρινή ανάκληση της πιστοποίησης επάρκειας εκτελωνιστή για χρονικό διάστημα μέχρι τέσσερα (4) έτη και γ) οριστική ανάκλη­ση της πιστοποίησης επάρκειας εκτελωνιστή».

δ. Η παρ. 10 του άρθρου 16 του ν. 718/1977 αντικαθί­σταται ως εξής:

«10. Τα επιβαλλόμενα πρόστιμα βεβαιώνονται και εισπράττονται ως έσοδα του Δημοσίου κατά τον Κώδικα περί Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).»

ε. Οι παράγραφοι 5, 6, 7, 8, 9, 11 και 12 του άρθρου 16 του ν. 718/1977 καταργούνται.

14. α. Η περίπτωση α’ της παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:

«α. Για διάπραξη ποινικώς κολασίμου αδικήματος που ανάγεται στην εκτέλεση του επαγγέλματος του εκτε­λωνιστή ή λόγω αυτής».

β. Η περίπτωση β’ της παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 718/1977 καταργείται.

15.  Στο τέλος της παραγράφου 10 του άρθρου 20 του ν. 718/1977 προστίθεται παράγραφος 11 που έχει ως εξής:

«11. Για τη συμμετοχή των μελών στο Συμβούλιο δεν προβλέπεται καμία πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση».

16. α. Η παρ. 2 άρθρου 21 του ν. 718/1977 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Προς εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου, οι εκτελωνιστές υποχρεούνται να υποβά­λουν στην οικεία τους Τελωνειακή Περιφέρεια, εντός του μηνός Ιανουαρίου κάθε έτους υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 ότι δεν καταδικάσθηκαν, ούτε έχουν παραπεμφθεί στο ακροατήριο δικαστηρίου για αδική­ματα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και ότι εξακολουθούν να συγκεντρώνουν όλα τα προσόντα που προβλέπονται από το άρθρο 7».

β. Η παρ. 3 του άρθρου 21 του ν. 718/1977 αντικαθί­σταται ως εξής:

«3. Όσοι εκτελωνιστές δεν υποβάλλουν εντός της τασσόμενης προθεσμίας την υπεύθυνη δήλωση, με απόφαση στερούνται αυτοδικαίως και προσωρινώς το δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος του εκτελωνιστή μέχρι την προσκόμισή της αρμοδίως στην οικεία τους Τελωνειακή Περιφέρεια».

γ. Οι παράγραφοι 4 έως και 8 του άρθρου 21 του ν. 718/1977 καταργούνται.

17. Η παρ. 2 άρθρου 26 του ν. 718/1977 τροποποι­είται ως εξής:

α. Όπου στο ν. 718/1977 αναφέρεται ο όρος «Άδεια Ασκήσεως επαγγέλματος εκτελωνιστή» ή «Πτυχίο» αυ­τός αντικαθίσταται με τον όρο «Πιστοποίηση επάρκειας εκτελωνιστή» και όπου αναφέρεται ο όρος «Επιτροπή», αυτός αντικαθίσταται με τον όρο «Τελωνειακή Περι­φέρεια».

β. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 26 του ν. 718/1977 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:

«3. Η αρμοδιότητα για την οριστική διεκπεραίωση πειθαρχικών υποθέσεων εκτελωνιστών που εκκρεμούν στις Επιτροπές του άρθρου 18 που καταργούνται, πε­ριέρχεται στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Εκτελωνιστών».

18. Τα άρθρα 4, 15, 18, 19, 22, 23, 24, 25, 27, 28, 29, 30 και 31 του ν. 718/1977 καταργούνται.

 

E.6.– Ρυθμίσεις για το επάγγελμα του Ορκωτού εκτιμητή:

1. Ως Ορκωτός Εκτιμητής μπορεί να οριστεί οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει την ιθαγένεια ή την έδρα του αντίστοιχα σε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο αριθμός των ορκωτών εκτιμητών και των βο­ηθών ορκωτών εκτιμητών που δραστηριοποιούνται στην Ελληνική Επικράτεια είναι απεριόριστος. Η παράγραφος 1 του άρθρου 7 του π.δ. 279/1979 (Α’ 81) και η περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του π.δ. 140/1990 (Α’ 55), το οποίο αντικατέστησε τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 6 του π. δ. 279/1979 (Α’ 81), καταργούνται.

2. Ο καθορισμός της αμοιβής για την παροχή εκτιμητικών υπηρεσιών γίνεται ελεύθερα με κοινή συμφωνία των μερών. Η παράγραφος 1 του άρθρου 11 του π.δ. 279/1979 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 140/1990 και η περίπτωση γ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 7 του π.δ. 279/1979, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 του π.δ. 140/1990, το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 4 του αρ. 15 του ν. 820/1978 (Α’ 174), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 979/1979 (Α’ 234), καθώς και οποιαδήποτε άλλη νομοθετική διάταξη, απόφαση ή πράξη περιέχει ρυθμίσεις αντίθετες προς τα ανωτέρω, καταργούνται. Επίσης, καταργείται η παράγραφος 6 του άρθρου 39 του ν.1041/1980 (Α’ 75) που προβλέπει την απαλλαγή του Δημοσίου από την καταβολή δαπάνης εκτιμήσεως.

3. Η παράγραφος 3 του άρθρου 39 του ν.1041/1980 (Α’ 75), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, καθώς και το άρθρο 4 του π.δ. 140/1990 (Α’ 55) καταργούνται, κατά το μέρος που στις διατάξεις αυτές προβλέπεται εκτίμηση αποκλειστικά από το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών. Επίσης, καταργείται οποιαδήποτε άλλη διάταξη, απόφαση ή πράξη κατά το μέρος που προβλέπει την παροχή συ­γκεκριμένης εκτιμητικής υπηρεσίας υποχρεωτικά από μέλος του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών ή από ομάδα ή επιτροπή στην οποία συμμετέχει υποχρεωτικά μέλος του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών.

 

Ε.7.– Ρυθμίσεις σχετικά με την καταβολή τελών κυκλοφορίας, τον έλεγχο οφειλών από τέλη κυκλοφορίας και κατά την μεταβίβαση αυτοκινήτων οχημάτων:

1. Η είσπραξη των τελών κυκλοφορίας αυτοκινήτων οχημάτων γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις δια­τάξεις του ν. 2362/1995 (Α’ 247) «Περί Δημοσίου Λογι­στικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις».

Τα τέλη κυκλοφορίας εισπράττονται κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Νοεμβρίου έως την 31η Δεκεμβρίου του προηγουμένου έτους εκείνου στο οποίο αφορούν. Εξαιρετικά για το πρώτο έτος εφαρμογής η καταβολή των τελών κυκλοφορίας θα αρχίσει την 15η Νοεμβρίου 2012.

Οι κάτοχοι των αυτοκινήτων οχημάτων είναι υπόχρεοι στην καταβολή των τελών κυκλοφορίας, που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη ενημέρωση αυτών.

Ειδικά για τα οχήματα που τίθενται για πρώτη φορά σε κυκλοφορία, τα τέλη κυκλοφορίας καταβάλλονται πριν από τη χορήγηση της άδειας κυκλοφορίας.

Σε περίπτωση αλλαγής των χαρακτηριστικών οποιουδήποτε οχήματος, βάσει της οποίας μεταβάλλεται το ύψος των τελών κυκλοφορίας, τα νέα τέλη οφείλονται από το επόμενο ημερολογιακό έτος.

Σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής, μη καταβολής ή καταβολής μειωμένων τελών κυκλοφορίας, με υπαιτι­ότητα του φορολογουμένου, καταβάλλεται αυτοτελές πρόστιμο ίσο με τα τέλη κυκλοφορίας. Το πρόστιμο αυτό μειώνεται στο ήμισυ των τελών κυκλοφορίας, προ- κειμένου για οχήματα των περιπτώσεων Α.γ, Α.δ, Β.α, Β.β, Β.γ και Β.δ της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 2948/2001 (Α’ 242), όπως ισχύει. Σε κάθε περίπτωση, το πρόστιμο για μη καταβολή τελών κυκλοφορίας δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 30,00 ευρώ.

Ο τρόπος, η διαδικασία, τα αρμόδια για την είσπραξη όργανα και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια αναφο­ρικά με την καταβολή των τελών κυκλοφορίας και των τυχόν κατά περίπτωση οφειλομένων προστίμων και την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Με όμοια απόφαση είναι δυνατόν να παρατείνεται η προβλεπόμενη στην παρούσα περίπτωση προθεσμία καταβολής των τελών κυκλοφορίας.

2. Για τα ποσά των τελών κυκλοφορίας που δεν έχουν καταβληθεί έως την καταληκτική προθεσμία πληρωμής τους, καθώς και για τα τυχόν οφειλόμενα πρόστιμα, δημιουργούνται χρηματικοί κατάλογοι από την Γ.Γ.Π.Σ. για λογαριασμό των αρμοδίων Δ.Ο.Υ. ή από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ., κατά περίπτωση.

Αρμόδιος για τη βεβαίωση των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας και προστίμων είναι ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. που, κατά το χρόνο βεβαίωσης αυτών, είναι αρ­μόδια για τη φορολογία εισοδήματος του κατόχου του οχήματος.

Τα οφειλόμενα ποσά τελών κυκλοφορίας του τρέχοντος κάθε φορά έτους, καθώς και τα αντίστοιχα πρό­στιμα βεβαιώνονται εφάπαξ.

Για την είσπραξη ή τη βεβαίωση των κατά περίπτωση οφειλομένων προστίμων, δεν απαιτείται η έκδοση από­φασης του Προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τρόπος βεβαίωσης και καταβολής των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας και προστίμων και κάθε άλλη λε­πτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της πα­ρούσας περίπτωσης.

3. Τα όργανα της Αστυνομικής Αρχής προβαίνουν σε έλεγχο των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας, μέσω εφαρμογών διαλειτουργικότητας με τα συστήματα της Γ.Γ.Π.Σ. Στις περιπτώσεις οφειλής τελών κυκλοφορίας αφαιρούνται οι πινακίδες και η άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου οχήματος με πράξη της Αστυνομικής Αρ­χής, από την οποία επιστρέφονται μόνο εάν ο ενδιαφε­ρόμενος προσκομίσει το αποδεικτικό καταβολής των τελών κυκλοφορίας, καθώς και του οφειλομένου, κατά περίπτωση, προστίμου ή αποδεικτικό στοιχείο περί μη οφειλής τελών κυκλοφορίας.

Εφόσον τα αφαιρεθέντα στοιχεία κυκλοφορίας δεν έχουν παραληφθεί από τους ενδιαφερομένους, μετά την παρέλευση εξαμήνου, αποστέλλονται από την αστυνο­μική αρχή στις αρμόδιες Υπηρεσίες της οικείας Περι­φέρειας με σχετική ενημέρωση των ενδιαφερομένων.

Οι Υπηρεσίες αυτές δεν επιστρέφουν τα στοιχεία κυκλοφορίας, εάν ο ενδιαφερόμενος δεν προσκομίσει τα προσδιοριζόμενα στο πρώτο εδάφιο αποδεικτικά στοιχεία.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Προστασίας του Πολίτη μπορεί να καθορίζονται το ποσοστό επί του εισπραττομένου, κατά περίπτωση, προστίμου, λόγω μη καταβολής τελών κυκλοφορίας, το οποίο αποδίδεται στα Ασφαλιστικά Ταμεία των αστυ­νομικών, ο τρόπος απόδοσης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με τον τρόπο αφαίρε­σης και επιστροφής των στοιχείων κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων.

Επίσης, ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., δύναται με έγγραφό του να ζητά να αφαιρούνται με πράξη των Αστυνομικών Αρχών, οι πινακίδες και η άδεια κυκλοφο­ρίας αυτοκινήτου οχήματος, σε περίπτωση κυκλοφορίας αυτοκινήτου οχήματος για το οποίο δεν έχουν κατα­βληθεί τα οφειλόμενα τέλη κυκλοφορίας.

4. Το ποσό των τελών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων που καταβάλλεται όπως ορίζεται με τις ισχύ- ουσες περί τελών κυκλοφορίας διατάξεις αποτελεί στο σύνολό του έσοδο του Δημοσίου.

5. Το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 2093/1992 (A’ 181), όπως ισχύει με την παρ. 1 του άρ­θρου 40 του ν. 2214/1994 (A’ 75) αντικαθίσταται ως εξής:

«Η ακινησία δεν αίρεται εάν ο κάτοχος του οχήματος δεν καταβάλλει τα τέλη κυκλοφορίας του έτους κατά το οποίο γίνεται η άρση».

6. α. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου αφορούν στα τέλη κυκλοφορίας έτους 2013 και επομένων.

β. Καταργούνται για τα τέλη κυκλοφορίας έτους 2013 και επομένων:

(i)    οι διατάξεις της παρ. 1 εδάφιο πέμπτο του άρθρου 36 του ν. 2093/1992, όπως ισχύει με την παρ. 1 του άρ­θρου 40 του ν. 2214/1994 (Α’ 75),

(ii)   οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 2093/1992 (Α’ 181) όπως αντικαταστάθηκαν από την παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 2214/1994 και στη συνέχεια από την παρ. 1 του άρθρου 115 του ν. 2362/1995, οι δια­τάξεις της παρ. 5 του άρθρου 36 του ν. 2093/1992 όπως ισχύουν με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 40 του ν. 2214/1994 και τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 του ν. 2753/1999 ( Α’ 249),

(iii)  οι διατάξεις της παρ. 6 εδάφιο τρίτο του άρθρου 36 του ν. 2093/1992, όπως ισχύει,

(iv)   οι διατάξεις της παρ. 6 εδάφιο πέμπτο του άρθρου 36 του ν. 2093/1992, όπως συμπληρώθηκαν με τις διατά­ξεις της παρ 12 του άρθρου 7 του ν. 2275/1994 (Α’ 238),

(v) οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 28 του ν. 2873/2000 (Α’285), όπως συμπληρώθηκαν με τις διατά­ξεις της παρ. 4 του άρθρου 31 του ν. 3697/2008 (Α’ 194),

(vi) οι διατάξεις της παρ. 5 άρθρου 20 του ν. 2948/2001 (Α’ 242),

(vii) οι διατάξεις του άρθρου 7, του άρθρου 9 παρ. 2 εδάφιο τρίτο και του άρθρου 12 παρ. 1, παρ. 2 περ. α΄ και παρ. 3 του ν. 2523/1997 (Α’ 179),

(viii) οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 12 του ν. 3052/ 2002 (Α’ 221),

(ix) οι διατάξεις των παραγράφων 1, περίπτωση Ζ και 5  του άρθρου 35 του ν. 3986/2011 (Α’ 152) και

(x) οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 35 του ν. 3986/2011.

γ. Καταργείται για τα τέλη κυκλοφορίας έτους 2013 και επόμενων κάθε αναφορά διάταξης νόμου στο «ειδικό σήμα τελών κυκλοφορίας». Όπου αναγράφεται η φρά­ση «προμήθεια ειδικού σήματος τελών κυκλοφορίας», αυτή αντικαθίσταται από τη φράση «καταβολή τελών κυκλοφορίας».

7. α. Δεν επέρχεται μεταβίβαση της κυριότητας αυ­τοκινήτου οχήματος, εάν δεν καταβληθούν προηγουμέ­νως τα τέλη κυκλοφορίας του έτους εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η μεταβίβαση και τα τέλη κυκλοφορίας προηγουμένων ετών, τα οποία τυχόν οφείλονται για το χρόνο που το όχημα βρισκόταν στην κατοχή του μεταβιβάζοντος, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπομένων από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις προστίμων.

β. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μετα­φορών και Δικτύων, ορίζεται ο τρόπος ελέγχου και η διαδικασία καταβολής των τυχόν οφειλόμενων τελών κυκλοφορίας και προστίμων τρέχοντος και παρελθό­ντων ετών, κατά τη μεταβίβαση αυτοκινήτων οχημάτων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προηγούμενων υποπεριπτώσεων.

γ. Καταργείται η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 2523/1997, καθώς και η περίπτωση δ’ της παρ. 2 της αριθ. 1012568/120β/Τ.&Ε.Φ./10.2.2004 Κοινής Από­φασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Μεταφορών και Επικοινωνιών (Β’ 365), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 27 του ν. 3220/2004, κατά το μέρος που αφορά στην υποχρέωση των Δ.Ο.Υ. για βεβαίωση καταβολής τελών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων κατά τη με­ταβίβαση αυτών.

δ. Η ισχύς των διατάξεων της περίπτωσης 7 αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2013.

8. α. Στο τέλος της περίπτωσης Α εδάφιο (ε) της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 2948/2001 (Α’ 242), όπως ισχύει, προστίθενται οι λέξεις:

«Ασθενοφόρα και νεκροφόρες: 300,00 ευρώ».

β. Καταργείται η περίπτωση Β. εδάφιο (ε) της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 2948/2001, όπως ισχύει.

γ. Οι διατάξεις της παρούσας περίπτωσης 8 ισχύουν για τα τέλη κυκλοφορίας έτους 2013 και επόμενων ετών.

9.α. Το εισιτήριο για την είσοδο στο χώρο των «μηχα­νημάτων» ή των «τραπεζιών» των επιχειρήσεων καζίνο της χώρας ορίζεται ενιαία στο ποσό των έξι (6) ευρώ.

Από τη συνολική αξία του εισιτηρίου παρακρατείται ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) από την επιχείρηση-καζίνο ως δικαίωμα διάθεσης και κάλυψης δαπανών, στο οποίο εμπεριέχεται και ο αναλογών Φ.Π.Α., το υπό­λοιπο δε ποσό αποτελεί το δικαίωμα του Δημοσίου.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ανακαθορίζεται η τιμή εισιτηρίου, το ποσοστό που θα αποδίδεται στο Δημόσιο, καθώς και κάθε διαδικαστικό θέμα ή λεπτομέρεια εφαρμογής των προηγούμενων εδαφίων.

β.  Από την έναρξη ισχύος του νόμου καταργούνται:

αα. Οι διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 2 του ν. 2206/1994 (Α’ 62) και της περίπτωσης ζ’ της παρ. 1 άρθρ. 1 του ν. 3139/2003 (Α’ 100).

ββ. Στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α’ της παρ. 3 άρθρου 1 του ν. 3139/2003 διαγράφονται οι λέξεις «και το εισιτήριο στο καζίνο».

γγ. Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή διοι­κητική κανονιστική πράξη που έχει εκδοθεί και ορίζει την τιμή του εισιτηρίου εισόδου σε οποιοδήποτε καζίνο, σε άλλο ποσό.

γ. Η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στα μικτά κέρδη παιγνίων, που καθορίζεται στην παρ. 8 του άρ­θρου 2 του ν. 2206/1994, στις περ. ε’ της παρ. 1 και β’ της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 3139/2003, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί και ισχύουν για κάθε μία από τις λειτουργούσες επιχειρήσεις καζίνο της χώρας, αυ­ξάνεται κατά δύο (2) ποσοστιαίες μονάδες.

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ΄: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟ­ΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

ΣΤ.1.–Μείωση Συμβούλων, Συνεργατών αιρετών Ο.Τ.Α. και αναστολή προσλήψεων και διορισμών στους Ο.Τ.Α.

1. Από 1.1.2013 οι θέσεις ειδικών συνεργατών, επιστη­μονικών συνεργατών, ειδικών συμβούλων στους ΟΤΑ Α’ και Β’ Βαθμού επανακαθορίζονται ως εξής:

Α) Σε Δήμους με αριθμό αντιδημάρχων έως δύο (2) συνίσταται μια (1) θέση, έως τέσσερεις (4) συνιστώνται δύο (2) θέσεις, έως πέντε (5) συνιστώνται τρείς (3) θέ­σεις, έως έξι (6) συνιστώνται τέσσερεις (4) θέσεις, έως (8)  συνιστώνται πέντε (5) θέσεις, έως εννέα (9) συνιστώ­νται έξι (6) θέσεις, έως δώδεκα (12) συνιστώνται επτά (7) θέσεις ενώ από (13) και άνω συνιστώνται οκτώ (8) θέσεις.

Εξαιρούνται οι Δήμοι που με βάση την τελευταία απογραφή του 2011 έχουν νόμιμο πληθυσμό άνω των 150.000 κατοίκων οι οποίοι και διατηρούν τον ίδιο αριθμό θέ­σεων ειδικών συνεργατών, επιστημονικών συνεργατών και ειδικών συμβούλων που προβλέπεται στο άρθρο 163 του ν. 3584/2007 (Α’ 143).

Β) Στις περιφέρειες συνιστώνται δύο (2) θέσεις ειδικών συμβούλων ή επιστημονικών ή ειδικών συνεργατών για την κάλυψη των αναγκών του περιφερειάρχη και μία (1) για κάθε αντιπεριφερειάρχη που εκλέγεται άμεσα.

Γ) Καταργούνται οι θέσεις δημοσιογράφων στις Πε­ριφέρειες, καθώς και θέσεις μετακλητών ιδιαιτέρων γραμματέων Δημάρχων που έχουν συσταθεί με τους Οργανισμούς Εσωτερικής Υπηρεσίας των Δήμων.

2. Από 1.1.2013 κάθε διάταξη που προβλέπει διαφορε­τικό αριθμό θέσεων ειδικών συνεργατών, ειδικών συμ­βούλων, ειδικών επιστημόνων και δημοσιογράφων στους ΟΤΑ Α’ και Β’ Βαθμού καταργείται και τυχόν πλεονάζουσες συμβάσεις εργασίες που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές και δεν περιλαμβάνονται στις θέσεις της παραγράφου 1 του παρόντος λύονται αυτοδικαίως και αζημίως για το Ελληνικό Δημόσιο.

Κατά τα λοιπά και αναφορικά με το καθεστώς, τη διαδικασία συνάψεως αλλά και λύσεως των συμβάσεων εργασίας, την αμοιβή, τα καθήκοντα και τα προσόντα των ειδικών συνεργατών, ειδικών συμβούλων, ειδικών επιστημόνων των ΟΤΑ Α’ και Β’ Βαθμού ισχύουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.

3. Οι προσλήψεις και οι διορισμοί του μόνιμου προσω­πικού και του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των κατηγοριών ΥΕ και ΔΕ, όλων των κλάδων και ειδικοτήτων, των ΟΤΑ A’ και B’ βαθμού και των Ν.Π.Ι.Δ. αυτών αναστέλλονται έως την

31.  12.2016.

Για τις προσλήψεις και τους διορισμούς του μόνιμου προσωπικού και του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των κατηγοριών ΠΕ και ΤΕ, όλων των κλάδων και ειδικοτήτων, των ΟΤΑ α’ και β’ βαθμού και των Ν.Π.Ι.Δ. αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 3833/2010, όπως ισχύει.

Οι προσλήψεις και οι διορισμοί τακτικού προσωπικού σε νησιωτικούς δήμους δεν εμπίπτουν στον περιορισμό των προσλήψεων του άρθρου 11 του ν. 3833/2010.

 

ΣΤ.2.– Ρυθμίσεις για την παραχώρηση δικαιώματος χρήσης των κοινοχρήστων χώρων και κτιρίων των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. αυτών έναντι ανταλλάγματος:

1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 3919/2011 (Α’ 32) εφαρμόζονται και για την παραχώρηση, έναντι ανταλλάγματος, του δικαιώματος χρήσης των περιπτέρων του ν. 1044/1971, καθώς και των κυλικείων, καφενείων και κουρείων εντός κτιρίων του δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτο­διοίκησης και των Ν.Π.Δ.Δ..

2. Οι προθεσμίες των παραγράφων 3 και 4 του άρ­θρου 2 και των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 3 του ν. 3919/2011 εκκινούν από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

3. Με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου καθορί­ζονται οι θέσεις των περιπτέρων και αποτυπώνονται σε σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα αρμόζουσας κλίμακας, στα οποία απεικονίζεται και ο κοινόχρηστος περιβάλλων χώρος. Η ανωτέρω απόφαση εκδίδεται μετά από γνώμη της οικείας δημοτικής ή τοπικής κοινότητας και εισήγηση της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής, όπου αυτή λειτουργεί.

Για την έκδοση της ανωτέρω απόφασης απαιτείται γνώμη της οικείας αστυνομικής αρχής, η οποία εξετάζει την καταλληλότητα του χώρου από πλευράς ασφά­λειας της κυκλοφορίας πεζών και των οχημάτων, μη επιτρεπόμενου του καθορισμού θέσεων περιπτέρων σε περίπτωση αρνητικής γνώμης. Η γνώμη παρέχεται εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την ημερομηνία πα­ραλαβής του ερωτήματος του δήμου και παρερχομένης άπρακτης αυτής, τεκμαίρεται η θετική γνώμη αυτής ως προς την καταλληλότητα του χώρου από πλευράς ασφάλειας.

Για τον καθορισμό των θέσεων περιπτέρων λαμβάνονται υπόψη οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις που αφο­ρούν στην προστασία του φυσικού, πολιτιστικού και αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος, των δασικών περιοχών, των αρχαιολογικών και ιστορικών τόπων, της δημόσιας κυκλοφορίας, την αισθητική και λειτουργική φυσιογνω­μία του αστικού περιβάλλοντος, καθώς και την εν γένει προστασία της κοινής χρήσης.

Το 30% των ανωτέρω θέσεων, οι οποίες προσδιορί­ζονται κατόπιν δημόσιας κλήρωσης, παραχωρούνται σε άτομα με ειδικές ανάγκες (Α.Μ.Ε.Α.) και πολύτεκνους, με βάση εισοδηματικά κριτήρια και εφόσον πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 285 του ν. 3463/2006. Το ύψος του τέλους καθορίζεται από το δημοτικό συμβούλιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν.1080/1980. Για την παραχώρηση του δικαιώματος αυτού, υποβάλ­λονται αιτήσεις από τους δικαιούχους, κατόπιν σχετικής προκήρυξης, στην οποία ορίζονται ιδίως οι θέσεις, το ετήσιο μίσθωμα και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Οι θέσεις παραχωρούνται στους δικαιούχους με δημόσια κλήρωση, στην οποία μπορούν να παρίστανται εκπρό­σωποι των ενώσεών τους.

Η παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης των λοι­πών θέσεων των περιπτέρων γίνεται με δημοπρασία, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί δημοπρασιών προς εκμίσθωση δημοτικών ακινήτων, αποκλειομένης της δυνατότητας απευθείας παραχώ­ρησης αυτών. Η διακήρυξη, πέραν των οριζομένων στις ανωτέρω διατάξεις, υποχρεωτικά περιλαμβάνει και τους εξής όρους:

α) Απαγορεύεται η αναμίσθωση, η υπεκμίσθωση και η εν γένει περαιτέρω παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης σε τρίτους.

β) Για τη σύναψη της σύμβασης παραχώρησης απαιτείται η κατάθεση εγγύησης υπέρ του οικείου δήμου για την εξασφάλιση της καλής εκτέλεσης των όρων της σύμβασης που αφορούν στη χωροθέτηση της κατασκευής του περιπτέρου. Το ποσό της εγγύησης επιστρέφεται άτοκα, όταν διαπιστωθεί από το δήμο η τήρηση των ανωτέρω όρων και σε κάθε περίπτωση εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία γνωστοποίησης σε αυτόν της ολοκλήρωσης της κατασκευής του περιπτέρου. Παρερχομένης άπρα­κτης της προθεσμίας αυτής, η εγγύηση επιστρέφεται από το δήμο. Ο καθορισμός του ύψους της ανωτέρω εγγύησης, ο τρόπος καταβολής αυτής και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζεται από το όργανο που έχει την αρμοδιότητα διεξαγωγής της δημοπρασίας και αναφέρεται διακριτά στη σχετική διακήρυξη. Το ύψος της εγγύησης ορίζεται σε ποσοστό 70% του κόστους κατεδάφισης της κατασκευής του περιπτέρου και επα­ναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση της κατασκευής του.

Για τον καθορισμό της τιμής εκκίνησης του κατα­βλητέου μισθώματος, λαμβάνεται υπόψη κάθε στοιχείο προσδιοριστικό της αξίας της θέσης του περιπτέρου και ιδίως τα κυκλοφοριακά δεδομένα, η εμπορικότητα των οδών και η δυνατότητα περαιτέρω παραχώρησης του περιβάλλοντος κοινόχρηστου χώρου για την ανάπτυξη της οικονομικής του δραστηριότητας.

γ) Σε κάθε περίπτωση παραχώρησης του δικαιώματος χρήσης κοινόχρηστου χώρου, πέραν αυτού που κατα­λαμβάνει η κατασκευή του περιπτέρου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 3 του ν.1080/1980, όπως εκάστοτε ισχύουν.

Με την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου καθο­ρίζεται ο χρόνος παραχώρησης του δικαιώματος χρή­σης των θέσεων των περιπτέρων, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη. Σύζυγος και ενήλικα τέκνα που καθίστανται κληρονόμοι των ανωτέρω προσώπων κατά το διάστημα αυτό υπει­σέρχονται αυτοδίκαια στο ανωτέρω δικαίωμα, εφόσον δηλώσουν την επιθυμία τους στην αρμόδια αρχή.

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται αναλόγως και από το δη­μόσιο, τους ΟΤΑ Β’ βαθμού και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου στους χώρους αρμοδιότητάς τους.

4. Η παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης των κυλι­κείων, καφενείων και κουρείων εντός κτιρίων του δη­μοσίου, των ΟΤΑ και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς εξυπηρέτηση του προσωπικού αυτών και των συναλλασσομένων με αυτούς γίνεται με δημοπρα­σία, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί δημοπρασιών προς εκμίσθωση ακινήτων τους, αποκλει­ομένης της δυνατότητας απευθείας παραχώρησης αυ­τών. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως τα αναφερόμενα στην περίπτωση 3, περιλαμβανομένης της σχετικής πρόβλεψης για τα άτομα με ειδικές ανάγκες και τους πολύτεκνους.

5. Υφιστάμενες διοικητικές άδειες διατηρούνται σε ισχύ και δεν μεταβιβάζονται, ούτε κληρονομούνται. Από 1.1.2014  οι δικαιούχοι αυτών υπόκεινται σε υποχρέω­ση καταβολής τέλους για τον κοινόχρηστο χώρο που καταλαμβάνει η κατασκευή του περιπτέρου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν.1080/1980. Για τη χρήση κοινόχρηστου χώρου, πέραν του προαναφερθέντος, εφαρμόζονται οι ίδιες ως άνω διατάξεις από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.

6. Καταργείται κάθε ειδική ή γενική διάταξη που αντίκειται στις ρυθμίσεις της υποπαραγράφου ΣΤ. 3.

 

ΣΤ.3.– Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας των Ο.Τ.Α.

1. Συνιστάται στο Υπουργείο Εσωτερικών Παρατηρη­τήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας των ΟΤΑ (εφεξής «Πα­ρατηρητήριο») με σκοπό τη συνεχή παρακολούθηση σε μηνιαία βάση της εκτέλεσης του Προϋπολογισμού των ΟΤΑ και των νομικών τους προσώπων που εντάσσονται στο Μητρώο των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης.

Στόχος του Παρατηρητηρίου είναι η επίτευξη ισο­σκελισμένων προϋπολογισμών, καθώς και απολογισμών και η ενίσχυση της οικονομικής αυτοτέλειας των Ο.Τ.Α. σύμφωνα με τις οδηγίες των Υπουργείων Εσωτερικών και Οικονομικών και με τα οριζόμενα στην ισχύουσα δημοσιονομική νομοθεσία.

2. Το Παρατηρητήριο συγκροτείται με Απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και αποτελείται από έναν Σύμ­βουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως Πρόεδρο, ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικα­στικών Λειτουργών, το Γενικό Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών, τον αρμόδιο Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρε­σιών του Υπουργείου Εσωτερικών, έναν εκπρόσωπο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας ο οποίος ορίζεται με απόφαση του Δ.Σ. της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελ­λάδας, προκειμένου για δήμους, ή έναν εκπρόσωπο της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας, προκειμένου για περιφέ­ρειες, και τον Γενικό Διευθυντή Θησαυροφυλακίου του Προϋπολογισμού του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η σύμφωνη γνώμη του οποίου απαιτείται για την έκδοση απόφασης από το Παρατηρητήριο. Στο Παρατηρητήριο δύνανται, με την ίδια Απόφαση, να ορίζονται μέχρι και δύο εμπειρογνώμονες εγνωσμένου κύρους χωρίς δι­καίωμα ψήφου.

3. Το Παρατηρητήριο υποστηρίζεται διοικητικά από τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουρ­γείου Εσωτερικών, στην οποία δύναται να αποσπάται ή να μετατάσσεται εξειδικευμένο προσωπικό πανεπιστη­μιακής εκπαίδευσης από το δημόσιο, τους ΟΤΑ, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσω­τερικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης.

4. Αρμοδιότητα του Παρατηρητηρίου είναι ο έλεγχος της ορθής εκτέλεσης του προϋπολογισμού και της εν γένει πορείας των οικονομικών των ΟΤΑ, καθώς και των νομικών τους προσώπων, όπως αυτές αποτυπώνονται στον προϋπολογισμό τους, καθώς και στο ετήσιο πρόγραμμα δράσης και στο πενταετές επιχειρησιακό πρόγραμμά του κάθε Δήμου και Περιφέρειας που προ- βλέπονται στα άρθρα 266 και 268 του ν. 3852/2010.

5. Η αρμόδια για την εποπτεία του ΟΤΑ αρχή απο­στέλλει στο Παρατηρητήριο σε ηλεκτρονική μορφή τον εγκεκριμένο προϋπολογισμό του και το ετήσιο πρό­γραμμα δράσης του, τα οποία, μαζί με το πενταετές επιχειρησιακό του πρόγραμμα, αναρτώνται στην ιστο­σελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών.

Ο προϋπολογισμός πρέπει να περιλαμβάνει υποχρεω­τικά μηνιαίους και τριμηνιαίους στόχους, τόσο ως προς τα έσοδα όσο και ως προς τις δαπάνες. Το Παρατηρη­τήριο αξιολογεί τις προβλέψεις εσόδων που παρουσι­άζουν οι Ο.Τ.Α. και κάνει προτάσεις περί μείωσης των προβλεπόμενων εσόδων, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο.

Το Παρατηρητήριο με βάση μηναία στοιχεία εκτέλε­σης του προϋπολογισμού, που παρακολουθεί η Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών, με τα εργαλεία των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών που έχει στη διάθεσή της, καθώς και με πρόσθετα στοιχεία που παρέχει ο ΟΤΑ, εφόσον του ζητηθεί, αξιολογεί και ελέγ­χει την πορεία της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Σε περίπτωση που διαπιστώσει σοβαρή απόκλιση από τα έσοδα ή τις δαπάνες, επισημαίνει στον ΟΤΑ και στην αρμόδια για την εποπτεία του Αρχή στοιχεία από τα οποία προκύπτει η σοβαρή απόκλιση από τους στόχους, παρέχοντας ταυτόχρονα οδηγίες και εισηγούμενο με­θόδους προς αποφυγή δημιουργίας ελλείμματος.

Ο ΟΤΑ υποχρεούται να λάβει υπόψη του τις επιση­μάνσεις του Παρατηρητηρίου και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους λαμβάνονται υπόψη κατά τον τριμηνι­αίο έλεγχο του προϋπολογισμού του.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΟΤΑ δύναται να λάβει τα μέτρα που αναφέρονται στις περιπτώσεις της παραγράφου 6 του παρόντος, ενημερώνοντας το Παρατηρητήριο, και να ζητήσει τη συνδρομή του Υπουργείου Εσωτερικών και κάθε άλλης αρμόδιας αρχής για τη διασφάλιση της άμεσης εφαρμογής των μέτρων αυτών. Όλες οι δημό­σιες αρχές και υπηρεσίες υποχρεούνται να παρέχουν άμεσα κάθε συνδρομή που τους ζητείται και να προβαί­νουν στις αναγκαίες ενέργειες και διοικητικές πράξεις.

6. Εφόσον η εκτέλεση του προϋπολογισμού του ΟΤΑ εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντική απόκλιση σε σχέση με τους τιθέμενους στόχους και διαπιστώνεται η μη λήψη υπόψη των επισημάνσεων του Παρατηρητηρίου, μετά την πάροδο 6 μηνών, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, που εκδίδεται ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του Παρατηρητηρίου, υπάγεται υποχρεωτικά σε Πρόγραμμα Εξυγίανσης. Ο τρόπος υλοποίησης του Προγράμματος καθορίζεται από το Παρατηρητήριο, ενώ η ένταξη στο ανωτέρω Πρόγραμμα συνεπάγεται την υποχρέωση εφαρμογής, κατά περίπτωση μέρους ή του συνόλου, των κάτωθι παρεμβάσεων:

α) υποχρέωση λήψης κάθε μέτρου και πράξης που προβλέπεται από τη νομοθεσία προς διασφάλιση της είσπραξης των απαιτήσεων του ΟΤΑ και την αντιμετώ­πιση της φοροδιαφυγής, β) περιορισμό των προσλήψεων, γ) επιβολή υποχρεωτικών μετατάξεων προσωπικού, δ) πρόσβαση στο Λογαριασμό Εξυγίανσης και Αλλη­λεγγύης της Αυτοδιοίκησης του άρθρου 263, οι πόροι του οποίου διατίθενται αποκλειστικά για τη χρηματο­δότηση του προγράμματος εξυγίανσης, ε) αύξηση των ιδίων εσόδων από φόρους, τέλη, δικαι­ώματα και εισφορές, στ) αύξηση του ανώτατου συντελεστή επιβολής του Τέλους Ακίνητης Περιουσίας για τα ακίνητα που βρίσκο­νται στην εδαφική περιφέρεια του δήμου σε ποσοστό μέχρι και 3%ο και επιβολή του τέλους υποχρεωτικά από το δήμο σύμφωνα με το ποσοστό αυτό μέχρι την οικο­νομική εξυγίανσή του. Ομοίως, αύξηση του συντελεστή επιβολής του τέλους επί των ακαθαρίστων εσόδων και παρεπιδημούντων από 0,5% μέχρι και 2%.

7. Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους το Παρατη­ρητήριο και η Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών έχουν πρόσβαση σε κάθε στοιχείο απαραίτητο για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους και για το σκοπό αυτό όλες οι δημόσιες αρχές και υπηρεσίες υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ακώλυτη πρόσβασή τους σε αρχεία και βάσεις δεδομένων. Για τον ίδιο σκοπό, οι δημόσιες αρ­χές και υπηρεσίες έχουν υποχρέωση να παρέχουν κάθε αναγκαία συνδρομή και παροχή στοιχείων στους ΟΤΑ.

8. Η προθεσμία της παρ. 5 του πρώτου άρθρου της από 30.4.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Ρυθμίσεις θεμάτων εφαρμογής των νόμων 3864/2010, 4021/2011, 4046/2012, 4051/2012 και 4071/2012, που κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4079/2012, παρατείνεται αφότου έληξε έως την 31.12.2012.

9. Συμβάσεις κατασκευής δημοσίων έργων αποκλει­στικής αρμοδιότητας των Περιφερειών σύμφωνα με το ν. 3852/2010, οι οποίες είχαν συναφθεί από 1.1.2011 έως την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου και των οποίων το έγγραφο συμφωνητικό της παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 3669/2008 (α’116) έχει υπογραφεί από τους προϊσταμένους των διευθυνουσών υπηρεσιών, θε­ωρούνται νόμιμες.

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ΄: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ

ΗΛΕΚΤΡΟ­ΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

 Ζ.1.– Μετάταξη - Μεταφορά Προσωπικού:

 1. Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλ­λήλων και υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δι­καίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρ­τητων αρχών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, και β) η μεταφορά υπαλλήλων των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαί­ου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο δημόσιο τομέα σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ιδίως στις περιπτώσεις που οι ανάγκες αυτές προκύπτουν λόγω μεταβολής των αρ­μοδιοτήτων των υπηρεσιών και των συναφών δραστη­ριοτήτων τους, όταν διαπιστώνεται μετά τη διενέργεια αξιολόγησης πλεονάζον προσωπικό ή για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μπορεί να μεταφέρεται για τον ίδιο λόγο σε Ν.Π.Ι.Δ. του δημόσιου τομέα. Για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου, ως δημόσιος τομέας νοείται αυτός που έχει οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, όπως ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, συμπεριλαμβανομένων όλων των φορέων που απαριθμούνται ειδικότερα στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και μη εξαιρουμένων των περιπτώσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009. Τα νομικά πρόσωπα του Κεφαλαίου Β’ όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου.

Η μετάταξη ή μεταφορά των υπαλλήλων της προηγού­μενης περίπτωσης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτησή τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάτα­ξης ή μεταφοράς στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται ή μεταφέρεται ο υπάλληλος. Οι μετατασσόμενοι ή μεταφερόμενοι πρέπει να κατέχουν τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας των θέσεων στις οποίες μετατάσσονται ή μεταφέρονται. Η μετάταξη ή μεταφορά μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται ή μεταφέρεται. Εφόσον ο υπάλληλος συναινεί, η μετά­ταξη ή μεταφορά του μπορεί να γίνεται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας.

Σε περίπτωση μετάταξης ή μεταφοράς υπαλλήλων σε συνιστώμενες θέσεις και για όσο χρόνο υφίστανται αυτές δεν πληρούται ίσος αριθμός θέσεων μόνιμου ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού των οικείων φορέων υποδοχής.

2. Με την πράξη μετάταξης ή μεταφοράς μπορεί να καταργείται η θέση που κατέχει ο μετατασσόμενος ή μεταφερόμενος υπάλληλος, σύμφωνα με τις ανάγκες της υπηρεσίας.

3. Η μετάταξη ή μεταφορά κατά την περίπτωση 1 δεν καταλύει την υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου ή τη σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του υπαλλήλου ούτε μεταβάλλει τη νομική φύση των σχέσεων αυτών ή τις σχέσεις ασφάλισης, με τις οποίες υπηρετούσε ο υπάλληλος στο φορέα προέλευσής του. Η μετάταξη γίνεται με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που ο υπάλληλος κατείχε πριν τη μετάταξή του. Όποιος μετατάσσεται ή μεταφέρεται σε κατώτερη κατηγορία σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης 1 κατατάσσεται στο βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο της νέας κατηγορίας με βάση το συνολικό χρόνο υπηρε­σίας του, χωρίς να διατηρεί τυχόν διαφορά αποδοχών.

Όποιος μεταφέρεται από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα κατατάσσεται σε βαθμό ανάλογα με το χρόνο υπηρεσίας του ο οποίος έχει διανυθεί στο φορέα προέλευσης με τα τυπικά προσόντα της κατηγορίας στην οποία μεταφέρεται, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως για τη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξή του των άρθρων 28 και 29 του ν. 4024/2011.

4. Ο αρμόδιος Υπουργός ή τα όργανα διοίκησης των φορέων της περίπτωσης 1 που έχουν ανάγκη ενίσχυσης με προσωπικό μπορεί να υποβάλλουν, στο τέλος κάθε ημερολογιακού τριμήνου, σχετικό αίτημα στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011. Μέχρι 31.12.2012    αίτημα του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να υποβάλλεται οποτεδήποτε. Το αίτημα πρέπει να εί­ναι ειδικώς αιτιολογημένο ως προς τις ανάγκες του φορέα σε προσωπικό, τον αριθμό του απαιτούμενου προσωπικού κατά κλάδους και ειδικότητες και τους λόγους για τους οποίους ανέκυψαν οι σχετικές ανάγκες. Το ανωτέρω συμβούλιο εκδίδει αιτιολογημένη γνώμη μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών σχετικά με τις υφιστάμενες ανάγκες σε προσωπικό των αιτούντων φορέων, καθώς και με τους φορείς από τους οποίους, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία των υπηρεσιών, υπάρ­χει δυνατότητα μετακίνησης προσωπικού. Ακολούθως ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρο­νικής Διακυβέρνησης, εκδίδει σχετική ανακοίνωση, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την οποία καθορίζονται τα τυπικά προσόντα των υπαλλήλων που απαιτούνται για τους κλάδους ή τις ειδικότητες στους οποίους πρόκειται να μεταταχθούν ή μεταφερθούν, η οποία αποστέλλεται στους φορείς προέλευσης και υποδοχής. Με την ανακοίνωση ορίζε­ται αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευσή της για την υποβολή δηλώσεων των υπαλ­λήλων των φορέων προέλευσης που ενδιαφέρονται να μεταταχθούν ή να μεταφερθούν.

Η ανάρτηση της ανακοίνωσης στον πίνακα ανακοινώ­σεων κάθε φορέα, καθώς και η ενημέρωση όλων των υπηρεσιακών μονάδων όπου υπηρετούν υπάλληλοι του φορέα, γίνεται με την ευθύνη του προϊσταμένου της διεύθυνσης διοικητικού/προσωπικού και συντάσσεται σχετικό πρακτικό. Η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου αρχίζει από την ανάρτηση της ανακοίνωσης στον πίνακα ανακοινώσεων κάθε φορέα, για την οποία συντάσσεται σχετικό πρακτικό από υπάλληλο της αρ­μόδιας μονάδας προσωπικού. Οι ενδιαφερόμενοι κα­λούνται να απαντήσουν στο ερώτημα αν επιθυμούν να μεταταχθούν σε θέσεις κατώτερης κατηγορίας. Μέσα στην ανωτέρω προθεσμία η αρμόδια μονάδα προσω­πικού κάθε φορέα προέλευσης καταρτίζει πίνακα στον οποίο περιλαμβάνονται οι υπάλληλοι που διαθέτουν τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα για μετάταξη ή μεταφο­ρά, ανεξαρτήτως αν έχουν υποβάλει σχετική δήλωση, συμπεριλαμβανομένων και των υπαλλήλων που βρίσκο­νται σε καθεστώς διαθεσιμότητας λόγω κατάργησης των θέσεών τους κατά την επόμενη υποπαράγραφο. Ο πίνακας κοινοποιείται εντός της ίδιας προθεσμίας στο υπηρεσιακό συμβούλιο του φορέα προέλευσης, εφόσον υπάρχει τέτοιο συμβούλιο. Το υπηρεσιακό συμβούλιο διατυπώνει απλή γνώμη εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την περιέλευση σε αυτό των ως άνω στοιχείων, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων σύμ­φωνα με τις οποίες για τη μετάταξη των δικαστικών υπαλλήλων απαιτείται σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Η μη τήρηση της ανωτέρω προθεσμίας συνιστά σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο επιβάλλεται πειθαρχική ποινή τουλάχι­στον υποβιβασμού. Το υπηρεσιακό συμβούλιο καθορίζει τη σειρά προτεραιότητας των υπαλλήλων που μπορεί να διατίθενται προς μετάταξη ή μεταφορά, λαμβάνοντας υπόψη τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τους, την καταλληλότητά τους για τις θέσεις στις οποίες θα μεταταχθούν ή μεταφερθούν, την οικογενειακή τους κατάσταση και τα βιοτικά τους συμφέροντα, καθώς και την τυχόν εκδηλωθείσα προτίμησή τους.

Οι πίνακες που κατήρτισαν οι οργανικές μονάδες προ­σωπικού των φορέων προέλευσης μαζί με τις δηλώσεις των υπαλλήλων που ενδιαφέρονται να μεταταχθούν ή μεταφερθούν, καθώς και οι γνωμοδοτήσεις των υπηρε­σιακών συμβουλίων των φορέων προέλευσης που έχουν τέτοια συμβούλια, διαβιβάζονται εντός δύο (2) ημερών από τις αρμόδιες υπηρεσίες προσωπικού των φορέων προέλευσης στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 του ν. 4024/2011, το οποίο γνωμοδοτεί, εντός προθεσμίας ενός μηνός για τον αριθμό των προς μετάταξη υπαλλή­λων από κάθε φορέα προέλευσης και τη σειρά προτεραιότητάς τους, με βάση το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας προέλευσης και υποδοχής.

Για τη μετάταξη ή μεταφορά των υπαλλήλων εκδίδεται απόφαση του Υπουργού και Διοικητικής Μεταρρύθμι­σης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια απόφα­ση συνιστώνται ή καταργούνται θέσεις σύμφωνα με τις περιπτώσεις 1 και 2 της παρούσας υποπαραγράφου.

5. Η μη εμφάνιση μόνιμου υπαλλήλου στην υπηρεσία στην οποία μετατάχθηκε για την ανάληψη των καθη­κόντων του αποτελεί σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο επιβάλλεται πειθαρχική ποινή τουλάχιστον υποβιβασμού. Αν πρόκειται για υπάλληλο που πριν τη μετάταξή του βρισκόταν σε καθεστώς διαθεσιμότητας κατά το επόμενο άρθρο, εκδίδεται αμελλητί πράξη από­λυσης του υπαλλήλου από το όργανο διοίκησης του φορέα υποδοχής. Η μη εμφάνιση υπαλλήλου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην υπη­ρεσία στην οποία έχει μεταταχθεί ή μεταφερθεί απο- τελεί λόγο καταγγελίας της σχέσης εργασίας του, για την οποία εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του οργάνου διοίκησης του φορέα υποδοχής.

6. Η εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου τελεί υπό την προϋπόθεση της τήρησης των περιορισμών που ισχύουν κάθε φορά σχετικά με τον αριθμό των ετήσιων προσλήψεων και διορισμών μόνι­μου προσωπικού και προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

7. Για τις ρυθμίσεις της παρούσας υποπαραγράφου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 71 του ν. 3528/2007 (Α’ 26′), όπως ισχύουν, και της παρ. 1 του άρθρου 68 του ν. 4002/2011.

8. Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρ­ρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που δημο­σιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να ρυθμίζονται τυχόν ειδικότερα ζητήματα που αφορούν τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων, τη σχετική διαδικασία, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου.

 

Ζ.2.– Διαθεσιμότητα:

1. Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξάρ­τητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα. Αν καταργούνται ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα προσδιορίζονται σύμφωνα με τις κείμε­νες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητάς τους:

α) Να μετατάσσονται εκουσίως, σύμφωνα με τις κεί­μενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 4 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 4 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων).

β) Να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά τη διαδικασία της προηγούμενης υποπαραγράφου για το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας και ιδίως για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Με την έκδοση της πράξης μετάταξης ή μεταφοράς και μεταβολής της σχέσης εργασίας αίρεται αυτοδίκαια το καθεστώς της διαθεσιμότητας.

γ) Να τοποθετούνται για την κάλυψη προσωρινών ανα­γκών σε οποιαδήποτε υπηρεσία του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α. ή οποιουδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα με τη διαδικασία του άρθρου 5 του ν. 4024/2011. Οι πράξεις προσωρινής τοποθέτησης της περίπτωσης αυτής εκδίδονται από τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Σε περίπτωση μη εμφάνι­σης του υπαλλήλου εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη της περίπτωσης 5 της προηγούμενης υποπαραγράφου.

δ) Να υπάγονται σε ειδικά προγράμματα επαγγελμα­τικής επανεκπαίδευσης ή επανακατάρτισης.

2. Η διαθεσιμότητα της προηγούμενης περίπτωσης διαρκεί ένα (1) έτος και στον υπάλληλο καταβάλλονται τα τρία τέταρτα των αποδοχών του, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

3. Οι ρυθμίσεις των περιπτώσεων 1 και 2 εφαρμόζο­νται αναλόγως στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθώς και στους υπαλλήλους των φορέων της υποπαραγράφου Ζ.1.1.β, οι θέσεις των οποίων καταργούνται.

4. Η υπηρεσιακή σχέση των μόνιμων υπαλλήλων που βρίσκονται σε καθεστώς διαθεσιμότητας, καθώς και η σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των υπαλλήλων της περίπτωσης 3, εφόσον δεν μεταταχθούν ή μεταφερθούν, λύεται με τη λήξη του καθεστώτος της διαθεσιμότητας.

5. Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρ­ρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης που δημο­σιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις, τα κριτήρια και τη διαδι­κασία υπαγωγής στα ανωτέρω προγράμματα επανεκ­παίδευσης ή επανακατάρτισης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου.

 

Ζ.3.– Αργία στο πλαίσιο της πειθαρχικής και ποινικής διαδικασίας:

1. Το άρθρο 103 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσί­ων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας, ν. 3528/2007), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4057/2012, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία:

α) ο υπάλληλος που στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία ύστερα από πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή ένταλμα προσωρινής κράτησης,

β) ο υπάλληλος κατά του οποίου εκδόθηκε ένταλμα προσωρινής κράτησης και στη συνέχεια ήρθη η προσω­ρινή κράτησή του ή αντικαταστάθηκε με περιοριστικούς όρους,

γ) ο υπάλληλος, ο οποίος παραπέμφθηκε αμετακλήτως ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου για κακούργημα.

δ) ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής ή της προσωρινής παύσης, και

ε) ο υπάλληλος ο οποίος έχει παραπεμφθεί στο αρ­μόδιο πειθαρχικό συμβούλιο για τα παραπτώματα των περιπτώσεων α’, γ’, δ’, ε’, θ’, ι’, ιδ’, ιη’, κγ’, κδ’, κζ’ και κθ’ του άρθρου 107 ή αντίστοιχα παραπτώματα του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, ή αντίστοιχα παραπτώματα του προϊσχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999).

2. Ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στα καθήκοντά του, εάν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο έχει τεθεί σε αργία. Ειδικότερα:

α. Υπάλληλος ο οποίος τέθηκε σε αργία στις περι­πτώσεις α’ έως γ’ της παραγράφου 1 ασκεί εκ νέου τα καθήκοντά του αν αθωωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

β. Η αργία της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 1 αρ­χίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο της πειθαρ­χικής απόφασης και λήγει με την έναρξη της εκτέλεσης της πειθαρχικής ποινής της οριστικής ή προσωρινής παύσης που του επιβλήθηκε ή με την έκδοση απόφασης σε δεύτερο βαθμό ή δικαστικής απόφασης που είτε απαλλάσσει τον υπάλληλο από την πειθαρχική ευθύνη είτε του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση.

γ. Η αργία της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 1 αρ­χίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο του παραπεμπτηρίου εγγράφου και λήγει με την έκδοση πρω­τοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης που τον απαλλάσσει ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση. Αν του επιβληθεί κάποια από τις ποινές αυτές η αργία συνεχίζεται και λήγει σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση.

3. Η διαπιστωτική πράξη θέσης σε αργία εκδίδεται αμελλητί από το αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλή­λου όργανο. Η πράξη επανόδου του υπαλλήλου στην υπηρεσία εκδίδεται από το ίδιο όργανο:

α) μετά από τελεσίδικη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου,

β) μετά από βεβαίωση της αρμόδιας μονάδας προσω­πικού ότι εκτελέστηκε η πειθαρχική ποινή της προσω­ρινής παύσης που έχει επιβληθεί ή μετά από απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου ή του αρμόδιου δικαστηρίου που απαλλάσσει τον υπάλληλο ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση, ή μετά από σχετική βεβαίωση του προέδρου του οικείου δικαστικού σχηματισμού, και γ) μετά από απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου με την οποία ο υπάλληλος απαλλάσσεται από την πειθαρχική ευθύνη ή του επιβάλλεται πειθαρ­χική ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση για πειθαρχικό παράπτωμα της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 1, ή μετά από σχετική βεβαίωση του προέδρου του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου.

Ο υπάλληλος επανέρχεται στην υπηρεσία του από την κοινοποίηση σε αυτόν της αντίστοιχης διαπιστωτικής πράξης.

Εφόσον έχει επιβληθεί αυτοδίκαιη αργία στις περι­πτώσεις β’, γ’,δ’ και ε’ της παραγράφου 1, η οποία δεν έχει αρθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2, και δεν έχει επιβληθεί στον υπάλληλο πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης, το πειθαρχικό συμβούλιο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση γνωμοδοτεί μετά την πάροδο ενός έτους από τη θέση του υπαλλήλου σε αυτοδίκαιη αργία και κάθε επόμενο έτος σχετικά με την τυχόν συνδρομή λόγων που καθιστούν μη αναγκαία τη συνέχισή της. Το όργα­νο που είναι αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου, εφόσον κρίνει, μετά την ανωτέρω γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου ή μετά από γνωμοδότηση του ίδιου συμβουλίου που μπορεί να ζητηθεί οποτεδήποτε, ότι με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης δεν είναι αναγκαία η συνέχιση της αργίας, μπορεί να διατάσσει την αναστολή της και την επάνοδο του υπαλ­λήλου στα καθήκοντά του ή τη μετακίνησή του σύμφωνα με το άρθρο 66. Για την προθεσμία εντός της οποίας οφείλει να γνωμοδοτήσει το πειθαρχικό συμβούλιο και τις συνέπειες της μη γνωμοδότησής του εντός της νό­μιμης προθεσμίας εφαρμόζεται αναλόγως η παράγρα­φος 4 του επόμενου άρθρου. Η αναστολή της αργίας μπορεί να διατάσσεται και για ορισμένο χρόνο και να ανακαλείται οποτεδήποτε, εφόσον επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας και ιδίως σε περίπτωση υπο­τροπής, που οφείλεται στην τέλεση οποιουδήποτε νέου παραπτώματος από τον υπάλληλο».

2. Το άρθρο 104 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4057/2012, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Αν συντρέχουν λόγοι δημόσιου συμφέροντος ή υπη­ρεσιακοί λόγοι μπορεί να τεθεί σε αργία ο υπάλληλος κατά του οποίου: α) έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη για οποιοδήποτε πει­θαρχικό παράπτωμα, με την επιφύλαξη των περιπτώσε­ων της παραγράφου 1 περίπτωση ε’ του προηγούμενου άρθρου, για τις οποίες επιβάλλεται αυτοδίκαιη αργία, ή β) υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για άτακτη διαχείριση, η οποία στηρίζεται σε έκθεση της προϊσταμένης αρχής ή του αρμόδιου επιθεωρητή.

2. Αρμόδιο όργανο για την έκδοση της πράξης με την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε αργία είναι, κατά περίπτωση, ο οικείος Υπουργός ή το ανώτατο μονομε­λές όργανο διοίκησης ή ο πρόεδρος του συλλογικού οργάνου διοίκησης, αν δεν υπάρχει μονομελές όργανο διοίκησης. Η πράξη εκδίδεται μετά από γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 4.

3. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις και εφόσον διακυβεύεται το συμφέρον της υπηρεσίας, μπορεί να επι­βληθεί στον υπάλληλο από τον άμεσο πειθαρχικώς προϊστάμενό του το μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων του, ακόμη και πριν επιληφθεί το πει­θαρχικό συμβούλιο κατά την επόμενη παράγραφο. Σε περίπτωση παράλειψης του άμεσου πειθαρχικώς προ­ϊσταμένου του υπαλλήλου, το μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων μπορεί να επιβληθεί από κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενο ανώτερο από αυτόν. Η παρά­λειψη πειθαρχικώς προϊσταμένου να επιβάλει το ως άνω μέτρο ελέγχεται πειθαρχικά από κάθε πειθαρχικώς προ­ϊστάμενό του. Κατά τη διάρκεια της αναστολής άσκησης των καθηκόντων του ο υπάλληλος δεν προσέρχεται στην υπηρεσία. Η αναστολή άσκησης καθηκόντων του υπαλλήλου αίρεται αυτοδικαίως, εάν το πειθαρχικό συμβούλιο δεν επιληφθεί εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην επόμενη παράγραφο.

4. Εφόσον συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, το πειθαρχικό συμβούλιο συνέρχεται αμελλητί και γνωμοδοτεί για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία. Σε περίπτωση που έχει διαταχθεί το μέτρο της αναστολής των καθηκόντων του υπαλλήλου, το πειθαρ­χικό συμβούλιο συνέρχεται και γνωμοδοτεί το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη λήψη του μέτρου. Το πειθαρχικό συμβούλιο γνωμοδοτεί μέσα σε προθε­σμία τριάντα (30) ημερών και σε κάθε περίπτωση που ζητείται η γνώμη του από το όργανο που είναι αρμόδιο για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία. Η γνωμοδότηση εκδίδεται σε κάθε περίπτωση μετά από προηγούμενη κλήση του υπαλλήλου σε ακρόαση. Σε περίπτωση που το πειθαρχικό συμβούλιο δεν γνωμοδοτήσει μέσα στις ανωτέρω προθεσμίες, η απόφαση για τη θέση του υπαλ­λήλου σε αργία εκδίδεται και χωρίς γνωμοδότηση. Στην περίπτωση αυτή ο υπάλληλος καλείται σε ακρόαση από το αρμόδιο όργανο και οφείλει να υποβάλει εγγράφως τις απόψεις του εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της κλήσης.

5. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της σχετικής πράξης. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του αυτοδίκαια από την έκδοση πειθαρχικής απόφασης, η οποία τον απαλλάσσει από την πειθαρχική ευθύνη ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση.

6. Μετά την πάροδο ενός έτους από τη θέση του υπαλ­λήλου σε αργία και κάθε επόμενο έτος το πειθαρχικό συμβούλιο υποχρεούται να γνωμοδοτεί για τη συνέχιση ή μη της αργίας. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του από την κοινοποίηση σχετικής απόφασης του οργάνου που τον έθεσε σε αργία, η οποία εκδίδεται εφόσον έχουν εκλείψει οι λόγοι της παραγράφου 1. Η απόφαση αυτή μπορεί να εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο οποτεδήποτε, ακόμη και χωρίς προηγούμενη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου.

7. Το όργανο που είναι αρμόδιο για τη θέση υπαλ­λήλου σε δυνητική αργία μπορεί, εφόσον κρίνει ότι το μέτρο της αργίας δεν είναι απαραίτητο να επιβληθεί ή έχουν εκλείψει οι λόγοι για τους οποίους επιβλήθηκε, να διατάσσει για λόγους σχετικούς με το συμφέρον της υπηρεσίας τη μετακίνηση του υπαλλήλου σύμφωνα με το άρθρο 66».

3. Το άρθρο 107 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007), αντικαθίστα­ται ως εξής:

«1. Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία:

α) ο υπάλληλος ο οποίος στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία ύστερα από πρωτοβάθμια ή δευτερο­βάθμια απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή ένταλμα προ­σωρινής κράτησης, β) ο υπάλληλος κατά του οποίου εκδόθηκε ένταλμα προσωρινής κράτησης και στη συνέχεια ήρθη η προσω­ρινή κράτησή του ή αντικαταστάθηκε με περιοριστικούς όρους,

γ) ο υπάλληλος, ο οποίος παραπέμφθηκε αμετακλήτως ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου για κακούργημα, δ) ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής ή της προσωρινής παύσης και ε) ο υπάλληλος ο οποίος έχει παραπεμφθεί στο αρ­μόδιο πειθαρχικό συμβούλιο για τα παραπτώματα των περιπτώσεων α’, β’, δ’, ε’, ιβ’, ιστ’, ιζ’, κα’, κβ’, κγ’, κστ’, κζ’ του άρθρου 111, ή για τα αντίστοιχα παραπτώματα του προϊσχύοντος Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 1188/1981).

2. Ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στα καθήκοντά του, εάν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο έχει τεθεί σε αργία. Ειδικότερα:

α. Υπάλληλος ο οποίος τέθηκε σε αργία στις περι­πτώσεις α’ έως γ’ της παραγράφου 1 ασκεί εκ νέου τα καθήκοντά του αν αθωωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

β. Η αργία της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 1 αρ­χίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο της πειθαρ­χικής απόφασης και λήγει με την έναρξη της εκτέλεσης της πειθαρχικής ποινής της οριστικής ή προσωρινής παύσης που του επιβλήθηκε ή με την έκδοση απόφασης σε δεύτερο βαθμό ή δικαστικής απόφασης που είτε απαλλάσσει τον υπάλληλο από την πειθαρχική ευθύνη είτε του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση.

γ. Η αργία της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 1 αρ­χίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο του παραπεμπτηρίου εγγράφου και λήγει με την έκδοση πρω­τοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης που τον απαλλάσσει ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση. Αν του επιβληθεί κάποια από τις ποινές αυτές η αργία συνεχίζεται και λήγει σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση.

3. Η διαπιστωτική πράξη θέσης σε αργία εκδίδεται αμελλητί από το αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλή­λου όργανο. Η πράξη επανόδου του υπαλλήλου στην υπηρεσία εκδίδεται από το ίδιο όργανο:

α) μετά από τελεσίδικη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου,

β) μετά από βεβαίωση της αρμόδιας μονάδας προσω­πικού ότι εκτελέστηκε η πειθαρχική ποινή της προσω­ρινής παύσης που έχει επιβληθεί ή μετά από απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου ή του αρμόδιου δικαστηρίου που απαλλάσσει τον υπάλληλο ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση, ή μετά από σχετική βεβαίωση του προέδρου του οικείου δικαστικού σχηματισμού, και γ) μετά από απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου με την οποία ο υπάλληλος απαλλάσσεται από την πειθαρχική ευθύνη ή του επιβάλλεται πειθαρ­χική ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση για πειθαρχικό παράπτωμα της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 1, ή μετά από σχετική βεβαίωση του προέδρου του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου.

Ο υπάλληλος επανέρχεται στην υπηρεσία του από την κοινοποίηση σε αυτόν της αντίστοιχης διαπιστωτικής πράξης.

4. Εφόσον έχει επιβληθεί αυτοδίκαιη αργία στις περι­πτώσεις β’, γ’, δ’ και ε’ της παραγράφου 1, η οποία δεν έχει αρθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2, και δεν έχει επιβληθεί στον υπάλληλο πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης, το πειθαρχικό συμβούλιο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση γνωμοδοτεί μετά την πάροδο ενός έτους από τη θέση του υπαλλήλου σε αυτοδίκαιη αργία και κάθε επόμενο έτος σχετικά με την τυχόν συνδρομή λόγων που καθιστούν μη αναγκαία τη συνέχισή της. Το όργα­νο που είναι αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου, εφόσον κρίνει μετά την ανωτέρω γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου ή μετά από γνωμοδότηση του ίδιου συμβουλίου που μπορεί να ζητηθεί οποτεδήποτε, ότι με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης δεν είναι αναγκαία η συνέχιση της αργίας, μπορεί να διατάσσει την αναστολή της και την επάνοδο του υπαλ­λήλου στα καθήκοντά του ή τη μετακίνησή του σύμφωνα με το άρθρο 72. Για την προθεσμία εντός της οποίας οφείλει να γνωμοδοτήσει το πειθαρχικό συμβούλιο και τις συνέπειες της μη γνωμοδότησής του εντός της νό­μιμης προθεσμίας εφαρμόζεται αναλόγως η παράγρα­φος 4 του επόμενου άρθρου. Η αναστολή της αργίας μπορεί να διατάσσεται και για ορισμένο χρόνο και να ανακαλείται οποτεδήποτε, εφόσον επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας και ιδίως σε περίπτωση υπο­τροπής, που οφείλεται στην τέλεση οποιουδήποτε νέου παραπτώματος από τον υπάλληλο».

4. Το άρθρο 108 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007, A’ 143), αντι­καθίσταται ως εξής:

«1. Αν συντρέχουν λόγοι δημόσιου συμφέροντος ή υπη­ρεσιακοί λόγοι μπορεί να τεθεί σε αργία ο υπάλληλος κατά του οποίου:

α) έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, με την επιφύλαξη της παρα­γράφου 1 περίπτωση ε’ του προηγούμενου άρθρου, για τις οποίες επιβάλλεται αυτοδίκαιη αργία, ή β) υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για άτακτη διαχείριση, η οποία στηρίζεται σε έκθεση της προϊσταμένης αρχής ή του αρμόδιου επιθεωρητή.

2. Αρμόδιο όργανο για την έκδοση της πράξης με την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε αργία είναι το αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου όργανο. Η πράξη εκ- δίδεται μετά από γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμ­βουλίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 4.

3. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις και εφόσον διακυβεύεται το συμφέρον της υπηρεσίας, μπορεί να επι­βληθεί στον υπάλληλο από το αρμόδιο για το διορισμό του όργανο το μέτρο της αναστολής άσκησης των κα­θηκόντων του, ακόμη και πριν επιληφθεί το πειθαρχικό συμβούλιο κατά την επόμενη παράγραφο. Σε περίπτωση παράλειψης του ως άνω οργάνου, το μέτρο της αναστο­λής άσκησης των καθηκόντων μπορεί να επιβληθεί από κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενο του οργάνου αυτού. Η παράλειψη επιβολής του ως άνω μέτρου από το αρμόδιο όργανο ελέγχεται πειθαρχικά. Κατά τη διάρκεια της αναστολής άσκησης των καθηκόντων του ο υπάλληλος δεν προσέρχεται στην υπηρεσία. Η αναστολή άσκησης καθηκόντων του υπαλλήλου αίρεται αυτοδικαίως, εάν το πειθαρχικό συμβούλιο δεν επιληφθεί εντός της προ­θεσμίας που ορίζεται στην επόμενη παράγραφο, χωρίς πάντως να κωλύεται να επιληφθεί και μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής.

4. Εφόσον συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, το πειθαρχικό συμβούλιο συνέρχεται αμελλητί και γνωμοδοτεί για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία. Σε περίπτωση που έχει διαταχθεί το μέτρο της αναστολής των καθηκόντων του υπαλλήλου, το πειθαρχικό συμβούλιο συνέρχεται και γνωμοδοτεί το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη λήψη του μέτρου.

Το πειθαρχικό συμβούλιο γνωμοδοτεί μέσα σε προθε­σμία τριάντα (30) ημερών και σε κάθε περίπτωση που ζητείται η γνώμη του από το όργανο που είναι αρμόδιο για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία. Η γνωμοδότηση εκδίδεται σε κάθε περίπτωση μετά από προηγούμενη κλήση του υπαλλήλου σε ακρόαση. Σε περίπτωση που το πειθαρχικό συμβούλιο δεν γνωμοδοτήσει μέσα στις ανωτέρω προθεσμίες, η απόφαση για τη θέση του υπαλ­λήλου σε αργία εκδίδεται και χωρίς γνωμοδότηση. Στην περίπτωση αυτή ο υπάλληλος καλείται σε ακρόαση από το αρμόδιο όργανο και οφείλει να υποβάλει εγγράφως τις απόψεις του εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της κλήσης.

5. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της σχετικής πράξης. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του αυτοδίκαια από την έκδοση πειθαρχικής απόφασης, η οποία τον απαλλάσσει από την πειθαρχική ευθύνη ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση.

6. Μετά την πάροδο ενός έτους από τη θέση του υπαλ­λήλου σε αργία και κάθε επόμενο έτος το πειθαρχικό συμβούλιο υποχρεούται να γνωμοδοτεί για τη συνέχιση ή μη της αργίας. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του από την κοινοποίηση σχετικής απόφασης του οργάνου που τον έθεσε σε αργία, η οποία εκδίδεται εφόσον έχουν εκλείψει οι λόγοι της παραγράφου 1. Η απόφαση αυτή μπορεί να εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο οποτεδήποτε, ακόμη και χωρίς προηγούμενη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου.

7. Το όργανο που είναι αρμόδιο για τη θέση του υπαλ­λήλου σε δυνητική αργία μπορεί, εφόσον κρίνει ότι το μέτρο της αργίας δεν είναι απαραίτητο να επιβληθεί ή έχουν εκλείψει οι λόγοι για τους οποίους επιβλήθηκε, να διατάσσει για λόγους σχετικούς με το συμφέρον της υπηρεσίας τη μετακίνηση του υπαλλήλου σύμφωνα με το άρθρο 72».

5. Για την εφαρμογή των άρθρων 88 και 89 του Κώ­δικα Δικαστικών Υπαλλήλων (ν. 2812/2000), ως λόγοι θέσεως του υπαλλήλου σε αυτοδίκαιη ή δυνητική αργία νοούνται αντίστοιχα αυτοί που αναφέρονται στα άρ­θρα 103 παρ. 1 και 104 παρ. 1 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως αντικαθίστανται με τις περιπτώσεις 1 και 2 της παρούσας υποπαραγράφου.

6. Οι διατάξεις των άρθρων 103 και 104 του Υπαλ­ληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007), 107 και 108 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007) και 88 και 89 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλ­λήλων (ν. 2812/2000), όπως ισχύουν, έχουν εφαρμογή και στο προσωπικό που εργάζεται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στις υπηρεσίες, οι υπάλλη­λοι των οποίων διέπονται από τους ανωτέρω Κώδικες. Με την επιφύλαξη τυχόν αυστηρότερων διατάξεων, οι διατάξεις των άρθρων 103, 104 και 105 του Υπαλληλι­κού Κώδικα, όπως ισχύουν, εφαρμόζονται αναλόγως, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις της θέσεως σε αυτοδίκαιη ή δυνητική αργία, καθώς και ως προς τις συνέπειές της, σε όλες τις πειθαρχικές διαδικασί­ες, που διέπουν το κάθε φύσεως και με οποιαδήποτε υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου ή σχέση εργασί­ας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 πριν τη θέση σε ισχύ του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, συμπεριλαμβανομένων όλων των φορέων που απαριθμούνται ειδικότερα στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και μη εξαιρουμένων των περιπτώσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1    του ν. 3812/2009.

7. Οι διατάξεις των περιπτώσεων 1 έως 6 της παρού­σας υποπαραγράφου εφαρμόζονται και στις υποθέσεις που είναι εκκρεμείς κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

8. Το αρμόδιο για την εκδίκαση αίτησης αναστολής εκτελέσεως δικαστήριο, η οποία στρέφεται κατά πρά­ξης με την οποία διαπιστώνεται η θέση υπαλλήλου σε κατάσταση αυτοδίκαιης αργίας ή με την οποία ο υπάλ­ληλος τίθεται σε δυνητική αργία, μπορεί, εφόσον πιθα­νολογείται σοβαρά κίνδυνος βιοπορισμού του υπαλλή­λου ή της οικογένειάς του, να διατάσσει, ως προσωρινό μέτρο, την αύξηση των αποδοχών της αργίας μέχρι το 75% των νόμιμων αποδοχών του υπαλλήλου.

9. Στις περιπτώσεις αυτοδίκαιης αργίας της παραγρά­φου 1 περίπτωση ε’ του άρθρου 103 του Υπαλληλικού Κώδικα και της παραγράφου 1 περίπτωση ε’ του άρθρου 107 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, όπως αντικαθίστανται με τις περιπτώσεις 1 και 3 της παρούσας υποπαραγράφου, οι αποδοχές της αργίας ορίζονται στο 75% των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων.

10.    Στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 146Β του ν. 3528/2007, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, προστίθενται εδάφια ως ακολούθως:

«Εφόσον δεν έχει ολοκληρωθεί, μέχρι το τέλος Οκτωβρίου κάθε άρτιου έτους, η διαδικασία σύστασης πειθαρχικών συμβουλίων στις υπηρεσίες του πρώτου εδαφίου, η κλήρωση διενεργείται από τον Πρόεδρο του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου για τα συσταθέντα πειθαρχικά συμβούλια των ανωτέρω υπηρεσιών, με βάση τις καταστάσεις των προϊσταμένων διευθύν­σεων που έχουν αποστείλει οι υπηρεσίες αυτές. Για τα λοιπά πειθαρχικά συμβούλια των ως άνω υπηρεσιών διενεργείται, μετά τη σύστασή τους, συμπληρωματική κλήρωση με βάση τις καταστάσεις των προϊσταμένων διευθύνσεων της αρχικής κλήρωσης, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι κληρωθέντες σε αυτή προϊστάμενοι διευθύνσεων.

Σε περίπτωση κατά την οποία υπηρεσίες του πρώ­του εδαφίου της παρούσας παραγράφου έχουν μεν συστήσει πειθαρχικά συμβούλια, αλλά δεν έχουν αποστείλει, μέχρι το τέλος Οκτωβρίου κάθε άρτιου έτους, καταστάσεις προϊσταμένων διευθύνσεων η κλήρωση διενεργείται, για το σύνολο των υπηρεσιών για τις οποί­ες έχουν συσταθεί πειθαρχικά συμβούλια, με βάση τις καταστάσεις που έχουν αποστείλει οι λοιπές υπηρεσίες.

Οι καταστάσεις που αποστέλλονται μεταγενεστέρως λαμβάνονται υπόψη για τυχόν συμπληρωματικές κλη­ρώσεις.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν γίνεται κλήρωση για το σύνολο των υπηρεσιών του πρώτου εδαφίου, δεν ισχύουν τα οριζόμενα στο πέμπτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

Οι ως άνω διατάξεις καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς διαδικασίες».

 

Ζ.4.– Κατάργηση ειδικοτήτων και θέσεων:

1. 1.Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι θέσεις στις υπηρεσίες ή στους φορείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υποπαραγράφου Ζ.1.1., οι οποίες απαριθμούνται στη συνέχεια κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα:

Οι θέσεις της κατηγορίας ΔΕ των ειδικοτήτων Διοικη­τικού, Διοικητικού-Λογιστικού, Διοικητικού-Οικονομικού και Διοικητικών Γραμματέων των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι δεν έχουν προσληφθεί με διαγωνισμό ή με διαδικασία επιλογής σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμε­νικά κριτήρια υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής ή με ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας και εφόσον ο αριθμός των υπαλλήλων αυτών: αα) είναι ίσος ή μεγαλύτερος των δέκα (10) ανά υπηρεσία ή φορέα και ββ) ανέρχεται σε ποσοστό μικρότερο του 25% του συνολικού αριθμού των υπαλλήλων των ως άνω κλάδων και ειδικοτήτων ή το 10% του συνόλου του τακτικού προσωπικού που υπηρετούν στην οικεία υπηρεσία ή φορέα. Στο συνολικό αριθμό των υπαλλήλων της υπη­ρεσίας ή του φορέα που λαμβάνεται ως μέγεθος ανα­φοράς υπολογίζονται οι μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως εκπαιδευτικής βαθμί­δας. Από την εφαρμογή της διάταξης αυτής εξαιρού­νται οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης και φροντίδας, ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού, τα νοσοκομεία και η Γενική Γραμματεία Πολιτισμού του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού.

2. Οι υπάλληλοι των οποίων οι θέσεις καταργούνται τίθενται σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του παρόντος.

3. Εντός πέντε (5) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, οι Διευθύνσεις προσωπικού των υπηρεσιών ή φορέων που καταλαμβάνονται από τις υποπαραγράφους Ζ2 και Ζ3 αποστέλλουν στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κατά­λογο των ονομάτων των υπαλλήλων οι οποίοι:

α) τίθενται σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης της θέσης τους,

β) τίθενται σε αυτοδίκαιη αργία.

4. Εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, οι Διευθύνσεις προσωπικού των φορέων της περίπτωσης 1 αποστέλλουν στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης:

α. τον αριθμό των θέσεων που καταργούνται σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση του παρόντος, καθώς και αντίγραφα των ατομικών διοικητικών πράξεων θέ­σης σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων που, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, καταλαμβάνουν τις καταργούμενες οργανικές θέσεις,

β. τις πράξεις με τις οποίες τίθενται, μετά την έναρ­ξη ισχύος του παρόντος νόμου, σε αυτοδίκαιη αργία υπάλληλοι, κατ’ εφαρμογή της υποπαραγράφου Ζ.3 του νόμου αυτού.

5. Η μη αποστολή των στοιχείων των περιπτώσεων 3 και 4 εντός της ανωτέρω προθεσμίας αποτελεί σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο επιβάλλεται πει­θαρχική ποινή προστίμου, η οποία ισούται με το 1Α των αποδοχών των υπαλλήλων.

 

Ζ.5.– Περιορισμοί προσλήψεων στο Δημόσιο τομέα – Περιορισμός θέσεων μετακλητών υπαλλήλων – Διάρκεια ισχύος πινάκων ΑΣΕΠ:

1. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 3833/2010, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 37 του ν. 3986/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Από την 1η Ιανουαρίου 2011 και μέχρι την 31η Δε­κεμβρίου 2016, ο αριθμός των ετήσιων προσλήψεων και διορισμών του μόνιμου προσωπικού και του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3812/2009 δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος συνολικά από το λόγο ένα προς πέντε (μία πρόσληψη ανά πέντε αποχωρήσεις), στο σύνολο των φορέων».

2. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 37 του ν.3986/2011 τροποποιείται ως εξής:

«6. Οι εγκρίσεις πρόσληψης προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και συμ­βάσεων μίσθωσης έργου για το έτος 2011 περιορίζονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) σε σχέση με τις αντίστοιχες εγκρίσεις του έτους 2010 και κατά δέκα τοις εκατό (10%) επιπλέον το 2012. Για τα έτη 2013 και 2014 το ποσοστό προσδιορίζεται σε 20% σε σχέση με το προηγούμενο έτος και για τα έτη 2015 και 2016 σε 10% σε σχέση με το προηγούμενο έτος».

3. Οι θέσεις μετακλητών υπαλλήλων που έχουν συ- σταθεί έως σήμερα σε υπηρεσίες που καταλαμβάνονται από το π.δ. 63/2005, καθώς και στις αποκεντρωμένες διοικήσεις περιορίζονται κατά 20%. Ο περιορισμός αφο­ρά συνολικά το προσωπικό που καταλαμβάνεται από το π.δ. 63/2005 και εξειδικεύεται ανά υπηρεσία με απόφαση του Πρωθυπουργού.

4. Η παράγραφος 11 του άρθρου 17 του ν.2190/1994, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«11. Οι πίνακες επιτυχίας ισχύουν μόνο για την πλήρω­ση των θέσεων που προκηρύχθηκαν. Από τους πίνακες επιτυχίας και με τη σειρά που έχουν οι υποψήφιοι σε αυτούς, σε συνδυασμό πάντοτε και με τη δήλωση προ­τίμησής τους, καταρτίζονται οι πίνακες διοριστέων, που περιλαμβάνουν αριθμό διοριστέων ίσο με τον αριθμό των θέσεων που προκηρύχθηκαν. Οι πίνακες διοριστέων δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π.) και ισχύουν για τρία έτη. Απαγορεύεται ο διορισμός άλλου υποψηφίου από τον πίνακα επιτυχίας, πέραν του αριθμού των θέσεων που προκηρύχθηκαν και των θέσεων που κενούνται, όταν υποψήφιοι που διορίστηκαν παραιτήθηκαν εντός έτους από του διορισμού τους».

• Τρίτη, 13 Νοεμβρίου, 2012

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Η΄: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙ­ΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ

Η.1.–Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.):

1. Η περίπτωση ζ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Υποβάλλουν τις απαραίτητες αιτήσεις και συμπληρώ­νουν τα απαραίτητα έντυπα για τη χορήγηση αριθμού φορολογικού μητρώου».

2. Η περίπτωση δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μεριμνήσει για τη χορήγηση Α.Φ.Μ. στους εταίρους, όπου απαιτείται, καθώς και για την έκδοση των απαιτούμενων πιστοποιητικών φορολογικής ενημερότητας».

3. Η περίπτωση στ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μεριμνήσει, μέσω πρόσβασης στα οικεία ηλεκτρονι­κά αρχεία, για την έκδοση Α.Φ.Μ. της εταιρίας, για την αποστολή ανακοίνωσης για τη σύσταση της εταιρείας καθώς και για τα στοιχεία των εταίρων και διαχειρι­στών αυτής στους οικείους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης».

4. Η περίπτωση ζ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 3853/2010 ) αντικαθίσταται ως εξής:

«Υποβάλλουν τις απαραίτητες αιτήσεις και συμπληρώ­νουν τα απαραίτητα έντυπα για τη χορήγηση αριθμού φορολογικού μητρώου».

5. Η περίπτωση δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μεριμνήσει για τη χορήγηση Α.Φ.Μ. στους εταίρους, όπου απαιτείται, καθώς και για την έκδοση των απαιτούμενων πιστοποιητικών φορολογικής ενημερότητας».

6. Η περίπτωση ζ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μεριμνήσει, μέσω πρόσβασης στα οικεία ηλεκτρονικά αρχεία, για την έκδοση Α.Φ.Μ. της εταιρίας, καθώς και για την αποστολή ανακοίνωσης για τη σύσταση της εταιρείας και για τα στοιχεία των εταίρων, και διαχει­ριστών αυτής στους οικείους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης».

7. Η περίπτωση ζ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Υποβάλλουν τις απαραίτητες αιτήσεις και συμπληρώ­νουν τα απαραίτητα έντυπα για τη χορήγηση αριθμού φορολογικού μητρώου».

8. Η περίπτωση δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μεριμνήσει για τη χορήγηση Α.Φ.Μ. στους εταίρους, όπου απαιτείται, καθώς και για την έκδοση των απαιτούμενων πιστοποιητικών φορολογικής ενημερότητας».

9. Η περίπτωση ζ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μεριμνήσει, μέσω πρόσβασης στα οικεία ηλεκτρονικά αρχεία, για την έκδοση Α.Φ.Μ. της εταιρίας, καθώς και για την αποστολή ανακοίνωσης για τη σύσταση της εταιρείας, και για τα στοιχεία των εταίρων, και διαχει­ριστών αυτής στους οικείους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης».

10.    Το άρθρο 12 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Προτυποποιημένα καταστατικά»:

1. Για τη σύσταση των ομορρύθμων εταιριών, των ετερορρύθμων εταιριών (κάθε μορφής), των εταιριών περιορισμένης ευθύνης, των ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιρειών και των ανωνύμων εταιριών, δύναται να γίνει χρήση προτυποποιημένου καταστατικού, το οποίο συ­μπληρώνεται από τους ιδρυτές, αν πρόκειται για ομόρρυθμες εταιρίες, ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες και απλές ετερόρρυθμες εταιρίες ή από την Υπηρεσία Μιας Στάσης (συμβολαιογράφο), αν πρόκειται για εταιρία ετερόρρυθμη κατά μετοχές, εταιρία περιορισμένης ευ­θύνης, ανώνυμη εταιρία και την Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία, μόνο ως προς τα στοιχεία που διαφοροποιούν την εταιρεία από άλλες του ίδιου εταιρικού τύπου.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Αντα­γωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται το περιεχόμενο του προτυποποιημένου κατα­στατικού. Το προτυποποιημένο καταστατικό κατατίθε­ται στις Υπηρεσίες Μιας Στάσης της περίπτωσης αα’ της παρ. α΄ του άρθρου 2 εάν πρόκειται για ομόρρυθμες εταιρίες και ετερόρρυθμες εταιρίες. Αν πρόκειται για εταιρεία ετερόρρυθμη κατά μετοχές, εταιρία περιορι­σμένης ευθύνης, ανώνυμη εταιρία και ιδιωτική κεφαλαι­ουχική εταιρεία, το καταστατικό αυτό συντάσσεται από την Υπηρεσία Μιας Στάσης του άρθρου της περίπτωσης ββ’ της παρ. α του άρθρου 2. Οι Υπηρεσίες Μιας Στά­σης προβαίνουν στις ενέργειες που προβλέπονται στα άρθρα 5, 5 Α, 6, 7 του παρόντος προκειμένου να γίνει καταχώρισή του στο Γ.Ε.ΜΗ..

2. Το προτυποποιημένο καταστατικό εταιρίας:

α) Περιέχει τις απολύτως αναγκαίες σύμφωνα με τον παρόντα νόμο διατάξεις και κατά τα λοιπά παραπέμπει στις διατάξεις των οικείων νόμων.

β) Το προτυποποιημένο καταστατικό εταιρίας για κάθε τύπο εταιρίας θα είναι προσπελάσιμο από το δι­αδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ..

3. Στο μέτρο που ακολουθείται το προτυποποιημένο καταστατικό, τεκμαίρεται η νομιμότητα των διατάξεών του».

11.    Καταργείται η περίπτωση γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 197 του ν. 4072/2012 (Α’ 86).

12.    Καταργείται η περίπτωση δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 198 του ν. 4072/2012 και η περίπτωση ε’ αναριθμείται σε δ’ αντίστοιχα.

13.    Καταργείται το άρθρο 199 του άρθρου 4072/2012.

 

Η.2.– Εκμίσθωση επιβατηγών ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτων, μοτοσυκλετών και τετράκυκλων οχημάτων με οδηγό:

1. Επιτρέπεται στα τουριστικά γραφεία και στα γρα­φεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων, όπως ορίζονται στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 2 του ν.2160/1993 (Α’118), και σε εταιρείες και συνεταιρισμούς Επιβατηγών Δημόσιας Χρήσης αυτοκινήτων, που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 3109/2003 (Α’ 38) και το άρθρο 87 του ν. 4070/2012 (Α’ 82), η ολική εκμίσθωση με οδηγό μέσω προκρατήσεως με αντίστοιχη σύμβαση ελαχίστου διάρκειας δώδεκα (12) ωρών, Επιβατηγών Ιδιωτικής Χρήσης (ΕΙΧ) αυτοκινήτων απαγορευομένης της μεταφοράς επιβατών με κόμιστρο με τα αυτοκίνητα αυτά.

2. Οι οδηγοί επιβατηγών ιδιωτικής χρήσης που απα­σχολούνται σε επιχειρήσεις της περίπτωσης 1, πρέπει υποχρεωτικά:

α) Να μην έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για κα­κούργημα ή για κάποιο από τα πλημμελήματα της κλο­πής, υπεξαίρεσης, απάτης, εκβίασης, πλαστογραφίας, παραχάραξης, βαριάς σωματικής βλάβης, παράβασης των διατάξεων περί ναρκωτικών ή των διατάξεων που αναφέρονται στα ήθη.

β) Να είναι κάτοχοι άδειας οδήγησης αυτοκινήτου κα­τηγορίας Β’ σε ισχύ, για τουλάχιστον είκοσι τέσσερεις (24) μήνες πριν την έναρξη της απασχόλησής τους ως οδηγοί επιβατηγών ιδιωτικής χρήσης στις επιχειρήσεις της περίπτωσης 1.

γ) Να είναι υγιείς με βάση τις ιατρικές εξετάσεις που καθορίζονται σύμφωνα με το εδάφιο ζ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 95 του ν. 4070/2012 (Α’ 82).

Για την απόδειξη της συνδρομής των ανωτέρω προϋ­ποθέσεων, οι επιχειρήσεις της περίπτωσης 1 υποχρεούνται να τηρούν στο αρχείο τους και να επιδεικνύουν σε κάθε έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές: για τη συνδρομή του εδαφίου α’ πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης του οδηγού, για τη συνδρομή του εδαφίου β’ επικυρωμένο αντίγραφο της άδειας οδήγησης και για τη συνδρομή του εδαφίου γ’ ιατρικό πιστοποιητικό.

3. Τα επιβατηγά ιδιωτικής χρήσης οχήματα που εκμι­σθώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης 1, φέρουν τα εξής χαρακτηριστικά:

α) Είναι οχήματα άνω των 1.500 κ.εκ..

β) Εμπίπτουν στην κατηγορία εκπομπών EURO V ή μεταγενέστερη.

γ) Έχουν μέγιστο χρόνο κυκλοφορίας τα επτά (7) χρόνια από την ημερομηνία της πρώτης άδειας κυ­κλοφορίας τους, εφόσον αυτή δεν διαφέρει από την ημερομηνία κατασκευής τους πάνω από ένα χρόνο, και για τα ανοικτού τύπου τα εννέα (9) χρόνια από την κυκλοφορία τους.

4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Τουρισμού ορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις σύστα­σης και λειτουργίας των επιχειρήσεων της περίπτωσης 1 ως προς την άσκηση της δραστηριότητας αυτής, τα προσόντα των οδηγών, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

5. Επιτρέπεται η μεταφορά άνευ κομίστρου πελατών κύριων ξενοδοχειακών καταλυμάτων, όπως ορίζονται στην περίπτωση Α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 2160/1993 (Α’ 118) με επιβατηγά ιδιωτικής χρήσης οχή­ματα, είτε ιδιοκτησίας των καταλυμάτων, είτε κατόπιν χρηματοδοτικής μίσθωσης κατά τις κείμενες διατάξεις, από τα σημεία αφίξεως ή αναχωρήσεως μέχρι τις εγκα­ταστάσεις των καταλυμάτων αυτών και αντίστροφα. Επιτρέπεται στις εταιρείες και τους συνεταιρισμούς Επιβατηγών Δημόσιας Χρήσης αυτοκινήτων, που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 3109/2003 (Α’ 38) και το άρθρο 87 του ν. 4070/2012 (Α’ 82) να συνά­πτουν συμβάσεις με ολική ή μερική εκμίσθωση των ΕΔΧ αυτοκινήτων, με οδηγό, με κύρια ξενοδοχειακά καταλύ­ματα, με κόμιστρο που διαμορφώνεται με συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών για τη μεταφορά των πελατών των κύριων ξενοδοχειακών καταλυμάτων από τα ση­μεία αφίξεως ή αναχωρήσεως μέχρι τις εγκαταστάσεις των καταλυμάτων και αντίστροφα. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται διακριτικά γνω­ρίσματα και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που φέρουν τα ανωτέρω οχήματα, προκειμένου να πιστοποιείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της περίπτωσης, καθώς και άλλες σχετικές λεπτομέρειες για την εφαρμογή της περίπτωσης αυτής.

6. α) Για κάθε παράβαση των διατάξεων της περίπτω­σης 2 επιβάλλεται πρόστιμο ύψους τριακοσίων (300) ευρώ. Σε υποτροπή εντός τριετίας, επιβάλλεται πρόστι­μο ύψους εξακοσίων (600) ευρώ, σε δεύτερη υποτροπή επιβάλλεται πρόστιμο ύψους εννιακοσίων (900) ευρώ και σε κάθε επόμενη υποτροπή αφαιρείται το Ε.Σ.Λ. της επιχείρησης για χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών.

β) Για κάθε παράβαση των διατάξεων της περίπτω­σης 3 επιβάλλεται πρόστιμο ύψους χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Σε υποτροπή εντός τριετίας, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και σε δεύτερη υποτροπή αφαιρείται το Ε.Σ.Λ. της επιχείρησης για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών.

γ) Σε περίπτωση που σε διάστημα δύο (2) ετών έχει επιβληθεί δύο (2) φορές η κύρωση της αφαίρεσης του Ε.Σ.Λ., το Ε.Σ.Λ. αφαιρείται οριστικά. Με απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Τουρισμού δύνανται να τροποποιούνται τα ως άνω ποσά.

δ) Κατά των παραπάνω αποφάσεων επιτρέπεται προ­σφυγή ενώπιον της επιτροπής της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του ν. 3270/2004, όπως ισχύει.

ε) Σε περίπτωση όπου αυτοκίνητο μισθωμένο κατά τις διατάξεις της περίπτωσης 1 διενεργεί επιβατικές μεταφορές με κόμιστρο, επιβάλλονται στο νόμιμο εκ­πρόσωπο της επιχείρησης και στον οδηγό οι ποινές της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του ν. 1903/1990 (Α’ 167). Επιπλέον, ανακαλείται η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος για δύο (2) χρόνια. Για τις παραβάσεις της παρούσας περίπτωσης εφαρμόζεται η συνοπτική διαδι­κασία των άρθρων 417 και επόμενα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

 

Η.3. Διάθεση παρασκευασμάτων πρώτης βρεφικής ηλικίας:

1. Η διάθεση των παρασκευασμάτων για βρέφη, όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 1 της Υ1/Γ.Π. 47815/2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β’ 1478), γίνεται από τα φαρμακεία και τα καταστήματα λιανικής πώλησης τροφίμων, ειδών παντοπωλείου και ειδών μαζικής κατανάλωσης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Υγείας δύναται να ρυθμί­ζεται ο τρόπος διάθεσης στον τελικό καταναλωτή των ανωτέρω παρασκευασμάτων στα σημεία του προηγού­μενου εδαφίου.

2. Η παρ. 2 του άρθρου 2 της Υ1/Γ.Π. 47815/2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καταργείται.

 

Η.4.– Άρση περιορισμών στη διάθεση προϊόντων καπνού:

Στο άρθρο 2 του ν. 3730/2008 (Α’ 262) προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:

«Ειδικά στις υπεραγορές τροφίμων η τοποθέτηση προϊόντων καπνού είναι επιτρεπτή σε κλειστές προ­θήκες ευρισκόμενες εντός του καταστήματος μετά το χώρο των ταμείων, στις οποίες παρέχεται πρόσβαση με τη μεσολάβηση προσωπικού του καταστήματος, τηρουμένων των διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας».

 

Η.5.– Τροποποιήσεις στο π.δ. 340/1998 «περί επαγγέλματος Λογιστή – Φοροτεχνικού – Αδείας ασκήσεως»:

 1. Όπου στο κείμενο ή στον τίτλο του π.δ. 340/1989 (Α’ 228) αναφέρονται οι φράσεις «άδεια ασκήσεως», «ειδική άδεια ασκήσεως επαγγέλματος», «άδεια» ή «άδεια ασκή­σεως επαγγέλματος» αντικαθίστανται από τη φράση «επαγγελματική ταυτότητα».

2. Το άρθρο 4 του π.δ. 340/1989 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 4.-Χορήγηση επαγγελματικής

ταυτότητας λογιστή - φοροτεχνικού

1. Για την άσκηση του επαγγέλματος του λογιστή, φοροτεχνικού και τη χορήγηση της σχετικής επαγγελ­ματικής ταυτότητας υποβάλλεται στην Κεντρική Δι­οίκηση του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας (ΟΕΕ) ή ανάλογα με τον τόπο της επαγγελματικής του εγκατάστασης στην αρμόδια Τοπική Διοίκηση Περιφε­ρειακού Τμήματος του ΟΕΕ αναγγελία έναρξης άσκησης επαγγέλματος.

2. Στην αναγγελία έναρξης άσκησης επαγγέλματος λογιστή - φοροτεχνικού αναφέρονται τα στοιχεία ταυ­τότητας, μόνιμης κατοικίας, επαγγελματικής απασχόλη­σης και οι τίτλοι σπουδών του ενδιαφερομένου.

3. Η αναγγελία έναρξης άσκησης επαγγέλματος λο­γιστή - φοροτεχνικού συνοδεύεται υποχρεωτικά από αντίγραφα των πτυχίων, των τίτλων σπουδών ημεδαπής ή αποφάσεων ΣΑΕΠ περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων, έγγραφο έναρξης δραστηριότητας από την αρμόδια αρχή, αντίγραφο ποινικού μητρώου γενικής χρήσης, το οποίο αναζητείται υπηρεσιακά, καθώς και των απαιτουμένων εγγράφων για την απόδειξη της άσκησης επαγγέλματος από τον ενδιαφερόμενο, όπως ορίζεται στο άρθρο 15.

4. Στην περίπτωση αίτησης για τη χορήγηση επαγ­γελματικής ταυτότητας ανώτερης τάξης υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο, εκτός από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά άσκησης του επαγγέλματος του λογιστή - φοροτεχνικού και αντίγραφο του προβλεπόμενου από την περίπτωση στ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997, πιστοποιητικού παρακολούθησης επιμορ­φωτικών σεμιναρίων και αξιολόγησης του υποψηφίου.

5. Η επαγγελματική ταυτότητα λογιστή - φοροτεχνι­κού χορηγείται με απόφαση της Κεντρικής Διοίκησης ή της αρμόδιας Τοπικής Διοίκησης Περιφερειακού Τμήμα­τος του Ο.Ε.Ε. εάν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.

6. Η απόφαση της Κεντρικής Διοίκησης ή της αρμόδιας Τοπικής Διοίκησης Περιφερειακού Τμήματος του ΟΕΕ για τη χορήγηση της επαγγελματικής ταυτότητας ή για την απαγόρευση της άσκησης του επαγγέλματος του λογιστή φοροτεχνικού εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της αναγγελίας και της πλήρους υποβολής των προβλεπομένων νομίμων δικαιολογητικών. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της αναγγελίας και της πλήρους υποβολής των προβλεπομένων νομίμων δικαιολογητικών, η ταυτότητα εκδίδεται αυτόματα. Σε περίπτωση απαγόρευσης της άσκησης του επαγγέλματος λογι­στή - φοροτεχνικού, το Ο.Ε.Ε. ενημερώνει εγγράφως τον ενδιαφερόμενο, γνωστοποιώντας τους λόγους της απαγόρευσης. Το Ο.Ε.Ε. μπορεί οποτεδήποτε, ακόμη και μετά την παρέλευση τριμήνου από την αναγγελία, να απαγορεύσει την άσκηση του επαγγέλματος και να προβεί στην αφαίρεση της επαγγελματικής ταυτό­τητας, αν διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος του λογιστή - φοροτεχνικού.

7. Ο λογιστής - φοροτεχνικός υποχρεούται να υποβά­λει στο Ο.Ε.Ε., εντός του πρώτου διμήνου κάθε έτους, υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, στην οποία θα δηλώνει ότι ασκεί το επάγγελμα του λογιστή - φοροτεχνικού, ότι δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 14 του π.δ. 340/1998, ότι δεν έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παρά­πτωμα σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας λογιστών - φοροτεχνικών και ότι έχει παρακολουθήσει όλη την αναγκαία εκπαίδευση που αντιστοιχεί στο επίπεδο της επαγγελματικής του κατάταξης, η οποία παρέχεται από το Ο.Ε.Ε.. Αν ο λογιστής - φοροτεχνικός δεν καταθέσει την υπεύθυνη δήλωση εντός του πρώτου διμήνου, δεν εντάσσεται στο Μητρώο λογιστών - φοροτεχνικών του Ο.Ε.Ε. του άρθρου 11. Η πρόσβαση στο συγκεκριμένο αρχείο θα αποκαθίσταται με την κατάθεση της υπεύ­θυνης δήλωσης. Το Ο.Ε.Ε. ελέγχει το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης, ενημερώνει αυτόματα το Μητρώο Λογιστών - Φοροτεχνικών και εκδίδει ειδική πράξη σε όσους αυτοδίκαια έχουν εκπέσει λόγω της μη τήρησης της προβλεπόμενης διαδικασίας.

8. Επαγγελματική ταυτότητα λογιστή - φοροτεχνικού δεν χορηγείται σε όσους έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για αδικήματα που αναφέρονται στην παρ. 1. του άρθρου 14.

9. Η επαγγελματική ταυτότητα χορηγείται μόνο σε φυσικά πρόσωπα.

10.    Για την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας και την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης απαιτείται η κατα­βολή δικαιωμάτων υπέρ του Ο.Ε.Ε, το ύψος των οποίων καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Οικονομικών. Η ιδιότητα του μέλους του Ο.Ε.Ε. δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του λογιστή - φοροτεχνικού μετά την 1.1.2015».

3. Το άρθρο 10 του π.δ. 340/1998 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 10.- Νομικά πρόσωπα παροχής λογιστικών

 και φοροτεχνικών υπηρεσιών - Αντιπρόσωποι

1. Για τη λειτουργία νομικών προσώπων παροχής λο­γιστικών και φοροτεχνικών υπηρεσιών απαιτείται βεβαί­ωση αναγγελίας έναρξης λογιστικών και φοροτεχνικών εργασιών, η οποία χορηγείται από το Ο.Ε.Ε..

2. Για τη χορήγηση της βεβαίωσης αναγγελίας της παραγράφου 1 υποβάλλεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου αναγγελία έναρξης λειτουργί­ας επιχείρησης παροχής λογιστικών και φοροτεχνι­κών υπηρεσιών, η οποία συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα των εγγράφων ή πιστοποιητικών, από τα οποία προκύπτουν η νόμιμη σύσταση, λειτουργία και εκπροσώπηση του νομικού προσώπου.

3. Φυσικά πρόσωπα που συνδέονται με οποιαδήποτε σχέση με τα παραπάνω νομικά πρόσωπα και είναι εξουσιοδοτημένα να υπογράφουν για λογαριασμό αυ­τών πράξεις που ανάγονται στο αντικείμενο εργασιών του λογιστή φοροτεχνικού απαιτείται να είναι κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή - φοροτεχνικού.»

4. Το άρθρο 11 του π.δ. 340/1998 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 11.- Μητρώο Λογιστών - Φοροτεχνικών και Νομικών Προσώπων Παροχής Λογιστικών και Φοροτεχνικών Υπηρεσιών

1. Στο Ο.Ε.Ε. τηρείται μητρώο φυσικών προσώπων κατόχων επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή - φο­ροτεχνικού κατά τάξεις, το οποίο ενημερώνεται κάθε έτος μετά την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης της παραγράφου 7 του άρθρου 4, καθώς και μητρώο των νομικών προσώπων παροχής λογιστικών και φοροτεχνι­κών υπηρεσιών, με μνεία του αριθμού βεβαίωσης που τους έχει χορηγηθεί και των στοιχείων του άρθρου 10.

2. Τα Μητρώα Λογιστών - Φοροτεχνικών και Νομι­κών Προσώπων Παροχής Λογιστικών και Φοροτεχνικών Υπηρεσιών του Ο.Ε.Ε. διασυνδέονται με τα αρχεία των λογιστών που μπορούν να υποβάλουν ηλεκτρονικά δη­λώσεις στα συστήματα του Υπουργείου Οικονομικών».

5. Στην περίπτωση α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του π.δ. 340/1998 μετά τη λέξη πλαστογραφία προστί­θενται οι λέξεις «υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, χρήση υφαρπαχθείσης ψευδούς βεβαίωσης».

6. Το άρθρο 16 του π.δ. 340/1998 καταργείται μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από τη δημοσίευση του παρόντος. Οι άδειες ασκήσεως επαγγέλματος λογιστή - φοροτεχνικού εκδοθείσες που εκδόθηκαν με το άρθρο 16 π.δ. 340/1998 εξακολουθούν να ισχύουν.

 

Η.6.– Συμπλήρωση διατάξεων των Νόμων 1906/1990, 3614/2007 και 4070/2012:

1. α. H υποπαράγραφος α’ της παραγράφου 4 του άρ­θρου 10 του ν. 1906/1990 (Α’ 157) αντικαθίσταται ως εξής:

«α. Οι υφιστάμενες διεθνείς τακτικές λεωφορειακές γραμμές μεταξύ Ελλάδας και χωρών που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατηρούνται έως τις 30.6.2013.    Ειδικά οι διεθνείς τακτικές λεωφορειακές γραμμές μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας διατηρούνται έως τις 31.12.2012».

β. Οι άδειες που έχουν εκδοθεί ή τροποποιηθεί μετά τη θέση σε ισχύ της παραγράφου 15 του άρθρου 185 του ν. 4070/2012 (Α’ 82) για τις διεθνείς τακτικές λεωφορειακές γραμμές μεταξύ Ελλάδας και χωρών που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατηρούνται σε ισχύ μέχρι τις 30.6.2013. Ειδικά οι άδειες για διεθνείς λεωφορειακές γραμμές μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας διατηρούνται έως τις 31.12.2012.

γ. Οι διατάξεις των ανωτέρω υποπεριπτώσεων α’ και β’ ισχύουν αναδρομικά από 10.10.2012.

2. α. Το εδάφιο β’ της παραγράφου 10 του άρθρου 25 του ν. 3614/2007 (Α’ 267), που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 242 του ν. 4072/2012, αντικαθίσταται ως εξής:

«β. Στις συγχρηματοδοτούμενες συμβάσεις δημοσίων έργων που έχουν προκηρυχθεί χωρίς πρόβλεψη χορή­γησης προκαταβολής στη διακήρυξη ή με πρόβλεψη προκαταβολής μικρότερης του δέκα τοις εκατό (10%), δύναται να χορηγείται στον ανάδοχο προκαταβολή, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 51 του ν. 3669/2008, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του ολικού ποσού της σύμβασης (χωρίς αναθεωρήσεις και ΦΠΑ), έναντι ισόποσης εγγυητικής επιστολής».

β. Στο τέλος της παραγράφου 10 του άρθρου 25 του ν. 3614/2007 προστίθεται εδάφιο γ’ ως ακολούθως:

«γ. Τα ανωτέρω εδάφια α’ και β’ αφορούν και τα συγχρηματοδοτούμενα έργα που ανατίθενται από τους ΟΤΑ α’ βαθμού και τα νομικά τους πρόσωπα και κατι­σχύουν κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης για τους φορείς αυτούς».

3. Το άρθρο 141 του ν. 4070/2012 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 141.- Οι βεβαιώσεις εγγραφής των εγγεγραμμένων επι­χειρήσεων στις τάξεις 3η έως και 7η του Μητρώου Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ.) της Γενικής Γραμ­ματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δι­κτύων, οι οποίες έχουν ημερομηνία λήξης από 1.7.2012 έως 30.6.2013 ή έχουν πάρει παράταση, σύμφωνα με το άρθρο 141 του ν. 4070/2012 έως τις 31.12.2012, παρατείνονται μέχρι 30.6.2013, εφόσον οι επιχειρήσεις υποβάλλουν σχετικό αίτημα έως και εξήντα (60) ημέρες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ή έχουν υποβάλει στην Υπηρεσία τήρησης του Μ.Ε.ΕΠ. αίτηση αναθεώρησης. Η υπηρεσία τήρησης του Μ.Ε.ΕΠ. θέτει σημείωση επί της βεβαίωσης εγγραφής της εταιρείας για τη χορηγηθεί- σα παράταση. Βεβαιώσεις εγγραφής χωρίς τη σχετική σημείωση λήγουν κατά τις ισχύουσες διατάξεις».

4. Οι εισφορές που από την ισχύουσα νομοθεσία υπολογίζονταν σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί της συνομολογούμενης ή της νομίμου αμοιβής των μη­χανικών δεν εισπράττονται εφεξής υπέρ του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (Τ.Ε.Ε.). Επίσης, ποσοστό δύο επί τοις χιλίοις (2%ο) εκ των καταβαλλόμενων ποσών στους αναδόχους για την εκτέλεση δημοσίων έργων, όπως προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία παύει να αποτελεί πόρο του Τ.Ε.Ε.. Κάθε άλλη αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη παύει να ισχύει.

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Θ΄: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

Θ.1.– Θέματα Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων:

1. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 7 του π.δ. 432/1981 (Α’ 118) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Η Επιτροπή Ερευνών μετά από έγκριση της Συγκλή­του του Πανεπιστημίου ή της Συνέλευσης του Τ.Ε.Ι. δύναται να αποδίδει στον προϋπολογισμό του αντίστοιχου Α.Ε.Ι. ποσοστό έως σαράντα τοις εκατό (40%) του αδιά­θετου αποθεματικού για την κάλυψη των λειτουργικών του αναγκών.»

2. α.   Η παράγραφος 2 του άρθρου μόνου του ν.δ. 3883/1958 (Α’ 181) «Περί μειώσεως της προσθέτου φορο­λογίας του άρθρου 8 του Α.Ν. 788/1948 και επεκτάσεως ταύτης επί πάντων των εκ του εξωτερικού εισαγομένων εις την χώραν εμπορευμάτων», αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Τα εκ της κατά την παράγραφο 1 έσοδα φορολο­γίας αποδίδονται στον Κρατικό Προϋπολογισμό».

β. Η ισχύς της παρ. 2 του άρθρου μόνου του ν.δ. 3883/1958, όπως αντικαταστάθηκε με την προηγούμενη υποπερίπτωση, αρχίζει από την 1η Ιουλίου 2012.

 

Θ.2.– Προκήρυξη διαγωνισμού για τους εκπαιδευτικούς, Μεταθέσεις εκπαιδευτικών και Επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών:

1. α. Η παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3848/2010 ( Α’ 71) με τίτλο «Αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού - καθι­έρωση κανόνων αξιολόγησης και αξιοκρατίας στην εκ­παίδευση και λοιπές διατάξεις», τροποποιείται ως εξής:

«1. Το Α.Σ.Ε.Π. προκηρύσσει και διενεργεί κάθε τρία (3) έτη διαγωνισμό για την κατάρτιση πίνακα κατάταξης εκπαιδευτικών κατά κλάδο και ειδικότητα με σκοπό το διορισμό ή την πρόσληψή τους στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ύστερα από αίτημα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, το οποίο διαμορφώνεται ανάλογα με τις εκπαιδευτικές ανάγκες».

β. Το στοιχείο δ’ της παραγράφου 10 και η παρ. 14 του άρθρου 9 του ν. 3848/2010 καταργούνται.

2. Το στοιχείο α’ της παρ. 1 του Κεφαλαίου β’ του άρθρου 16 του ν. 1566/1985 αντικαθίσταται ως εξής:

«(α) Για το συμφέρον της εθνικής οικονομίας και την ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος και με δαπάνη του Δημοσίου από Διεύθυνση σε Διεύθυνση Εκπαίδευ­σης, από σχολείο σε σχολείο σε όλη την επικράτεια ανε­ξαρτήτως βαθμίδας εκπαίδευσης και οργανικής θέσης με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού σε περιπτώσεις υπεραριθ- μίας. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, ορίζονται η διαδικασία και τα κριτήρια, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα έτη προϋπηρεσίας, η οικογενειακή κατάσταση και άλλα, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη δι­ενέργεια των μεταθέσεων».

3. Διατηρείται η εγγραφή σε επετηρίδα ιδιωτικών εκ­παιδευτικών για τα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτερο­βάθμιας εκπαίδευσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 682/1977 (Α’ 244).

 

Θ.3. Άδεια ιδιωτικού Σχολείου πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου δια βίου μάθησης επιπέδου ΕΝΑ και Κέντρου δια βίου μάθησης επιπέδου ΔΥΟ:

1. Άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτε­ροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου και Ιδιωτικού Ινστι­τούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), χορηγεί­ται σε φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα και ενώσεις προσώπων, με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2. α) Άδεια Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο, Φροντι­στηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών χορηγείται σε φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με από­φαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Οργα­νισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.), η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

β) Το πρώτο εδάφιο του στοιχείου 1 της παραγράφου 6    του άρθρου 10 του ν. 3879/2010 (Α’ 163), αντικαθίσταται ως εξής:

«Φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώ­πων και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) παρέχουν υπηρεσίες μη τυπικής εκπαίδευσης και κα­τάρτισης ως Κέντρα Δια Βίου Μάθησης.»

γ) Τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης διακρίνονται σε Κέ­ντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο, του επιπέδου εξαρτώμενου από την κτηριολογική υποδομή.

3. Οι ανωτέρω άδειες χορηγούνται εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και η λειτουργία των μονάδων εκπαίδευσης και κατάρτισης αρχίζει το επόμενο σχολικό έτος.

4. Σε φυσικό πρόσωπο χορηγείται άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευ­σης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέ­δου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

(α) έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του,

(β) έχει μόνιμη εγκατάσταση σε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

(γ) δεν έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. και κληρικού,

(δ) είναι ασφαλιστικά και φορολογικά ενήμερο,

(ε) δεν έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και δεν έχει καταθέσει αίτηση για κήρυξή του σε κατάσταση πτώχευσης,

(στ) δεν έχει καταδικαστεί ή παραπεμφθεί με τελε­σίδικο βούλευμα σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 9 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α’ 26), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει,

(ζ) δεν έχει απολυθεί από θέση δημόσιου υπαλλήλου ή ιδιωτικού εκπαιδευτικού ή διδάσκοντος στα φροντιστή­ρια ή κέντρα ξένων γλωσσών, για λόγους πειθαρχικούς ή για ανεπάρκεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του και

(η) δεν του έχει επιβληθεί η διοικητική κύρωση της ανάκλησης της άδειας ίδρυσης ή της άδειας λειτουρ­γίας για ίδιο ή άλλο ιδιωτικό φορέα εκπαίδευσης και κατάρτισης την τελευταία δεκαετία.

5. Σε νομικό πρόσωπο και Ν.Π.Δ.Δ. χορηγείται άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθ­μιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθη­σης Επιπέδου Δύο, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

(α) η καταστατική έδρα του βρίσκεται σε χώρα κρά­τος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

(β) ο σκοπός του, σύμφωνα με το καταστατικό του, αφορά και στην παροχή υπηρεσιών εκπαίδευσης και κατάρτισης,

(γ) οι μέτοχοι ή εταίροι του δεν έχουν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. και κληρικού,

(δ) είναι ασφαλιστικά και φορολογικά ενήμερο,

(ε) δεν έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και δεν έχει καταθέσει αίτηση για κήρυξή του σε κατάσταση πτώχευσης,

(στ) δεν του έχει επιβληθεί η διοικητική κύρωση της ανάκλησης της άδειας ίδρυσης ή της άδειας λειτουρ­γίας για ίδιο ή άλλο ιδιωτικό φορέα εκπαίδευσης και κατάρτισης την τελευταία δεκαετία και

(ζ) ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου πρέ­πει να πληροί τις προϋποθέσεις των στοιχείων γ’, δ’, ε’, στ’, ζ’ και η’ της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.

6. Άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευ­τεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστι­τούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών χορηγείται σε ενώσεις προσώπων, εφό- σον για τα φυσικά πρόσωπα συντρέχουν οι προϋποθέ­σεις της παραγράφου 4 και για τα νομικά πρόσωπα οι προϋποθέσεις της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου.

7. Η ένωση προσώπων ορίζει υπεύθυνο κατά νόμο στο πρόσωπο του οποίου πρέπει να συντρέχουν οι προϋπο­θέσεις των στοιχείων α’, β’, γ’, δ’, ε’, στ’, ζ’ και η’ της περίπτωσης 4 της παρούσας υποπαραγράφου.

8. Για την κτιριολογική υποδομή των ιδιωτικών σχο­λείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, των Κολλεγίων, των ιδιωτικών Ινστιτούτων Επαγγελμα­τικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), των Κέντρων Δια Βίου Μάθη­σης Επιπέδου Δύο ανά κτιριολογική μονάδα (αυτοτελές κτίριο ή όροφος σε πολυώροφο κτίριο), απαιτείται:

α) το κτίριο να έχει ισχύουσα πολεοδομική άδεια χρή­σης εκπαιδευτηρίου, β) επαρκής και ομοιόμορφος τεχνητός φωτισμός και εξαερισμός στις περιπτώσεις υπόγειων χώρων που χρη­σιμοποιούνται για βοηθητικοί χώροι, καθώς και χώροι εργαστηρίων και βιβλιοθηκών, γ) ελάχιστο εμβαδόν αίθουσας διδασκαλίας δεκαπέ­ντε (15) τετραγωνικά μέτρα και ενάμιση (1,5) τετραγωνικό μέτρο ανά εκπαιδευόμενο στις αίθουσες διδασκαλίας, δ) δύο (2) τετραγωνικά μέτρα ανά εκπαιδευόμενο στους αύλειους χώρους. Στον αύλειο χώρο συνυπολο­γίζονται τα υπόστεγα και οι ανοιχτοί διάδρομοι, αλλά όχι τα δώματα, ε) πυροπροστασία για χρήση εκπαιδευτηρίου σύμφω­να με τις ισχύουσες διατάξεις, στ) δυνατότητα πρόσβασης σε Άτομα με Ειδικές Ανά­γκες σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, τουλάχιστον σε μία κτιριολογική μονάδα (κτήριο ή όροφο) κα ζ) στα Νηπιαγωγεία που έχουν δυναμικότητα έως εξήντα (60) νήπια δεν έχει εφαρμογή το στοιχείο α’ και το στοιχείο δ’ της παρούσης. Το κτίριο στο οποίο στεγάζονται πρέπει να διαθέτει ισχύουσα οικοδομική άδεια και την πυροπροστασία όπως αυτή ρυθμίζεται από τις σχετικές διατάξεις.

Στην παρούσα ρύθμιση εντάσσονται και τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα, τα Φροντιστήρια και τα Κέντρα Ξένων Γλωσσών τα οποία δεν υπάγονται στην περίπτωση 10 της παρούσας υποπαραγράφου.

9. Κατά παρέκκλιση του στοιχείου α’ της προηγού­μενης περίπτωσης 8, αυτοτελή κτίρια που διαθέτουν ισχύουσα οικοδομική άδεια για άλλη χρήση, δεν χρη­σιμοποιούνται ως αίθουσες διδασκαλίας ή εργαστήρια.

10.    Για την κτιριολογική υποδομή του Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα, των Φροντιστηρίων και των Κέντρων Ξένων Γλωσσών απαιτείται ανά κτιριολογική μονάδα (αυτοτελές κτήριο ή όροφος σε πολυώροφο κτήριο):

α) ισχύουσα οικοδομική άδεια, β) πιστοποιητικό πυροπροστασίας σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, γ) ο συνολικός αριθμός εκπαιδευομένων ανά ώρα να μην υπερβαίνει την αναλογία ενός ατόμου ανά τρία (3) τετραγωνικά μέτρα στο συνολικό εμβαδόν του φορέα και τον αριθμό των εβδομήντα πέντε (75) εκπαιδευό­μενων,

δ) ενάμισι (1,5) τετραγωνικό μέτρο ανά εκπαιδευόμενο στις αίθουσες διδασκαλίας, ε) επαρκής και άμεσος φυσικός φωτισμός και αερι­σμός, στ) ένα (1) WC ανά τριάντα (30) εκπαιδευόμενους, ζ) ελάχιστο εμβαδό αίθουσας διδασκαλίας δώδεκα (12) τετραγωνικά μέτρα και η) βεβαίωση δύο μηχανικών περί της στατικής επάρ­κειας του κτηρίου ως προς το μέγιστο προβλεπόμενο πληθυσμό».

11.    Η άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέ­ντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών τροποποιείται μετά από αίτηση, σύμφωνα με τη διαδικασία που απαιτείται για τη χορήγηση αυτής.

Αιτήσεις για τροποποίηση της άδειας υποβάλλονται άπαξ ετησίως έως την 30ή Απριλίου εκάστου έτους για το επόμενο διδακτικό έτος.

12.    Οι ανωτέρω φορείς εκπαίδευσης υποχρεούνται, επί ποινή ανάκλησης αυτής της άδειας, να ενημερώνουν εγγράφως την αρχή που χορηγεί την άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευ­σης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέ­δου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, για κάθε μεταβολή των προϋποθέσεων χορήγησής της ή συνδρομής ασυμβίβαστων ιδιοτήτων.

13.    Για τη χορήγηση της άδειας ιδιωτικού σχολεί­ου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κα­τάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), ο Εθνικός Οργανισμός Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.) διατυπώνει γνώμη προς τον Υπουργό Παι­δείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του ισχύοντος Οικοδομικού Κανονισμού. Εφόσον διαπιστωθούν κτιριολογικές διαφοροποιήσεις, ο Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π. τις γνω­στοποιεί στον ιδιοκτήτη, ο οποίος εντός τριάντα (30) ημερών οφείλει να συμμορφωθεί. Για τη διατύπωση γνώμης κατατίθεται χρηματικό ποσό υπέρ του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελ­ματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.), το ύψος του οποίου καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Παιδεί­ας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών της παραγράφου 18 του παρόντος.

14.    α. Οι άδειες των περιπτώσεων 1 και 2 επικαιροποιούνται ετησίως με τη διαδικασία της αναγγελίας του δεύτερου και τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3919/2011 (Α’ 32), με την προσκόμιση των κάτωθι:

i) Δήλωση του ν. 1599/1986 (Α’ 75) περί μη μεταβολής των προϋποθέσεων χορήγησης της άδειας των παρα­γράφων 4, 5 και 6 και των κτιριολογικών προδιαγραφών των παραγράφων 8, 9 και 10 του παρόντος. Εφόσον έχουν επέλθει μεταβολές στις προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας με την αναγγελία κατατίθεται όλη η σχετική τεκμηρίωση.

ii)    Φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, όπου αυτή απαιτείται για την έκδοση της άδειας.

iii)   Πιστοποιητικό περί μη πτώχευσης ή περί μη υπο­βολής αίτησης για κήρυξη σε κατάσταση πτώχευσης, όπου αυτή απαιτείται για την έκδοση της άδειας.

β. Η αναγγελία υποβάλλεται έως την 31η Μαΐου εκάστου έτους.

15.    Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρη­σκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, καθορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη χορήγηση, την τροποποίηση και την επικαιροποίηση άδειας ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευ­σης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέ­δου Ένα, Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών σε φυσικά, νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων και Ν.Π.Δ.Δ. και ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα.

16.    Κατά την υποβολή της αίτησης για τη χορήγηση της άδειας Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγ­γελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μά­θησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών υποβάλλονται και τα προγράμματα σπου­δών προς έγκριση. Η διαδικασία της εγκρίσεως των προγραμμάτων σπουδών καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού.

17.    Αναπόσπαστο στοιχείο όλων των ανωτέρω αδειών αποτελεί και ο διακριτικός τίτλος.

18.    Για τη χορήγηση άδειας σε φυσικά, νομικά πρόσω­πα, ενώσεις προσώπων και Ν.Π.Δ.Δ. την τροποποίηση και την επικαιροποίηση αυτής απαιτείται παράβολο –ή χρηματικό ποσό για τους φορείς που αδειοδοτούνται από τον Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π–. το ποσό του οποίου καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμά­των, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

Θ.4.– Ανάκληση αδείας:

 1. Η άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευ­τεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστι­τούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, ανακαλείται με απόφαση της αρχής που εκδίδει την άδεια στις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) αν έπαυσαν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορή­γησής της ή συντρέξουν οι ασυμβίβαστες ιδιότητες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου,

(β) εάν συντρέξει παραβίαση των όρων της χορηγηθείσας άδειας ή παράβαση των διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία των εκπαιδευτικών φορέων των περιπτώ­σεων 1 και 2 του παρόντος, ακόμα και αν πρόκειται για αβλεψία ή παράλειψη κατά τη διαδικασία του ελέγχου για τη χορήγηση της άδειας,

(γ) με αίτηση του κατόχου της άδειας. Στην περίπτωση αυτή η άδεια ανακαλείται μετά το πέρας του διδακτι­κού έτους ή του εξαμήνου εκπαίδευσης ή κατάρτισης, ανάλογα με τη διάρθρωση του προγράμματος σπουδών του φορέα.

2. Χορηγηθείσα άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθ­μιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιω­τικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, ανακαλείται αυτοδικαίως εφόσον ο εκπαιδευτικός φορέας δεν λειτουργήσει εντός δύο (2) ημερολογιακών ετών.

3. Στο φυσικό πρόσωπο, νομικό πρόσωπο, ένωση προ­σώπων ή Ν.Π.Δ.Δ. η άδεια των οποίων ανακαλείται ως διοικητική κύρωση, δεν χορηγείται εκ νέου άδεια για φορέα εκπαίδευσης των περιπτώσεων 1 και 2 της υποπαραγράφου Θ.1. της παρούσας παραγράφου ή άλλης μορφής για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών.

 

Θ.5.– Μεταβίβαση αδειών ιδιωτικού Σχολείου πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΙΕΚ), Κέντρου δια βίου μάθησης επιπέδου ΕΝΑ και Κέντρου δια βίου μάθησης επιπέδου ΔΥΟ:

1. Επιτρέπεται η μεταβίβαση της άδειας ιδιωτικού σχο­λείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσ­σών, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο εφόσον –τόσο το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο, η ένωση προσώπων ή το Ν.Π.Δ.Δ. που μεταβιβάζει την άδεια, όσο και το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η ένωση προσώπων ή το Ν.Π.Δ.Δ. όπου μεταβιβάζεται η άδεια– έχει τις κατά νόμο προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας.

2. Η μεταβίβαση εγκρίνεται από το αρμόδιο για τη χο­ρήγηση της άδειας όργανο. Για την έγκριση της μεταβί­βασης απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης, συνοδευόμενη από τη σύμβαση μεταβίβασης, και τον τελευταίο ισολογισμό του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος την άδεια, καθώς και κάθε άλλο απαραίτητο έγγραφο που αποδεικνύει την πλήρωση, των προϋποθέσεων της περίπτωσης 1 της παρούσας υποπαραγράφου.

3. Κατά τη διαδικασία μεταβίβασης διατυπώνεται γνώ­μη από τον Εθνικό Οργανισμό Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.), όπου απαιτείται, της περίπτωσης 13 της υποπαραγράφου Θ.5. της παρούσας παραγράφου.

4. Η ως άνω αίτηση για έγκριση μεταβίβασης, συνοδεύ­εται από παράβολο ή χρηματικό ποσό για τους φορείς που αδειοδοτούνται από τον Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π., το ποσό του οποίου καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Παι­δείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών.

5. Απαγορεύεται ρητά η εκμίσθωση των αδειών των περιπτώσεων 1 και 2 της υποπαραγράφου Θ.15 της πα­ρούσας παραγράφου από τον ιδιοκτήτη ή τους κληρο­νόμους αυτού.

6. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευ­μάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, καθορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτούνται να συνυποβάλονται για τη μεταβίβαση και ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα.

 

Θ.6.– Συστέγαση μονάδων εκπαίδευσης και κατάρτισης:

1. Η συστέγαση, καθώς και η από κοινού προβολή, αναγγελία, γνωστοποίηση, διαφήμιση ή επιγραφή των μονάδων εκπαίδευσης και κατάρτισης που αδειοδοτούνται σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν επιτρέπεται εάν προκαλείται σύγχυση ή κίνδυνος σύγχυσης ή παραπλάνηση των καταναλωτών σχετικά με τον πάροχο των επί μέρους εκπαιδευτικών υπηρεσιών και το είδος, το επίπεδο και τον απονεμόμενο τίτλο των παρεχόμενων σπουδών.

2. Οι κτηριακές εγκαταστάσεις και το σύνολο των λοι­πών υποδομών των ιδιωτικών σχολείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, των Κολλεγίων, των Κέντρων Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου ‘Ένα, των Κέντρων Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και των Ιδιωτικών Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), δύναται να χρησιμοποιούνται σε χρόνους εκτός διδακτικού ωραρίου για την παροχή άλλων υπηρεσιών εκπαίδευσης και κατάρτισης.

 

Θ.7. Κολλέγια:

1. Η παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3696/2008 (Α’177), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010 (Α’71), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Τα κολλέγια είναι πάροχοι υπηρεσιών μη τυπικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης και κατάρτισης που παρέ­χουν κατ’ αποκλειστικότητα σπουδές βάσει συμφωνιών πιστοποίησης (validation), δικαιόχρησης (franchising) με ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής, ανα­γνωρισμένα από τις αρμόδιες αρχές στη χώρα που εδρεύουν, οι οποίες οδηγούν σε πρώτο πτυχίο (bathelor) τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης, ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών. Επίσης, περιλαμβάνο­νται στη συγκεκριμένη κατηγορία (κολλέγια) πάροχοι υπηρεσιών μη τυπικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης και κατάρτισης, τα προγράμματα σπουδών των οποί­ων οδηγούν σε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, εφόσον αυτά τα συγκεκριμένα προγράμματα σπουδών έχουν πιστοποίηση (accreditation) από διεθνείς οργανισμούς πιστοποίησης. Τα ανωτέρω πτυχία και τίτλοι, καθώς και οι βεβαιώσεις, τα πιστοποιητικά σπουδών και οποιασδήποτε άλλης ονομασίας βεβαίωση που χορηγούν τα κολλέγια δεν είναι ισότιμες με τους τίτλους που χορη­γούνται στο πλαίσιο του ελληνικού συστήματος τυπικής εκπαίδευσης».

2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 1 του ν. 3696/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010, αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Συνιστάται στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευ­μάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού Τμήμα Κολλεγίων, το οποίο υπάγεται στη Διεύθυνση Ευρωπαϊκής Ένωσης του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτι­σμού και Αθλητισμού και έχει τις αρμοδιότητες που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 12 του πα­ρόντος. Του Τμήματος αυτού προΐσταται υπάλληλος κλάδου ΠΕ1 Διοικητικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού».

3. Η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του ν. 3696/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Αποκλειστικά και μόνο Κολλέγια που έχουν ισχύουσα άδεια μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης και κατάρτισης της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος».

4. Στο άρθρο 10 του ν. 3696/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010, προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευ­μάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στην παροχή προγραμμάτων σπουδών από τα Κολλέγια».

5. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 16 του ν. 3696/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

«Ο ιδιοκτήτης ή ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου ή ο κατά νόμο υπεύθυνος της ένωσης προσώ­πων και ο Διευθυντής του Κολλεγίου είναι υποχρεωμέ­νοι να παρέχουν στο Τμήμα Κολλεγίων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού κάθε στοιχείο ή πληροφορία που ζητείται στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων του».

6. Η παράγρ. 1 άρθρου 22 του ν. 3696/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Οι διοικητικές κυρώσεις για παράβαση των διατάξε­ων του παρόντος νόμου επιβάλλονται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού στον ιδιοκτήτη ή στο νόμιμο εκπρόσωπο ή στον υπεύθυνο κατά νόμο του Κολλεγίου».

7. Το στοιχείο (iv) της περίπτωσης α’ της παραγρά­φου 2 του άρθρου 22 του ν.3696/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

«(iv) για την παράβαση των υποχρεώσεων σχετικά με τις κτιριολογικές υποδομές, τους όρους λειτουργίας και τις συνθήκες υγιεινής περιλαμβανομένης της απαγόρευ­σης της συστέγασης και της συλλειτουργίας πρόστιμο από 30.000 έως 50.000 ευρώ».

8. Το στοιχείο (iv) της περίπτωσης γ’ της παραγρά­φου 2 του άρθρου 22 του ν. 3696/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

«(iv) για την παράβαση των υποχρεώσεων σχετικά με τις κτιριολογικές υποδομές, τους όρους λειτουργίας και τις συνθήκες υγιεινής πρόστιμο περιλαμβανομένης της απαγόρευσης της συστέγασης και της συλλειτουργίας από 20.000 έως 30.000 ευρώ ανά περίπτωση».

9. Όπου στις διατά