• Friday, May 20th, 2011

 ΔΥΟ είναι οι βασικές ιδέες – θεωρίες που επεκράτησαν στα σύγχρονα δίκαια των πολιτισμένων κοινωνιών ως προς τον τρόπο ποινικής μεταχειρίσεως του εγκληματία ανθρώπου, για την προστασία της εννόμου τάξεως: α) Η ιδέα της γενικής προλήψεως, η οποία αποσκοπεί στην διαμέσου εκφοβισμού διαπαιδαγώγηση των πολλών προς αποτροπήν τελέσεως εγκλημάτων και β) η ιδέα της ειδικής προλήψεως, η οποία αποσκοπεί στην βελτίωση του εγκληματήσαντος προς συγκράτησή του από την τέλεση νέων εγκλημάτων. Ωστόσο στην πρώτη περίπτωση ενυπάρχει κίνδυνος μετατροπής του εγκληματία σε μέσον παραδειγματισμού, ενώ στην δεύτερη παραγνωρίζεται η κοινωνική απαξία του εγκλήματος.

Επί τούτοις προκρίθηκε η σύνθεση αμφοτέρων των ως άνω θεωριών με την καθιέρωση δύο κριτηρίων για την in concreto ποινική μεταχείριση του εγκληματία: της βαρύτητας του εγκλήματος και της ποιότητας του δράστη, με σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αυτού και την αποφυγή πάσης περιττής σκληρότητας.

Εντεύθεν σοβαρές ανακύπτουν αμφιβολίες ως προς το εύστοχον και αποδεκτόν της πρόσφατης δημοσίας διαπομπεύσεως, από τις αμερικανικές διωκτικές Αρχές, του πρώην διευθυντού του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Dominique StraussKahn, καταγγελθέντος για απόπειρα βιασμού και άλλες συναφείς πράξεις.

Και τούτο διότι: 1) Ουδεμία κοινωνική σκοπιμότητα εξυπηρέτησε η ατιμωτική περιφορά ενός πελιδνού και ατημέλητου αξιωματούχου, μεταφερομένου δεσμώτη υπό των αστυνομικών οργάνων και μάλιστα προτού ακόμη παραπεμφθεί στις αρμόδιες δικαστικές Αρχές.

 2) Παρότι μάλιστα λίαν αμφίβολη αποβαίνει η τέλεση των ανωτέρω αδικοπραξιών που φέρεται ότι υπέστη η καταγγείλασα καμαριέρα, εφόσον αυτή α) εισήλθε στην πολυτελή σουίτα του ξενοδοχείου, ενώ παρευρισκόταν και ο ένοικος φερόμενος δράστης, β) χωρίς να διαφαίνεται πρόσφορος η βιαία τέλεση της θρυλουμένης σεξουαλικής ασελγείας και γ) πάντως η φερομένη παθούσα θα μπορούσε ευχερώς να αντισταθεί  και να καλέσει την βοήθεια παρακειμένων ατόμων (υπαλληλικού προσωπικού και πελατών).

Και 3) πάντα ταύτα, ενόψει της σύγχρονης ελευθεριότητας των ηθών και της ανάλογης απαξίας των πράξεων που φέρεται ότι ετέλεσε ο διαπομπευθείς, εφόσον η δίωξή τους εξαρτάται από την θέληση της παθούσης, δυναμένης να παραιτηθεί, έναντι προσπορισμού χρηματικού ανταλλάγματος, αναλόγου της ηθικής της προσβολής και της οικονομικής ευρωστίας του καταγγελθέντος.

Βεβαίως σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω μεταδοθέντα από τα διεθνή μέσα μαζικής ενημερώσεως, θα μπορούσε κανείς να προσομοιάσει την αποτρόπαιη συμπεριφορά των αμερικανικών διωκτικών Αρχών με την εικόνα πρωτόγονων κανιβάλων, περιφερόντων επί πασάλων τα κρανία των θυμάτων τους ως τρόπαια εκφοβισμού αλλοφύλων.

Οπωσδήποτε όμως συντελέσθηκε η αποκαθήλωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, γεγονός για το οποίο θα μπορούσε κάποιος να προφασισθεί την ανάγκη παραδειγματισμού των αξιωματούχων προς αποστροφή οποιασδήποτε ηθικής παρεκτροπής και την προβολή του αδέκαστου των αμερικανικών Αρχών, επιτήδευση που παραδόξως δεν επέδειξαν στο παρελθόν σε ανάλογες περιστάσεις. Πάντως η προκειμένη απεχθής επιλογή μεγάλως αποδοκιμάσθηκε από τους πολιτισμένους λαούς και προκάλεσε το παγκόσμιο συναίσθημα συμπαθείας προς τον επικρινόμενον, όπως τούτο αποτυπώθηκε κυρίως στην πάνδημη αντίδραση των ομοεθνών του.

Ωστόσο, ανεξαρτήτως των προαναφερομένων θεωριών – ιδεών και γεγονότων, ανακύπτει το δίλημμα περί της ορθότητας του φαινομένου –που παρατηρείται και στην Ελλάδα– να αποκρούεται οποιαδήποτε αποκάλυψη της ανηθικότητας και ακολασίας παντοίων αξιωματούχων, επικαλουμένων το άβατον των λεγομένων «προσωπικών δεδομένων», με βάση τα οποία συγκροτείται ο βιοκοινωνικός χαρακτήρας και διαμορφώνεται η προσωπικότητα του ατόμου.

Σχετικώς μάλιστα λειτουργεί στη χώρα μας η φερομένη ως «Ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων», η οποία συγκροτείται από δοτά όργανα με συνταγματική βεβαίως πρόβλεψη, αλλ’ αμφιβόλου νομιμότητας, εφόσον θεσπίσθηκε σε αντίθεση βασικών διατάξεων του Συντάγματος, όπως είναι εκείνη του άρθρου 1 § 2, που ορίζει ότι «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα», και συναφώς εκείνη του άρθρου 26, που καθιερώνει την σύνταξη της Πολιτείας από τρείς διακριτές εξουσίες – λειτουργίες: την νομοθετική, την εκτελεστική και την δικαστική, καθορίζοντας και τα όργανα καθεμιάς, μη περιλαμβανομένων και των αποκαλουμένων Ανεξάρτητων Αρχών.

Επί του ως άνω προβαλλομένου διλήμματος σαφείς και αλάθητοι είναι οι αφορισμοί του μεγάλου κλασσικού φιλόσοφου Αριστοτέλη, ο οποίος διαγράφει ως εξής τα αναγκαία προσόντα καταλληλότητας των κυβερνητών: «Φαμν δ τν ρχοντα τν σπουδαον γαθν εναι κα φρνιμον, τν δ πολτην οκ ναγκαον εναι φρόνιμον» (Πολιτικά Γ΄β΄), δηλονότι ο σωστός κυβερνήτης  πρέπει  να  είναι  α γ α θ ό ς  και  φ ρ ό ν ι μ ο ς,  δηλαδή ικανός και ενάρετος, χρηστός και συνετός, προσόντα που δεν είναι απαραίτητο να διαθέτουν και όλοι οι άλλοι πολίτες. Και περαιτέρω: «τι νδχεται κρατες εναι, στε καθπερ κα ατος οχ πηρετοσιν εδτες κα φιλοντες ατος, οτω κα πρς τ κοινν οθν κωλει χειν νους» (Πολιτικά Ε΄ε΄), ότι δηλαδή συνήθως οι ανήθικοι και ανευλαβείς είναι ευάλωτοι παθών και ακρατείς, ώστε όπως δεν υπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα που γνωρίζουν και τον εαυτό τους αγαπούν, είναι αναμενόμενον ότι θα πράξουν ομοίως και για τα κοινά συμφέροντα.

Συνοπτικώς πρέπει να λεχθεί, ότι επιβάλλεται να γνωρίζει ο λαός τις προσωπικές ιδιότητες που συγκροτούν τον βιοκοινωνικόν χαρακτήρα των πολιτικών, ώστε να είναι ευχερής  η επιλογή των εντιμοτέρων και ικανοτέρων για την άσκηση της κρατικής εξουσίας και την διαχείριση του δημοσίου πλούτου.

Category: 'Αρθρα
You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can leave a response, or trackback from your own site.
Leave a Reply