Κατηγορία ◊ Διηγήματα ◊

• Πέμπτη, 11 Ιουνίου, 2009

774px-c-falter_polygonia_c-album3ΟΛΟΙ τον ζήλευαν τον μπαρμπα-Θόικο με το γιοργαλίτιικο* άλογο, που διάβαινε κορδωτός καμαρωτά. Εκείνο το πρωινό όμως έγινε κάτι αναπάντεχο. Είχε πέσει κάμποση δροσιά και σαν βγήκε ο ήλιος, ένα απαλό σύγνεφο καταχνιάς αρχίνησε να σηκώνεται πάνω από το δάσος του Κατσιμπούλα* σαν κα-λοδεχούμενο θυμίαμα στον Δημιουργό. Ο ανάλαφρος αυγινός αγέρας λύγιζε κυματιστά τις κορφάδες του λόγγου, λες και γονάτιζαν ευλαβικά σε δοξαστικό προσκύνημα. Κι ο μπαρμπα-Θόικος τούτη την ώρα διάβαινε στην κανούργια δημοσιά* από τη στάνη του στο χωριό. Ξαφνικά τ’ άλογό του κόλωσε, τέντωσε τ’ αυτιά, στύλωσε τα πόδια και δεν έλεγε να προχωρήσει. Ο μπαρμπα-Θόικος το πρότρεψε δυο - τρεις φορές, μα ’κείνο τίποτα. Τότες μεταχειρίσθηκε κάτι που δεν είχε κάνει ποτές στ’ άλογό του· τράβηξε το καπίστρι* και του βάρεσε δυο καμουτσιές* στα καπούλια. Εκείνο αφήνιασε, σήκωσε τα μπροστινά πόδια ψηλά και χλιμίντρισε διαπεραστικά, χωρίς να κάμει αχνάρι. Δεν χωρούσε αντίγνωμη πως κάτι σημαδιακό οσφραινόταν.

–Να βλέπει κανένα στοιχειό; αναρωτήθηκε ο μπαρμπα-Θόικος. Τέτοιαν ώρα όμως δεν ταιριάζει· τα ξωτικά βγαίνουν καταμεσήμερο και μεσονύχτι…

Ξεπέζεψε, κοντόπιασε το καπιστρόσκοινο* και διάκρινε την αγριεμένη ματιά του αλόγου στραμμένη κατά το λόγγο. Αφουγκράστηκε λίγο, κοίταξε δεξιά - ζερβά, δεν διάκρινε τίποτα. Χούφτωσε δυο - τρεις κοτρώνες κι αρχίνησε να πετροβολά τα σύδεντρα· στην πρώτη πετριά δυο μαύρα όρνια τινάχτηκαν, φτεροκοπώντας με άγρια κρωξίματα. Διασκέλισε σιμά κι αντίκρισε πως είχαν σηκωθεί από ένα ανθρώπινο πτώμα! Ζύγωσε και αναγνώρισε τον σκοτωμένο· ήταν ο δασικός…

Προσπέρασε τ’ άλογό του με το στανιό, ξανακαβάληκε και κάλπασε να διαλαλήσει το θλιβερό μαντάτο. Συμπούπουλο το χωριό συνάχτηκε στον τόπο του φονικού. Ήρθαν και οι χωροφύλακες· μάζεψαν μαρτύριες, μα δεν βρήκαν τον φταίχτη κι ο βαρεμένος θάφτηκε με τα λυπητερά χτυπήματα της καμπάνας του Αη-Γιώργη…

ΕΙΧΕ ΚΑΙ δεν είχε μια σαρανταριά σπίτια τούτο το εξωτικό χωριό, το φωλιασμένο στις βαθύχρωμες πρασινάδες της ξαπλόγερτης βουνοπλαγιάς. Οι γεροντότεροι διηγόνταν, πως τ’ όνομά του το πήρε από το πανώριο δάσος που έζωνε χρόνια τώρα την περιοχή. Τούτο το γέρικο δάσος –λέγανε– πως ήταν στοιχειωμένο και πως το φύλαγε ολοχρονίς ένα παράξενο θεριό που τ’ ονομάτιζαν Κατσιμπούλα, γιατί έμοιαζε με γιγάντια πεταλούδα. Έτσι πήρε και το γειτονικό χωριό το όνομα του Κατσιμπούλα· κι έμοιαζε και τούτο σαν θεριακωμένη πεταλούδα, καθώς ήταν κουρνιασμένο στη χιλιοκέντητη ράχη, με τα σπίτια του καταμεσίς σε δυο ολάνοιχτες φτερούγες από χωράφια και βοσκοτόπια, πάνω στο απέραντο και μυριόχρωμο λουλούδι του δάσους του Κατσιμπούλα.

Μέσα σε τούτο το δάσος ζούσε ένας αλλιώτικος κόσμος με ξεχωριστούς νόμους και ζηλεμένη λευτεριά. Μυριάδες ζωύφια και ζουζούνια αρίθμητα, φτερωτά και πεζοπόρα, έχτιζαν την πολιτεία τους στη φιλόξενη αγριάδα του απάτητου ρουμανιού.* Χρυσόμυγες, σβούγγοι, λαμπρίτσες, σφήκες, αγριομέλισσες, σκούρκοι, σκορπιοί, σαύρες, σαρανταποδαρούσες, φίδια και πεταλούδες χιλιόμορφες οργίαζαν στην ασταμάτητη προσπάθεια της μεγαλουργίας τους. Πουλιά χιλιόχρωμα κι αγρίμια ποικιλόφωνα κυριαρχούσαν στις ψηλόκορμες βελανιδιές και τα λογής - λογής θαμνόκλαδα, στήνοντας τον ατέρμονα προμαχώνα της σκληρής επιβίωσης· κοτσύφια, τσίχλες, κοκκινολαίμια, πέρδικες, αηδόνια, κούκοι, τσαλαπετεινοί, κουκουβάγιες, μπούφοι, κοράκια, γεράκια, αετοί και όρνια αντάμα με λαγούς, νυφίτσες, χελώνες, σκαντζοχοίρους, αλεπούδες, τσακάλια και λύκους, ήσαν οι επικρατέστερες φυλές των άγριων ιθαγενών.

Κι όλοι οι χωριανοί σέβονταν το απαραβίαστο του θαυμαστού βασίλειου του δάσους, γιατί είχαν διάτα* από γενιά σε γενιά, να μη θυμώσουν ποτέ το στοιχειό του, αλλιώτικα θα έπεφτε βαριά κατάρα, που θα ρήμαζε τον τόπο. Μονάχα κανένας κυνηγός αποκοτούσε να χωθεί στα ξάρια, για να ντουφεκίσει κανένα λαγό και καμιά πέρδικα. Άλλοι πάλι ξεδιάλεγαν μερικά ξερόκλαδα και τα κουβαλούσαν στα κατώγια, για να πυρώνονται το χειμώνα. Οι διαβάτες δροσίζονταν στα κεφαλόβρυσα και όταν ξάπλωναν να ξαποστάσουν στις παιχνιδιάρες σκιές των πλατανιών, τους νανούριζε μια ουράνια μελωδία από το σάλεμα των κλωναριών ως το κελάδημα των πουλιών και το λάλημα των τζιτζικιών. Μα όσοι ξέμεναν αργά το σούρουπο, γροίκαγαν τ’ αγρίμια ν’ αγουριόνται κι έβλεπαν τα νυχτοπούλια να φτερακίζουν αγριωπά, ενώ κανένας αλαφροϊσκιωτος* ξεδιάκρενε και τον Κατσιμπούλα, που με το πέταγμά του ανατάραζε το δάσος και σκόρπαγε τον πανικό.

Έτσι πέρναγε ο καιρός χρόνια τώρα, ώσπου φτιάχτηκε η δημοσιά, που έσμιξε τις δυο ξέμακρες πολιτείες και το αγκομάχημα των διαβατικών αυτοκινήτων αναστάτωνε πού και πού τη γαλήνη του δάσους. Κι ήρθε η μέρα, που μπήκαν στο χωριό οι ξυλέμποροι· μάζωξαν τους χωρικούς, μοίρασαν πριόνια τρανά και κοφτερά και τους έβαλαν στο δάσος του Κατσιμπούλα, να κόψουν τα δέντρα. Μερικοί αρνήθηκαν, αλλά οι έμποροι τους έπεισαν πως όσα πίστευαν για το στοιχειωμένο δάσος είναι ψέματα κι έπρεπε να μεγαλώσουν τα χωράφια τους και τα βοσκοτόπια, ξεπαστρεύοντας τούτο το άγονο δασοτόπι. Τους έδωκαν μπόλικη πληρωμή και σε λίγες μέρες οι τροχισμένες κόφτρες θέριζαν τα πεύκα και τις βελανιδιές, που σωριάζονταν καταγής με δαιμονισμένο πάταγο, τρέποντας σε άτακτη φυγή κάθε ανήμερο αποικιστή τους. Ύστερα κουτσούρευαν τους κορμούς αραδιαστά, ενώ με τα τσεκούρια πελέκαγαν αλύπητα τα λιανοκλάδια. Όλα μαζί τα ντάνιαζαν στα φορτηγά και τα μετάφερναν να τα πουλήσουν στην πολιτεία. Το κακό διαδόθηκε παντού και σε λίγο καιρό έφθασε ο κυρ-Μαρίνης ο δασικός με διάτα να σταματήσει τον εξολοθρεμό του δάσους, καταγγέλλοντας κάθε παραβάτη. Δεν έμεινε όμως πολύ, γιατί κάποιο αυγινό βρέθηκε βαρεμένος στην ξάκριση του λόγγου, κάτω από τα φλέσουρα* και τα ξεροκλάδια. Πολλοί πίστεψαν πως τον χτύπησε το στοιχειό, γιατί φρίκιαξε από τα πελεκητά, ενώ μερικοί γνωμάτιζαν πως έπρεπε να ξεπαστρέψουν το δάσος, για να ξεκόψει ο Κατσιμπούλας, που αρχίνησε να παίρνει και τους ανθρώπους τώρα…

Πυρκαγιά σε δάσοςΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ κόντευε να σωθεί, όταν ένα καταμεσήμερο δευτέρωσε το κακό. Μια απο-πνιχτική καπνούρα κατάκλυσε το χωριό και όλοι αντίκρισαν τις πελώριες φλόγες, που έτρωγαν αχόρταγα το λιοψημένο δάσος· οι πύρινες γλώσσες ξεκλάριζαν τους θάμνους, σκαρφάλωναν στ’ ακροκλώναρα και ξεμά-σκλιζαν τις σάρκες των δέντρων με πρωτόγνωρη λαιμαργία· κι όλα τ’ αγρίμια και τα θεοπούλια έτρεχαν αλαφιασμένα κατά τα κατώμερα, για ν’ αποφύγουν τη συντέλεια τους. 

Οι χωριανοί βάρεσαν ανταριασμένα τις καμπάνες, ξεσηκώθηκαν γοργά, πήραν ξινάρια, φτυάρια και τσεκούρια και πόρισαν κατάκρη στην πύρινη ορμή. Έσκαψαν χαντάκια και διαχώρισαν χωμάτινα πυρομάχια για να την αναχαιτίσουν· αλλά του κάκου. Ο μεσημεριανός λίβας συνταύλιζε τις φλόγες, που αγκάλιαζαν θανατερά κάθε τι που βρισκόταν στο συρμό τους, μ’ ένα τρομερό βουητό από το ροκάνισμα των κλαδιών, τα σκασίματα της χλωρονομής και τα κροταλίσματα των κουκουναριών, θαρρείς και κάποιος   παραμυθένιος δράκοντας ψυχορραγούσε, γρούζοντας ανατριχιαστικά. Σύγκαιρα οι πεταχτάρες κάφτρες ξαπόστειλαν τις φλόγες σ’ ολάκερο το δάσος κι η μανιασμένη λαίλαπα στράφηκε κατά το χωριό. Καρβούνιασε τα ξωμάχια, λαμπάδιασε τις καλύβες κι έκαμε στάχτη τ’ αποκάλαμα και τις ελιές, κυκλώνοντας κι αυτά τα σπίτια του χωριού. Οι χωρικοί έκοψαν χλωρές κλαρώνες, παρατάχθηκαν μπροστά στ’ αμπέλια και σαν εζύγωναν οι φλόγιες, τις χτυπούσαν απανωτά, αποκάνοντάς τες. Έτσι γλύτωσαν τα κονάκια τους κι αργά το βράδυ, σαν κόπασε η αντάρα, γύρισαν αποσταμένοι στο χωριό.

Εκείνη τη νύχτα δεν πλάγιασε κανείς· με ανείπωτη θλίψη αγνάντευαν ολονυχτίς τ’ αποκαϊδια, που έμοιαζαν με τα ερείπια κάποιας βομβαρδισμένης πολιτείας και σαν νεκροταφείο απέραντο με τ’ ανάρια του καντήλια…

Σύγκαιρα με το φθινόπωρο έπιασαν τα πρωτοβρόχια και ξαπολύθηκε ο κατατρεγμός. Τα νερά ξεχύθηκαν με ορμή στην καψαλιά και κυλούσαν ασυγκράτητα στα χωράφια, παρασέρνοτας το χώμα και ρυτιδιάζοντας τις ράχες. Τα χαντάκια και οι νεροσυρμές χαράκωσαν τα χέρσα, ξέπλυναν τα οργώματα και ξέχωσαν τους σπόρους, αυλακώνοντας το ίδιο το χωριό ώς τα συθέμελά του. Ακόμη και τα κεφαλόβρυσα αρχίνησαν να στερφεύουν –χειμώνα καιρό– και όλοι οι χωριανοί αναθεμάτιζαν τον θεοκατάρατο πυρπολητή, που έκαψε δάσος και πρόγκηξε το στοιχειό του, για να πέσει πάνω τους η ροπή του αφανισμού.

Ώσπου μια νύχτα έπεσε τρανή νεροποντή και τράνταξε το χωριό από τα μπουμπουνητά. Τα σύγνεφα είχαν σμίξει με τη γης και άδειαζαν τη μπόρα, που ξέσχιζε τους βράχους κι έγλειφε τ’ αγκωνάρια των σπιτιών με τα θολά της πλοκάμια. Τότες ακούστηκε μια αλλόκοτη μπαταριά και σε λίγο μαθεύτηκε πως γκρεμίστηκε της Σπήλιαινας το κονάκι· ο Σπήλιος ήταν λαβωμένος βαριά από ένα χοντρό καδρόνι. Τον ξεπλάκωσαν και τον ανέβασαν στου Δήμου το σπίτι. Φαινόταν όμως πως δεν είχε αντοχή και κάλεσαν τον παπα-Διαμάντη να τον μεταλάβει.

Όταν ο Σπήλιος αντίκρισε τον παπά, ανδρειεύτηκε, ανασαλεύτηκε κι έγνεψε να συναχτούν ολόγυρά του· ύστερα αρχίνησε να ξομολογιέται αχνά:

–Συμπαθάτε με, χωριανοί… Εγώ ’μαι ο φταίχτης της συμφοράς, γι’ αυτό με βρήκε ο γδικιωμός. Με ξεγέλασαν οι εμπόροι και σκότωσα τον Μαρίνη!… Στερνά άναψα την πυρκαγιά, για να κόψουμε ξύλα και να τρανέψουμε τα χωράφια… Ξελάκισε όμως το στοιχειό κι έπεσε στον τόπο η συμφορά. Τώρα που ξεπλήρωσα το κρίμα μου, αποζητώ συγχώρεση… Να φυτουργήσετε πάλι το κάψαλο με δέντρα, για να ξεστρατίσει ο Κατσιμπούλας κατά τα μέρη μας… Κάντε και μια αίτηση, να στείλουν κανούργιο δασικό…

Τα κοκόρια λάλησαν χαράματα κι ο Σπήλιος εξεψύχησε προτού προβάλει ο ήλιος.

ΤΟΝ ΑΛΛΟ χρόνο το δάσος ήταν κατάφυτο από δενδρύλλια πεύκων, βελανιδιών και λογής - λογής αγριόδεντρων. Τα σχολιαρόπαιδα φύτεψαν ακόμη καστανιές και κυπαρίσσια, που σαν λόγγωνε ο τόπος, θα πρόσφερναν το χρήσιμο ξύλο τους στους χωρικούς. Αλλά και στα καψαλισμένα κούρβουλα ξεφύτρωσαν παραφυάδες και άπλωσαν χλωρά βλαστάρια, που θα έπλεκαν τη φωλιά του Κατσιμπούλα.

Οι χωριανοί έφτιαξαν πεζούλια στα χωράφια τους, παράχωσαν τα νεροφαγώματα κι οι νερομάνες ανάβρυσαν πάλι γάργαρα νερά. Η βροχή συγκρατιόταν στη λογγωσιά και δεν έγδερνε πια τα γέρματα. Κάποιος νυχτοκόπος εξιστόρησε πως ξεδιάκρινε ένα θεόρατο στοιχειό να φτερουγίζει αλαφιαστά στις φυλλωσιές και όλοι πανηγύρισαν το γυρισμό του Κατσιμπούλα.

Όταν μαθεύτηκε πως θα πήγαινε καινούργιος δασικός, έστειλαν τον μπαρμπα-Θόικο για να τον φέρει με τον πεντάχρονο ψαρή του και σαν τον έμπασε στο χωριό καβάλα στο περήφανο άλογο, τον προϋπάντησαν όλοι οι χωριανοί με καλόκαρδα καλωσορίσματα. Οι χωριατοπούλες είχαν γεμίσει τις ποδιές τους με άνθια μυγδαλιάς, που τα πετούσαν στο πέρασμά του. Κι εκείνος κινούσε πρόσχαρα την κεφαλή του, σαν να τους ’μολογούσε:

–Ευχαριστώ, καλωσυνάτοι χωρικοί. Αντάμα θα καλοπιάσουμε τον Κατσιμπούλα, να στέρξει στου χωριού την προκοπή…

__________________

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ: Κατσιμπούλας=πολύχρωμη πεταλούδα, γιοργαλίτικο=με γοργή - ρυθμική περπατησιά, δημοσιά=δημόσιος δρόμος, καπίστρι=χαλινάρι, καμουτσιές= μαστιγώματα, ρουμάνι= πυκνό δάσος, διάτα=εντολή, αλαφροϊσκιωτος= ευφάνταστος, φλέσουρα=ξερά φύλλα.

divider10

• Τετάρτη, 4 Μαρτίου, 2009

ceb7cf81ceb1cebacebbceaecf82-cebaceb1ceb9-cebaceadcebdcf84ceb1cf85cf81cebfcf821’ΦΕΤΟΣ θα πήγαινε κι ο γερο-Κωνσταντής στης Κάπελης* τη Ράχη·  έταξε και στο εγγόνι του το Λάμπη, ότι θα τον έπαιρνε αντάμα, για να τού δείξει τους δροσουλήτες. Φόρεσε στραβά το κόκκινο φεσάκι του και την άσπρη πλισεδένια φουστανέλα με την ασημοπλουμισμένη φέρμελη, ποδέθηκε τα φουντωτά τσαρούχια του και ζώθηκε ακόμη τη φαρδιά μπαλάσκα με τη διμούτσουνη πιστόλα του. Οι χωριανοί τού το γύρεψαν σαν στερνή χάρη, τώρα στα γεράματά του, να τους συντροφέψει ώς τη Ράχη, για να υποδεχθούν τους επίσημους, που θα συνάζονταν ν’ αποθέσουν στεφάνια από βαγιόκλαδα και μυρτιές, που είχαν φτιάξει τα σχολιαρόπαιδα, όπως έκαναν κάθε χρονιά του Ευαγγελισμού τη μέρα.

Καιρούς και ζαμάνια ορθώνεται περήφανη της Κάπελης η Ράχη, πιο πανώρια και ψηλή από τις άλλες ξέχωρα, που διαφεντεύει ολοχρονίς τριγύρω στην καρακαμπιά, ώς τα πέρατα που σβήνει το γέρμα τ’ ουρανού. Βουβή κι αγέραστη φιλιώνει με τα χιονόκαιρα και τα λιοπύρια, θαρρείς ατράνταχτος της λευτεριάς δραγάτης, που ξέμακρα ο Ρουφιάς* τού στέλνει την άχνα-του προσκυνητάδες με τούφες από σύγνεφα, που αριοτυλίγουν την κορφή της.

Εδά δεν καμαρώνει κανένα τεσσαράγκωνο κάστρο με τρύπιες πολεμίστρες να θυμίζουν τους ταμπουρωμένους υπερασπιστές του, μα οι σημερινοί στέριωσαν και στεφανώνουν μια ξάσπρουλη μαρμαρολιθιά, που χάραξαν στα πλευρά της λαβωμένους ξελευτερωτές· ένα τοξότη, ένα φουστανελά, ακόμη και φαντάρο.

ΕΙΧΕ και δεν είχε σηκωθεί δυο βοϊδόσκοινα ο ήλιος ανάμεσα στ’ αστραφτερά συγνεφάκια κι έστελνε τις ζεστές αχτίνες του στις λαμπερές δροσοσταλίδες, όντας σώθηκε η γιορτή στης Κάπελης τη Ράχη και πόρισαν οι συναγμένοι. Μα ο γερο-Κωνσταντής παράμεινε· ξέκοψε με το εγγόνι του παράμερα κι έκατσε πάνω σ’ ένα στουρνολίθι, ακουμπώντας στον κορμό μιας γέρικης βελανιδιάς.

Και τι ’ναι, παππούλη, οι δροσουλήτες; ρώτησε το παιδόπουλο.

Ο γέρος το κράτησε στην αγκάλη ανάμεσα στα γόνατά του, του χάιδεψε την πλάτη με το κοκαλιάρικο χέρι του και του αποκρίθηκε, σαν να περίμενε το ρώτημα:

–Οι ξωμάχοι του τόπου διηγούνται, γιόκα μου, πως κάποιο από τούτα τ’ ανοιξιάτικα πρωινά ξαναφαίνουν ξαπλωταριά στη Ράχη αρίθμητες σκιές, θαρρείς λεφούσι* καβαλάρηδες και πεζοπόροι, που πιλαλάνε αλαφιαστά κι ανεμίζουν δόρατα και γιαταγάνια, κι άλλοι με γκράδες* σημαδεύουν. Κι όσο κανείς σιμώνει, τόσο τα φαντάσματα της δροσολογιάς ξεμακραίνουν, θαρρείς και ψάχνουν αν είναι ο τόπος λεύτερος κι ημερωμένα πια χάνονται στ’ ακροούρανα. Άλλοι λένε πως τούτες οι ξωθιές ξεπετάγονται από την αυγινή πάχνη της δροσοσταλιάς, κι άλλοι από τις μακρουλές σκιές των δέντρων ή των μακρινών διαβατάρικων συγνεφιών της ανατολής· μα οι παλιότεροι είχαν να ’μολογάνε πως είναι ήρωες της λευτεριάς, που στοίχειωσαν και πλανιούνται από τα παμπάλαια χρόνια στην απλωσιά της Ράχης κι αλλοίμονο αν τη βρούνε σκλαβωμένη· θεριεύουν, ανταριάζονται και κονταροχτυπάνε τον κατακτητή, ώσπου να τον ξεκληρίσουν και να τον αποδιώξουν στα τρίσβαθα του ρούφουλα.

–Και πάλεψαν καμιά φορά με τους κατακτητές οι δροσουλήτες; ρώτησε πάλι ο Λάμπης.

–Πολλές φορές, γιόκα μου· το Εικοσιένα που η γενιά μας ολάκερη ξεσηκώθηκε με τα γιαταγάνια κι απόσωσε την τούρκικη σκλαβιά, στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, που οι φαντάροι μας πολέμησαν γενναία τους άδικους εχθρούς, κι άλλες φορές παλιότερα που δεν φθάνει ανθρώπου θυμητάρι.

–Και νίκησαν οι δροσουλήτες, παππούλη;

–Ναι, παιδί μου. Πάντα νίκησαν και θα νικούν, γατί ’ναι στοιχειωμένοι…

Για λίγο σώπασαν κι οι δυο. Ολόγυρα ακούγονταν λογής - λογής λαλήματα από τα θεοπούλια κι η βελανιδιά ανάδευε τους κλώνους της σαν να χάιδευε απαλά τα πηχτά μαλλιά του εφτάχρονου παλληκαριού, που αγνάντευε πέρα κατά το Ρουφιά, θαρρείς κι ανάμεσα στ’ ανταριασμένο ρουκούλημα της ποταμιάς του ξεδιάκρενε κλαγγή από δόρατα και γιαταγάνια, και σάμπως ντουφεκιές ακόμη. Σε μια στιγμή τα μάτια του στραφτάλισαν και μίλησε, δείχνοντας πέρα κατά την ξάκρια του λόγγου:

–Για ιδές, παππούλη, κείνη τη σκιά που πρόβαλε μπροστά στις άλλες· τι μεγάλη που ’ναι!… Είναι ο πιο τρανός καβαλάρης· και πώς τρέχει τ’ άλογό του! Ανεμίζει και το γιαταγάνι. Κι όλοι οι άλλοι γιατί τραβούν ξωπίσω του;…

–Είναι ο βασιλιάς τους, γιόκα μου, κατάφερε ν’ αποκριθεί ο γέρος με τη ματιά του βουρκωμένη. Ο βασιλιάς της αγάπης, που σύντα ζωντανέψει, θα λείψουν από τον κόσμο οι πόλεμοι κι όλοι οι άνθρωποι θα ’ναι ευτυχισμένοι…

–ΓΙΑΓΙΑΚΑ, πότε θα ζωντανέψει ο δροσουλήτης βασιλιάς; ρώτησε ο Λάμπης τη γρια-Κωνσταντινιά σαν κάθισαν αποσπερίς σιμά στο παραγώνι. Θέλω πολύ να ζωντανέψει, καλή μου γιαγιά, να μη σεργιανάει σαν σκιά ο καψερός! Να ’βλεπες τι ωραίος που ’ναι!…

–Σύντα νικήσει ο κάλεσιος το λάγιο* και ψοφήσει, τότε θ’ αναστηθεί κι ο βασιλιάς της αρετής του κόσμου, αποκρίθηκε ’κείνη γνέθοντας στη ρόκα της τη χιονερή τουλούπα.

Στερνά ξιστόρησε πως στις μαύρες νυχτιές της χειμωνιάς, που το πηχτό σκοτάδι τυλίγει ολάκερη την πλάση και τ’ αστροπελέκια σφυροκοπούν τη Ράχη και καμιά ανάσα δεν ξεθαρρεύει στ’ ανοιχτά, τότες ξερνάει κι ο Ρουφιάς το κολασμένο λάγιο κριάρι της κακίας από τα τάρταρα του μανιασμένου πέλαγου, που πηγαίνει να κονέψει στο ξάγναντο της Ράχης. Μα ξεπροβαίνει και το κάλεσιο της λευτεριάς γκεσέμι,* που παραφυλάει στα σύδεντρα της Κάπελης, και πιάνονται στο πάλεμα σαν ανήμερα θεριά. Παίρνουν φόρα από πολλές οργυές και χτυπιούνται απανωτά με τα πελώρια κουλουριαστά τους κέρατα, ώσπου ματώνουν, αποσταίνουν και ξελακίζουν στην κρυψώνα τους, το ένα κιοτισμένο από το άλλο. Ο θρύλος έπλασε και τραγούδι για την ανελέητη πάλη τους:

«Πάψε, Ρουφιά, το βουητό, πάψε και την αντάρα,

ν’ ακούσουμε τι γίνεται στου Πούσι* και στου Λάλα:

Εκεί παλεύουν  τα  στοιχειά στα  θρυλικά μπεντένια,*

ο λάγιος και ο κάλεσιος, τ’ αφίλιωτα κριάρια,

του σκότους και της λευτεριάς τα  φοβερά γκεσέμια*».

–Και ποιο κριάρι παραβγαίνει, γιαγιά; ξαναρώτησε το εγγόνι της.

–Κάθε φορά, γιόκα μου, που η δοξασμένη πατρίδα μας παλεύει τους βαρβάρους, νικάει ο κάλεσιος. Κάποτε όμως παραβγαίνει κι ο λάγιος όσο κρατάει η μπόρα κι η χώρα μαραζώνει στην αβανιά, μα και τότες ξαστερώνει και ξελαχιουρίζει ο λάγιος, γιατί δεν αντέχει το φως της μέρας.

–Και ζει, γιαγιά, το λάγιο ακόμη;

–Ζει και τριδονίζεται* στ’ αραχνιασμένα τρίσβαθα, ώσπου φέρνει τη διχόνοια στους ανθρώπους κι αρχινάνε τ’ άγρια μπουμπουνητά. Μονάχα αντρειωμένοι το γκρεμοτσάκισαν κάμποσες φορές, μα δεν κατάφεραν να το ξεκληρίσουν. Πάνε χρόνια τώρα που κι ο παππούλης σου το σκάγιασε με την παλιότσαγκρα* στον πόλεμο της λευτεριάς, μα βρέθηκε με το ζερβί του χέρι λαβωμένο, γιατί ’ναι –βλέπεις– δαιμονικό τ’ αφορισμένο λάγιο…

–Και πώς θ’ αφανισθεί;

–Σύντα μονοιάσει όλη η γης και βασιλέψει η ειρήνη, δεν θά ’βρει στέκι πουθενά για τον απάνω κόσμο κι ο ήλιος θα το σβήσει.

–Γιαγιάκα, σαν θα τρανέψω, θα πάρω την παλιότσαγκρα να πάω να καρτερέσω, το λάγιο να λαβώσω στα στήθια μέσα στην καρδιά και στην κακή την κεφαλή του, για να ξεμείνει ανήμπορο στο χάραμα του ήλιου, να τυφλωθεί καταλιακού, να πέσει του θανάτου με βόγγητα κι αφρούς… Να αναστηθεί κι ο ξακουσμένος βασιλιάς της αρετής του κόσμου!…

____________

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ: Κάπελη, Πούσι=τοπωνύμια του όρους Φολόη κοντά στο χωριό Λάλα, όπου διεξήχθη πολύμηνη μάχη στην αρχή της επαναστάσεως του 1821, Ρουφιάς=ο Αλφειός ποταμός, λεφούσι=πλήθος, γκρας=παλαιό οπισθογεμές όπλο, λάγιο=μελανόχρωμο (κριάρι), γκεσέμι=κερασφόρος οδηγός ποι- μνίου,  μπεντένι= έπαλξη, τριδονίζεται= διαβολίζεται,  τσάγκρα= παλαιό  κυνηγετικό ντουφέκι.

divider10