Κατηγορία ◊ Ποιήματα ◊

• Κυριακή, 21 Απριλίου, 2013

Απόλλων λυράρης σε φτερωτό τρίποδα

«Και ο νους του ανθρώπου έπλασε τον Θεό»

(Κρητική ρήση)

Άνθρωποι, γρηγορείτε και μη ραθυμείτε,

τυλιγμένοι νωχελικώς στο έρεβος της συγχύσεως,

που ξοδεύει τις ελπίδες σας στη ματαιότητα της ύλης

και κατατρώγει ανηλεώς το ζωηφόρο πνεύμα.

Αποβάλλετε τη θανατερή πλάνη της ασωτίας

και αποχτήστε τη σωτήρια γνώση της αλήθειας,

που θα σας ελευθερώσει από το φόβο της φθοράς,

για να γευθείτε την πανδαισία της αθανασίας.

Κι αν είναι η πάλη αβάσταγη, αλλήλους αγαπάτε!


Ανοίχτε, οι αόρατες πύλες του ουρανού,

κι ας απλωθούν ολόλαμπρες οι κλίμακες της αρετής,

ν’ αναρριχηθούν σ’ αυτές τα ρωμαλέα πνεύματα

και αδράξουν το φως της γνώσεως του καλού και του κακού,

που ο πυρφόρος άγγελος επιτηδείως προσφέρει,

προτού ο αφέντης ήλιος χαθεί στα κάτεργα του απείρου!


Κι οι τροπαιούχοι νικητές λαμπαδηφόροι

ας ανεγείρουν περικαλλείς ναούς αγνής λατρείας

και ακαδημίες αγλαείς σοφίας θεϊκής,

να διδαχθούν τα πέρατα και αγαλλιάσουν

από το φωτοβόλο σκίρτημα λυτρώσεως αιωνίου.

Και θα ’ναι ιερός ο κότινος της αειθαλούς ελιάς,

που θα στεφανώνει ευκλεώς την ψυχική γαλήνη!


Τότες και όλοι οι μελωδοί του σύμπαντος, αδελφωμένοι

και με αέρινα φτερά του νου και της ψυχής,

ας αναπέμψουν θείες υμνωδίες στο φωτοδότη λογισμό

με σάλπιγγες αγγελικές και θριαμβικούς παιάνες,

διαλαλώντας την ευφροσύνη της τέλειας αρμονίας!


Κι εσείς θεοί των θρησκειών του γένους των ανθρώπων,

που επιμελώς καλύπτεσθε στη βέβηλη φαντασία του,

αποδυθείτε την εγκόσμια στολή της δικής του επινοήσεως

και περιβληθείτε την ευλαβή εσθήτα της αγαθοσύνης,

ελεήμονες και ειρηνευτές, άξιοι μυσταγωγικής λατρείας,

τέλειοι και όμοιοι, όλοι Ένας και Κύριος της Δημιουργίας!

—————————

* Α΄ Βραβείο ποιήσεως της Ε. Ε. Λογοτεχνών στο διαγωνισμό του 2007.

deco4

Στη σύγχρονη εποχή μας ο άνθρωπος θεοποίησε την ύλη και περιφρόνησε το πνεύμα, με αποτέλεσμα από homo sapiens (από σοφός άνθρωπος) να μεταπέσει σε homo confusius (σε άνθρωπο της συγχύσεως) με χαμένη πορεία…

Σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο επαληθεύεται η ρήση των Λατίνων «homo homini lupus» (ο άνθρωπος για τον συνάνθρωπο λύκος). Και όπως είναι γνωστό, όταν ο λύκος επιπέσει σε αγέλη προβάτων, την αποδεκατίζει, κατασπαράζοντας όσα ζώα μπορέσει και δεν αρκείται στον κορεσμό του με ένα από αυτά.

Είναι φανερό λοιπόν, ότι για να σωθεί η ανθρωπότητα από την αυτοκαταστροφή της, χρειάζεται ρωμαλέα πνευματική ανάταση· και αυτό ακριβώς είναι το νόημα του ποιήματός μου που βραβεύθηκε.

divider109

• Σάββατο, 20 Νοεμβρίου, 2010

Α΄ ΛΟΓΟΣ (Ο ΚΑΚΟΣ)

Τ Α Λ Α Μ Ο Γ Ι Α*

«Πολλά τα δεινά κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει»

(Σοφοκλέους «Αντιγόνη»)


Σύλληψη του Ιησού (Δομήν. Θεοτοκόπουλος)Λαμόγια εδώ, λαμόγια εκεί, λαμόγια παραπέρα,

βρωμιά της λαμογιάς οσμή τριγύρω μας και πέρα.


Με λαμογιά βρωμίσθηκε και η ζωή μας όλη

γι’ αυτό την εποτίσαμε με δυνατή φορμόλη.


Λαμόγιο είν’ αυτός εδώ, λαμόγιο και ο άλλος,

λαμόγιο είν’ ο διάβολος, λαμόγιο και ο Χάρος.


Λαμόγια τα φαντάσματα νυχτόμερα γυρνάνε

και μουλωχτά με λαμογιές το αίμα μας ρουφάνε.


Όλοι λαμόγια γίναμε, λαμόγιο κι η παρέα

κι η λαμογιά αποβρώμισε τη γη και τον αέρα.


Λαμόγια τρών’ και πίνουνε, λαμόγια τραγουδάνε

κι άλλα λαμόγια κροταλούν και κλαίνε και γελάνε.


Λαμόγια είν’ οι άρχοντες, λαμόγια κι οι κατήδες,

όσοι απ’ αυτούς της λαμογιάς είναι θεραπαινίδες.


Λαμόγια και οι έμποροι του πόνου, του θανάτου

και της ελπίδας των λαών κι ας βρούνε τ’ όνομά τους.


Και του πολέμου κάπηλοι με λαμογιές πλουτίζουν,

κανόνια εμπορεύονται και συμφορές σκορπίζουν.


Λαμόγια οι χρυσοκάνθαροι και οι αξιωματούχοι,

σαν διάνοι κορδαρεύονται και θάβονται ταρτούφοι.


Λαμόγια κι οι καλόγεροι, λαμόγια οι δεσποτάδες,

θεό το χρήμα έχουνε και θέλουν τεμενάδες.


Λαμόγια είναι και αυτοί που το σοφό μας κάνουν,

αλλά σε κάθε λαμογιά και τη μιλιά τους χάνουν.


Λαμόγια είν’ οι φύλακες κι ο κάθε προϊστάμενος,

λαμόγιο θέλει να γενεί και κάθε υφιστάμενος.


Λαμόγιο είν’ ο γείτονας κι ο συγγενής κι ο φίλος

και μόνο απόμεινε πιστός ο μαλλιαρός μας σκύλος.


Με λαμογιά φιλιόμαστε, με λαμογιά πηδάμε

και του Ιούδα το φιλί ζηλεύουμε και πάμε.


Λαμόγια μας ταΐζουνε, λαμόγια μας ποτίζουν

και ύστερα με λαμογιές γιατροί μας κουλαντρίζουν.


Κι αυτοί που σπέρνουν ρουφιανιές και φέρνουν τη διχόνοια

λαμόγια είναι θλιβερά, τους πρέπει περιφρόνια.


Λαμόγιο κι ο αχάριστος που δείχνει αγνωμοσύνη

τον ευεργέτη αψηφά, δεν νοιώθει ευγνωμοσύνη.


Οι μοχθηροί, κακόβουλοι και άλλοι ψευδολόγοι,

που στήνουν τα κουτσομπολιά, είναι λαμόγια όλοι.


Λαμόγιο που ζηλοφθονεί των άλλων καλή τύχη,

χωρίς δικό τους φταίξιμο για τη δική του τύχη.


Και όσοι στήνουν διαβολές, ψευδείς κατηγορίες,

είναι λαμόγια ύπουλα, στυγνοί συκοφαντίες.


Λαμόγια όσοι οδηγούν με λαμογιές στο δρόμο

και σπέρνουνε το θάνατο, τη φρίκη και τον τρόμο.


Λαμόγια κι οι αργόμισθοι και οι πολυθεσίτες,

κλέβουν ψωμί των άνεργων κι από τους νεανίτες.


Λαμόγια τρών’ αγλέουρα, χορεύουν και πηδάνε,

μα τα λαμόγια Αγιάννηδες στις φυλακές περνάνε.


Λαμόγια όσοι φυλακές τις πιο μεγάλες χτίζουν,

μα τα εγκλήματα θωρούν και δεν τα περιορίζουν.


Λαμόγια είναι τα σχολειά, γιατί κι εκεί μαθαίνεις

από λαμόγια λαμογιές πως η ζωή μας γέμει.


Λαμόγιο η τηλεόραση· αντί να μας φωτίζει,

μας συσκοτίζει το μυαλό και λαμογιές σκαλίζει.


Λαμόγια κι όσοι φαίνονται προστάτες του ελέους,

χωρίς ν’ ανοίγουν το πουγκί· μοιάζουν με Φαρισαίους.


Λαμόγια κι όσοι ασεβείς αγίους βλαστημάνε,


όμως σε κάθε λαμογιά βοήθεια τους ζητάνε.


Λαμόγια πάν’ στην εκκλησιά, λαμόγια ευλογάνε

κι απ’ την πολλή τη λαμογιά και οι θεοί γελάνε.


Κι όσοι εικόνες προσκυνούν μόνο για θεαθήναι,

με Ιησουΐτες μοιάζουνε κι αυτοί λαμόγια είναι.


Λαμόγιο κι ο φιλάργυρος, με τσιγγουνιά πλουταίνει

κι οι κληρονόμοι χαίρονται, όταν αυτός πεθαίνει.


Λαμόγιο γίνηκε ο παπάς, λαμόγιο και ο διάκος

κι όλοι σκαρώνουν λαμογιές κι ο σατανάς κι ο γάτος.


Λαμόγια είναι ιερείς, που στ’ όνομα Κυρίου

μεταποιούνε τους ναούς σε οίκους εμπορίου.


Κι όσοι με χρήμα εκτιμούν τα θεία μας μυστήρια

λαμόγια ανάξια κρίνονται από τη Σιμωνία.


Λαμόγια οι καυχησιάρηδες, με ξυπασιά κομπάζουν,

στη ζήση κατατρύχονται και μας παραμυθιάζουν.


Αλί και στους υποκριτές που ’ναι τρανά λαμόγια,

τους άλλους κατακρίνουνε, μα τις πομπές τους κρύβουν,

γι’ αυτό τους έκραξε ο Χριστός με πικραμένα λόγια.


Λαμόγια κι οι χαιρέκακοι στην ξένη δυστυχία

και που λυπούνται σαν θωρούν στους άλλους ευτυχία.


Λαμόγια κι όσοι άφρονες ρυπαίνουνε τη φύση,

τη χαλασιά απεργάζονται, το τέλος του πλανήτη.


Λαμόγια κλέβουν τα λεφτά απ’ τους ασφαλισμένους

και σύνταξη θα δίνουνε εις τους αποθαμένους.


Λαμόγια και οι κόλακες, τους άλλους κανακεύουν,

με ψεύτικα παινέματα και ισχυρούς πλανεύουν.


Κι οι χρυσοθήρες στη ζωή με λαμογιές πλουτίζουν,

όμως πεθαίνοντας κι αυτοί τα φάσκελα κερδίζουν.


Λαμόγια κι οι πολιτικοί που λαμογιές σχεδιάζουν,

με τιποτένιους κολλητούς και φαύλους συνταιριάζουν.


Λαμόγια κι οι αδίστακτοι και πλάνοι δημοκόποι,

που ξεγελάνε τους λαούς και βγαίνουν καιροσκόποι.


Λαμόγια όσοι πολεμούν και όλοι οι σταυροφόροι,

που για θρησκείες τάχατες γυρνούν πλιατσικολόγοι.


Και το Χριστό σταυρώσανε λαμόγια θεομπαίχτες,

που στο ναό φραγγέλωσε και στα καυτά «Οαί» Του.


Λαμόγια είναι οι λαοί κι αυτών οι κυβερνήτες,

θεριών αγέλες μοιάζουνε με οδηγούς τους γύπες.


Λαμόγια και οι κάπηλοι των ιδεών του κόσμου,

βάζουν στην έχθρητα λαούς, γινόνται αδελφοκτόνοι.


Λαμόγια και οι έμποροι των όπλων του θανάτου,

που τα μοιράζουν στους λαούς, σκορπούν τη συμφορά τους.


Λαμόγια όσοι γιατρικά στέλνουν στους εμπολέμους

κι όμως δεν εμποδίζουνε τη φρίκη του πολέμου.


Λαμόγια όσοι κυνηγούν πολέμου εγκληματίες

κι οι ίδιοι στήνουν πιο στυγνές του κόσμου θηριωδίες.

……………………………………………………………………………

Από λαμόγια φεύγουμε και σε λαμόγια πάμε

και μας κερνάνε λαμογιές και λαμογιές μασάμε.


Παντού λαμόγια συναντάς και λαμογιές πουλάνε

κι από την τόση λαμογιά μένει βρωμιά να φάμε.


Η λαμογιά μας βρώμισε και πάμε να σωθούμε

σε μοναστήρια λαμογιάς, για να συγχωρεθούμε.


Κάθε λαμόγιο έρχεται και λέμε πως σωθήκαμε,

μα γρήγορα κατέχουμε πως αποβρωμισθήκαμε.


Τέτοια πληθώρα λαμογιάς η γη δεν τη χωράει,

ούτε προφταίνει ο Θεός για να τη συγχωράει.


Ποιος θα σώσει αυτό τον κόσμο

από της λαμογιάς την κόπρο;

Ποιος θα σώσει αυτή τη χώρα

από τα λογής - λογής λαμόγια;

Ποιος την πλάση θ’ απαλλάξει

από της λαμογιάς τα πάθη;

Ποιος θα σώσει τον πλανήτη

από κάθε λαμογιάς αγύρτη;


Τίποτα δεν απόμεινε στον κόσμο τον παράλογο

και γλυτωμό δεν έχουμε στης λαμογιάς το μπάχαλο.


Η λαμογιά μας μόλυνε και λαμογιές ζητάμε,

γιατί μονάχα λαμογιές στη ζήση μας περνάνε.


Λαμόγια κλαίνε τους νεκρούς, λαμόγια τους κηδεύουν

και ύστερα με λαμογιές πολλοί τους λιβανίζουν.


Λαμόγιο είναι η ζωή, λαμόγιο κι η κηδεία,

γιατί δεν κάνουν διάκριση σε λαμογιά καμία.


Κι όσα λαμόγια με χρυσά κηδεύονται στολίδια,

θα ξεχαστούνε και αυτοί, τους τρώνε τα σκουλήκια.


Κι εσύ, λαμόγιο αν βρεθείς σε τούτες τις αράδες,

μη πικραθείς και λυπηθείς και μη κακοκαρδίσεις·

προσπάθησε να γιατρευτείς, γαλήνια για να ζήσεις.


Όταν πεθάνω, κάφτε με, μήπως και ξεμυρίσω,

σκορπίστε και τη στάχτη μου, να μη ξαναγυρίσω!

_________________

* Η λέξη «λαμόγιο» προέρχεται από την ιταλική λέξη «la mogio», που σημαίνει τον ασθενή ή καταβεβλημένο και μεταφορικώς στην ελληνική φρασεολογία τον αντικοινωνικό και γενικώς τον ηθικά ξεπεσμένο άνθρωπο.

separator


Β΄ ΛΟΓΟΣ (Ο ΚΑΛΟΣ)

Μ Α Κ Α Ρ Ι Σ Μ Ο Ι

«Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι ὡς ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τέλειός ἐστιν»

(Ματθ. Ε΄48)


Επί του όρους ομιλία του ΙησούΣτον κόσμο τον απρόβλεπτο αυτοί ’ναι ζηλεμένοι,

που ’χουνε πλούτη ψυχικά και είν’ ευλογημένοι.


Μακάριοι κάνουν το καλό, γιατί σ’ αυτό πιστεύουν

και όχι από το φόβο τους σ’ όποιον θεό λατρεύουν.


Μακάριοι οι ελεήμονες και λυτρωτές οδύνης

γιατί ’ναι αγγελική χαρά σ’ άλλους χαρά να δίνεις.


Μακάριοι οι ειρηνευτές, που διώχνουν τη διχόνοια

και συμφιλιώνονται λαοί, σωπαίνουν τα κανόνια.


Μακάριοι οι ταπεινόφρονες, γιατί αυτοί γνωρίζουν

στην πλανεμένη μας ζωή πως όλοι μας αξίζουν.


Κι οι πράοι είναι ευτυχείς και ζούνε με γαλήνη,

ποτέ τους δεν οργίζονται και φέρνουν την ειρήνη.


Κι όσοι δουλεύουν το καλό και το κακό ξορκίζουν,

έχουνε θεία φώτιση και τη ζωή στολίζουν.


Μακάριοι οι μετριόφρονες που έντιμα πρωτεύουν

και που δεν νοιάζονται γι’ αυτό την τύχη να παινεύουν.


Ευδαίμονες οι ζηλωτές θαυμάσιων ινδαλμάτων,

γιατί μετέχουν ευγενών κι εξόχων αθλημάτων.


Μακάριοι κι οι αμόλευτοι από τις αμαρτίες,

είν’ η καρδιά τους καθαρή κι αγνή χωρίς κακίες.


Κι ο ταπεινός είν’ ευτυχής, χωρίς αλαζονεία,

έχει αγαθή σεμνότητα, καρδιά με νηνεμία.


Ευδαίμονες κι οι άδολοι που ζουν με καλοσύνη

και είναι απονήρευτοι, γεμάτοι αγαθοσύνη.


Μακάριοι μ’ εγκαρτέρηση κι υπομονή μεγάλη,

κακοτυχίες ξεπερνούν και ξαναρχίζουν πάλι.


Μακάριοι όσοι πάσχουνε να μοιάσουν στο θεό τους,

πέρασμα θα ’χουν φωτεινό στις διαδρομές του σκότους.


Κι όσοι αλλήλους αγαπούν και ζουν αδελφωμένοι,

ευλογημένοι δυο φορές και τρισευτυχισμένοι!


Όσοι ενάρετοι τιμούν ηράκλεια μονοπάτια,

είναι λυχνάρια φωτεινά, της ζήσης σκαλοπάτια.


Κι όσοι στα πέρατα της γης τηρούν δικαιοσύνη,

μοιάζουν με σέλας της ψυχής και ξόρκια σκοτοδίνης.


Κι όσοι στις δύσκολες στιγμές τους άλλους συμπονούνε,

μοιάζουν αστέρες λαμπεροί που μάγους οδηγούνε.


Καλότυχοι ’ναι στη ζωή που έντιμα πλουτίζουν,

χαλούν τα πλούτη σαν θνητοί και δεν τα θησαυρίζουν.


Κι όποιοι γελούν με φρόνηση και δεν βωμολοχούνε

καλόψυχοι ’ναι στη ζωή, πολλοί τους εκτιμούνε.


Καλότυχοι όσοι λάβαρα της αρετής λατρεύουν,

είναι τ’ αλάτι της ζωή, τους άλλους σαγηνεύουν.


Καλότυχοι όσοι σέβονται τους στοργικούς γονείς τους,

την ευλογία έχουνε και χάρη στην ψυχή τους.


Καλόψυχοι που τ’ άπρεπα δεν πράττουν και δεν λέγουν·

έχουν ευγένεια στην ψυχή κι οι άλλοι τους παινεύουν.


Κι όποιος αυτά που δεν ποθεί, στους άλλους δεν τα πράττει,

είναι στολίδι της ζωής κι αντάξιος πρωτοστάτης.

separator1


Γ΄ΛΟΓΟΣ (Ο ΑΣΧΗΜΟΣ)

Η Δ Ι Α Θ Η Κ Η Μ Ο Υ

«Μακάριοι οἱ νεκροὶ… τὰ δὲ ἔργα αὐτῶν

ἀκολουθεῖ μετ’ αὐτῶν» (Ιωάννου Αποκάλ. ΙΔ΄13)

«Τν τελευτηκότα μακάριζε» (Στοβαίου Ανθολ. Γ΄79 ε΄)

«Αἱ μὲν ἡδοναὶ θνηταί, α δ’ ρεταὶ θάνατοι» (Περίανδρος)

«Κοινή γὰρ ἡ τύχη καὶ τὸ μέλλον ἀόρατον» (Ισοκρ. προς Δημόν.)


Χριστός ΑνέστηΗ στερνή μου θέληση είναι σαν αποθάνω

να’πούν τραγούδια της χαράς στο ξόδι μου επάνω.


Άνθρωπος να μη λυπηθεί και δάκρυα να μη χύσει,

αφού ’ναι πεπρωμένο μας κανένας να μη ζήσει.


Να μη γινούν καλέσματα και λύπης προσκλητήρια,

ούτε στερνά αγγέλματα, θανάτου θυμιατήρια.


Να έρθουν λίγοι συγγενείς και γκαρδιακοί μου φίλοι,

να με ξεπροβοδίσουνε στο άγνωρο ταξίδι.


Να γίνει γλέντι ταπεινό, η σύναξη να μάθει

πως η θανή ’ναι λύτρωση απ’ της ζωής τα πάθη.


Οι πλούσιοι να μην έρθουνε, γιατί δεν τους τιμάει

όποιος τα πλούτη αγαπά, νεκρούς να εκτιμάει.


Μόνο φτωχοί και άδολοι, ανέμελα που ζούνε,

τα κόλλυβά-μου να γευθούν και τον καφέ να πιούνε.


Κι αν κάποιος στενοχωρηθεί, με κλάμα μη το δείξει,

κάποιο δικό του φταίξιμο στους άλλους θ’ αποδείξει.


Απ’ τη ζωή στο θάνατο είν’ ένα μονοπάτι

κι όποιος διαβαίνει δεν γυρνά να το ξαναπεράσει.


Κι όσα στη διάνοια απόχτησα, μαζί μου δεν τα παίρνω,

τ’ αφήνω μες στα τρίστρατα, στη φούρια των ανέμων.


Μα λίγα ανθρώπινα αγαθά που κέρδισα με κόπο,

κληροδοτώ στους γόνους μου, γιατί ’ναι θεία διάτα

να πορευθούνε στης ζωής τη δύσβατή τους στράτα.


Σ’ αυτό τον κόσμο που θεοί στην τύχη έχουν αφήσει,

«να ζει κανείς ή να μη ζει;» έχουν πολλοί ρωτήσει.


Μα θά ’ρθει κάποτε στιγμή με τύχη κι αμαρτία,

που θα διαλύσει ολάκερη της γης η πλαστουργία.


Καλότυχοι ’ναι οι νεκροί, στη λήθη ξαποσταίνουν,

τις πίκρες τους αφήνουνε, χαρές πια δεν προσμένουν.


Είν’ η ζωή μας όνειρο, γεμάτο παραζάλη,

που γεύεται καθένας μας τις λύπες και τα κάλλη.


Είναι ο άνθρωπος θνητός και πλάθει το θεό του

ν’ αντιπαλέψει τη ζωή στο μέτρο το δικό του.


Έχει η ζωή μας ομορφιές με χάρες και λαχτάρες

κι όποιος μεθύσει τραγουδά μ’ αγγελικές κιθάρες.


Κανείς δεν ξέρει το «γιατί» δεν είμαστε πλασμένοι

χωρίς θανή και βάσανα, να ζούμε ευτυχισμένοι.

(Θεός μας έδωσε μυαλό κι εδώ ’ναι η ευτυχία).


Μα τώρα κολαζόμαστε και λύτρωση ζητούμε

κι ένας τον άλλον αγαπά, για να ελεηθούμε.


Είναι η μοίρα μας κοινή και με αγάπη μόνο

αντάμα να περάσουμε της ερημιάς το δρόμο.


Να ’χετε φρόνιμες γιορτές, σεμνά τα πανηγύρια,

να ξεγελάτε της ζωής τ’ ανθρώπινα μαρτύρια.


Στο λογισμό σας βάλετε την πρόσκαιρη ύπαρξή μας,

να γιατρευτεί ο φόβος σας από την τελευτή μας.


Μόνο να νοιώθετε χαρά για κείνους που πεθαίνουν·

δεν γνώριζαν γιατί ’ρθανε, ούτε και πού πηγαίνουν.


Παιγνίδι ανεξήγητο έχει ο θεός σχεδιάσει

κι είν’ άγνωρο το τέλειωμα, που όλους θ’ απαλλάξει.


Τι ’ναι καλό και τι κακό, είναι μεγάλα λόγια,

γι’ αυτό δεν πρέπουν στους νεκρούς γυναίκεια μοιρολόγια.


Έχει η ζωή μας τελευτή που όλα τα σκεπάζει

και δεν μπορεί κανείς θεός αυτό να μεταλλάξει.


Βαρέθηκα το ψεύτικο ονείριασμα της ζήσης

και θά ’ρθει το ξημέρωμα την όψη του να σβήσει.


Αθανασία δεν ποθώ, αφού κανείς δεν ξέρει

τα σκοτεινά κι αδιάβατα άλλης ζωής τα μέρη.


Το χρέος μου το ξόφλησα, πρέπει να ξαποστάσω,

αφού της μοίρας μου γραφτό ήταν εδώ να φθάσω

(αφού ’ταν θείο θέλημα μέχρις εδώ να φθάσω).


Κι αν είναι μετά θάνατο μια άγνωρη κατάσταση,

που μόνο ξέρει ο θεός, θα ’ναι κοινή ανάσταση

(αφού αυτός ελέηση σε όλους θα μοιράσει).


Με γέλασε της νιότης μου η άδολη ελπίδα

και πίστεψα στα ψεύτικα του κόσμου τα στολίδια.


Μονάχος ήρθα στη ζωή και θα χαθώ μονάχος,


αφού ματαίως γεύθηκα του κόσμου της το πάθος.



Για όσα έπραξα κακά, συγχώρεση ζητάω,


άνθρωπος ήμουνα κι εγώ, τους άλλους συγχωράω.


Κι αν έκανα κάποιο καλό στο πέρασμα τ’ ονείρου,

το ’ριξα μέσα στο γιαλό, στο πλάνεμα τ’ απείρου.


Παγίδευσαν τη ζήση μου  στη μέριμνα του βίου

και τώρα θέλω ΄λεύτερο το πνεύμα μου ν’ αφήσω.


Όταν πεθάνω, κάφτε με στης γης την καταφρόνια,

να ξορκισθούνε τα στοιχειά, τ’ ανέμου τα τελώνια.


Την τέφρα μου να ρίξετε στα μέσα του πελάγου,

να σκορπισθεί στα κύματα και νέφη να την πάρουν,

(για να κριθεί στο άπειρο, στο πνεύμα των ανέμων).


Άγαλμα να μου στήσετε στης χίμαιρας τα μέρη,

να ’χω γαλήνια ξεγνοιασιά, κανείς να μη με ξέρει.

ceb4ceb9ceb1cebacebfcf83cebcceb7cf84ceb9cebacf8c10

• Παρασκευή, 20 Μαρτίου, 2009

800px-leonardo_da_vinci_annunciation 

 

 

 

 

 

Α Ν Ο Ι Ξ Ι Α Τ Ι Κ Ο

Ξανάρθε φέτος άνοιξη κι ανθούν οι πασχαλιές

κι ελπιδοφόρο διάνεμα χαρίζουν στην ψυχή μας

με σελαγίσια ομορφιά απ’ όλες τις παλιές,

που σμίλεψαν το χάραγμα στο διάβα της ζωής μας.

 

Μες στου χειμώνα την καρδιά, καλότυχοι οι βολβοί

που ανθέξαν κόντρα στο χιονιά, στην παγωνιά, τη μπόρα

και ζεστασιά τους κράτησε στον κόρφο η μάνα γη,

κι ανθίσαν κρίνα ολόλευκα, που ευωδιάζουν τώρα.

 

Μυρίστε τ’ αγριολούλουδα κι αν έρθει πάλι  ξέρα,

μη λυπηθείτε που ’μεινε το πέρασμα στη μνήμη:

Έχει η ζωή μας άνοιξες, χειμώνες, καλοκαίρια

κι η πάλη είναι περίφανη να ζούμε στη γαλήνη.

 

                               Α Ν Ο Ι Ξ Η

 

0331–Άνοιξη μάγισσα, τ’ άνθια που φέρνεις

ποιός σου τα δώρισε, πού τα πηγαίνεις;

–Χιλιάδες άνθρωποι μ’ έχουν ρωτήσει

ό,τι με ρώτησες κι έχω απαντήσει:

 

«Τ’ άνθια μου τα ’δωσαν - πρόσκαιρα δώρα,

η γη κι η θάλασσα, το φως του τώρα.

Και πριν μαδήσουνε στης γης το θρήνο

έρχονται ζήτουλες και τους τα δίνω».

 

–Άνοιξη, τ’ άνθια σου μη τα σκορπίζεις,

Αυτός που στα ’δωσε θε‘ να χαρίζεις

γύρι στις μέλισσες, νέκταρ να πίνουν

κι όχι οι ζήτουλες να τα μολύνουν.

 

–Φίλε, μαγεύτηκες και τέτοια λες,

ζήτουλας έγινες και δεν το λες.

–Αν ήμουν ζήτουλας, θα τα ζητούσα

τ’ άνθια με στίχους μου δεν θα υμνούσα.

               (Από  τη συλλογή «Ανθοί στ’ αγκάθια»)

• Κυριακή, 8 Μαρτίου, 2009

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΚΙ Ο ΧΑΡΟΣ

ceb1ceafcf83cf89cf80cebfcf82

Όλοι τον ήλιο καρτερούν σ’ Ανατολή και Δύση,

άλλοι στα σπίτια τα ψηλά κι άλλοι σε χαμοκέλια.

Άλλοι στην τάβλα γεύονται πολλών λογιών καλούδια

και άλλοι στη φτωχολογιά πεινάνε και διψάνε.

Κι ένας καημένος γέροντας, βαριά τουραγνισμένος,

γλυκό ψωμί δεν έφαγε χειμώνα - καλοκαίρι.

Και μιαν ημέρα κιότισε, τα ξύλα ζαλωμένος,

σ’ άσπρο λιθάρι έκατσε, λίγο να ξαποστάσει.

Τον πήρε το παράπονο, παρηγοριά δεν έχει,

ψιλό τραγούδι αρχίνησε, σα να ’ταν μοιρολόγι:

«Ποιανού να ’πω τον πόνο μου και τον πικρό καημό μου;

Να σας τον ’πω, ψηλά βουνά, αγέρας τον σκορπάει,

να τον ειπώ στα τρίστρατα, θα φύγουν οι διαβάτες.

Ανάθεμά την για ζωή, κι ο Χάρος ας με πάρει…».


Τ’ ακούει ο Χάρος στ’ άραχνα, ο μαύρος καβαλάρης,

πού ’χει δρεπάνι κοφτερό, της αστραπής τα μάτια.

Δίνει βιτσιά τ’ αλόγου του, τα όρη συνοριάζει,

ράχη σε ράχη περπατεί, τους κάμπους διασκελίζει

και στέκει αντίπερα γοργά κι από αγνάντια κράζει:

–Τι με γυρεύεις, γέροντα; που ’γω ’μαι κυνηγάρης

κι οπού ’βρω τρεις παίρνω τους δυο, κι οπού ’βρω δυο τον ένα,

κι οπού ’βρω ένα μοναχό, κι αυτόν τον ξεκληρίζω!


Ωσάν τον είδε ο γέροντας κι ωσάν τον αφουγκράται,

τρέμουν τα φυλλοκάρδια του κι αυτή τη διάτα δίνει:

Απόστασα ο καψερός και τη ζαλιά μου πάρε,

γιατί με τόσα βάσανα πάλι η ζωή γλυκιά ’ναι!

divider102

ΤΡΕΙΣ ΘΕΟΙ ΚΑΙ Ο ΚΡΙΤΗΣ

ce91ce98ce97ce9dce91_ce9cce97cea4ce99cea3_athena_metisce91‘Κείνα τα χρόνια τα παλιά που οι θεοί γλεντούσαν

και είχαν τα ψηλά θρονιά στου Όλυμπου τα μέρη,

ένας στον άλλον έλεγε κι ένας στον άλλον λέγει:

«Δεν κάνουμε κι ένα καλό στη γη που περπατούμε;»


Αστράφτει ο Δίας και βροντά κι ο ταύρος εγεννήθη

για σύμβολο της δύναμης και της γονής μπροστάρης.

Κι ο Προμηθέας έπλασε τον άνθρωπο με χώμα

και του ’δωσε τη φρόνηση, με τους θεούς να μοιάζει.

Και η Εργάνη Αθηνά τού χάρισε το σπίτι,

να ζει σ’ αυτό με προκοπή, όπως καλά ταιριάζει.


Φωνάζουν τότε τον κριτή κι αυτός ψεγάδια βρίσκει:

–Τα μάτια ο ταύρος έπρεπε στα κέρατά του να ’χει,

να βλέπει όποιον κυνηγά και να μη σκουντουφλάει.

Κι ο άνθρωπος τη γνώμη του αν κρέμαγε απ’ έξω,

θα βλέπαμε τους άδικους, για να προφυλαχτούμε.

Μα και τα σπίτια αν είχανε καρούλια να κυλάνε,

τα στέκια μας θ’ αλλάζαμε από κακούς γειτόνους.

divider108

Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ

_1_2Τ’ αλωναριού τα κάματα, τ’ Αυγούστου τα λιοπύρια

που τα μυρμήγκια κουβαλούν, σπυρί-σπυρί συνάζουν

κι αναπαρώνουν στη φωλιά ταγή για το χειμώνα,

ένα τζιτζίκι έσερνε μακρόσυρτο τραγούδι

κι ολημερίς ανέμελα ξεφάντωνε στα κλώνια.


Κι απάνω στο τραγούδημα και το τρανό γιορτάσι

τρία μεγάλα σύγνεφα ξανάφαναν αντίκρυ·

το ένα φέρνει τη βροχή, τ’ άλλο τ’ αστροπελέκι,

το τρίτο το γοργότερο στον τζίτζικα χαμπέρι:

–Για πάψε το ξεφάντωμα κι άλλαξε το τραγούδι,

γιατί ’ρθε το χινόπωρο, το πρωτοβρόχι πιάνει…


Και κείνος άλλαξε σκοπό κι άλλο τραγούδι λέγει:

–Δεν έχω στέκι να σταθώ, βοσκή για να βοσκήσω,

κι εσείς παλιοί μου γνώριμοι, μυρμήγκια προκομμένα,

πάρτε με στη φωλίτσα σας και βάλτε μου να φάγω…


Μα κείνα τ’ απαρνήθηκαν κι αλλιώς τ’ αποκρινόνται:

–Όποιος κοιμάται την αυγή, πεινάει το μεσημέρι,

και των φρονίμων τα παιδιά ζυμώνουν πριν πεινάσουν,

μα ’συ ζητάς τα κόπια μας, γιατί ’σουν ακαμάτης…


Ακόμη ο λόγος έστεκε κι η καταχνιά πλακώνει,

ο ουρανός σκοτείνιασε, χαλαζοβρόχι πέφτει

κι ώσπου να γίνει ξαστεριά, ο τζίτζικας εχάθη!

divider106

Ο ΛΑΓΟΣ ΚΑΙ Η ΧΕΛΩΝΑ

_2_1_21

Πέρα στα λόγγια τα δασιά, σ’ απόσκιο μυρωμένο

(αφουγκρασθείτε να σας ’πω μύθο χαριτωμένο),

εκεί που χόρευε λαγός και λιανοτραγουδούσε,

με τη χελώνα αντάμωσε και την περιγελούσε:


–Ώρα καλή, κυρά-Γοργή, σε τούτα τα λημέρια,

μα σε περνώ στο τρέξιμο, γι’ αυτό κι ο κόσμος λέει

τον γρήγορο «σαν το λαγό» και τον αργό «χελώνα»!

Εκείνη σαν τ’ αγροίκησε, πολύ της κακοφάνη.

Γυρνά και λέγει του λαγού : –Μην είσαι παινεσιάρης,

μ’ αν θέλεις πάμε στοίχημα κι έλα να παραβγούμε…


Πιάνουν καλούν τους φίλους τους κι όλους τους συντοπίτες.

Βάνουν τον κούκο μάρτυρα, κριτή την κουκουβάγια

και σημαδούρα το βουνί, ποιός θά ’βγει στην κορφή του.

Θέτουν και το ξεκίνημα στο χάραμα του ήλιου

και μπαίνουν σε στενό στρατί, προσήλιο μονοπάτι.

Κάνει η χελώνα περασιά, διαβαίνει πιθαμίτσες,

περνά λοξές νεροσυρμές, πετρούλες, λιθαράκια,

σέρνει γοργή περπατησιά, σταματημό δεν έχει.

Τρέχει ο λαγός, ποδοβολά, οργυάδες διασκελίζει,

μα τη χελώνα δεν ψηφά, σε περιβόλι μπαίνει,

τρυγάει βραγιές, δροσολογά, χορταίνει με καλούδια,

βρίσκει κλαράκι φουντωτό, στον ίσκιο του πλαγιάζει.

Κι όντας στο γέρμα τ’ ουρανού ο ήλιος βασιλεύει,

παίρνει τη στράτα, στο βουνί με βιάση αντιπερνάει.

Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, βλέπει τα νικητήρια

με τη χελώνα στην πρωτιά και γύρω χαροκόπι.


Κι ο κούκος λέει από ψηλά, το λέει κι η κουκουβάγια:

«Για να πετύχεις δεν αρκεί μονάχα η γρηγοράδα,

πρέπει και να ’σαι δουλευτής, να ’χεις και φρονιμάδα».

divider105

ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ ΚΑΙ Η ΑΡΚΟΥΔΑ

grizzly-bearΉσαν δυο φίλοι γκαρδιακοί σε κάθε χαροκόπι·

αντάμα τρώγαν κι έπιναν, αντάμα τραγουδούσαν

κι αντάμα κίνησαν να βρουν της ξέγνοιας πανηγύρι.


Μα ’κει σιμά στα σύδεντρα, μεσοστρατίς στο λόγγο,

θεριό ξεφανερώθηκε, μια τριχωτή αρκούδα.

Σαλτάρει τότε ο πιο γερός, σε χαρουπιά σκαλώνει

κι απόμεινε ανήμπορος ο άλλος και σαστίζει.

Πιάνει ξαπλώνει καταγής ωσάν αποθαμένος

και κόβει την ανάσα του, σαν ζύγωσε η αρκούδα.

Εκείνη με τη σουγλερή μουσούδα τον μυρίζει,

Κάνει δυο - τρεις γυροβολιές και σιγοξεμακραίνει

(λένε πως κείνο το θεριό δεν τρώγει πεθαμένους).


Τότε κι ο άλλος ξεπηδά και τον συχνορωτάει

τι τάχατες ψιθύρισε στ’ αυτί του η αρκούδα.

Κι εκείνος με βαριά καρδιά αυτά του κατακρένει:

Να μη διαλέγω σύντροφους απρόσεχτα και φίλους,

γιατί στη δύσκολη στιγμή γινόνται απαρνητές μου.

divider106

Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ

sept10_stafylia061Πίσω-μπροστά τ’Αη-Δημητριού,στο τέλειωμα του τρύγου,

που τρέχουν τα γλυκά κρασιά κι οι μούστοι στα βαγένια,

βγήκε μια λαίμαργη αλεπού στα ξάρια πεινασμένη,

μα δεν απόμεινε να ’βρει ούτε τσαμπί στ’ αμπέλια.


Και ’κει που ορεγότανε θρεμμένα κοκορέλια,

βλέπει ψηλή κληματαριά με ροζακιά σταφύλια,

που κρέμονταν ολόγιομα και γούρμα σαν το μέλι.

Πολύ τα λιγουριάστηκε και πήδουλους αρχίζει·

πηδά λοξά, πηδά ψηλά, κανένα δεν αγγίζει,

πηδά και πιο ψηλότερα, κατάχαμα βροντιέται.

Και χολιασμένη ξεπερνά με τέτοια παρηγόρια:

«Του κάκου παιδευόμουνα, αφού ’ναι αγουρίδες».

divider106

Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΝΑΚΙ

Στης Άνοιξης τα λούλουδα, σε πράσινο λιβάδι,

αρνάκι κορφολόγαγε ολόδροσο χορτάρι.

Κι αφού καλά το γεύθηκε, τους πήδουλους αρχίζει

κι ανέμελα στις φυλλωσιές της λογγωσιάς ξακρίζει,

εκεί που κελαηδούν πουλιά, ρυάκι κελαρύζει.


Σκύβει τ’ αρνάκι στο νερό να πιεί να ξεδιψάσει,

μα το θωρεί αγριωπός ο λύκος κυνηγάρης,

για να το φάγει ‘ρέγεται και αφορμή γυρεύει,

πάνω σε βράχο κάθεται κι από ψηλά του κρένει:

–Γιατί θολώνεις το νερό και δεν μπορώ να πίνω;

Τ’ αρνάκι ανταριάστηκε κι απολογή του δίνει:

–Μα πίνω με τ’ ακρόχειλα, μηδέ μπορώ ’δω κάτω

ν’ αναταράξω το νερό εκεί ψηλά που στέκεις.

Κι ο λύκος εσκαρφίσθηκε καινούργια κατηγόρια:

–Μα πέρσι τον πατέρα μου, τον γέρο περιγέλας.

–Πέρσι δεν είχα γεννηθεί, εκείνο απολογιέται.

Και τότες ξεφανέρωσε ο λύκος τη βουλή του:

–Εσύ μπορεί ν’ απολογάς, μα ’γω σε κατατρώγω!

Ευθύς τ’ αρπάζει απ’ το λαιμό και το κατασπαράζει.


Το ίδιο έχουν φέρσιμο κι οι πονηροί ανθρώποι,

που κουλαντρίζουν το κακό, συνάνθρωπους πληγιάζουν

κι απολογίες δίκαιες ποτέ δεν λογαριάζουν.